Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

ΜΟΝΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

 

Ἀπὸ τὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Ζωγράφου, ἀνηφορίζει ὁ ἁμαξιτὸς δρόμος πρὸς τὴν Μονή. Ὁ δρόμος, ἀκολουθεῖ τὴν ῥοὴ τοῦ χειμάῤῥου τοῦ Ζωγραφίτικου Λάκκου, μέσα ἀπὸ μία κλεισούρα ποὺ θυμίζει ἐκεῖνες τῆς βαλκανικῆς ἐνδοχώρας. Ἡ διαδρομή, εἶναι μαγευτική· ἡ βλάστηση πυκνὴ καὶ ὀργιαστική. Μέσα ἀπὸ τὴν βλάστηση, προβάλλουν ἀπόκρημνοι βράχοι. Ἀνάμεσα στὶς βελανιδιὲς καὶ στὰ σφενδάμια, ὀρθώνονται κυπαρίσσια. Τὴν ἄνοιξη, οἱ ἀνθισμένες κουτσουπιές, προσθέτουν ῥὸζ πινελιὲς στὶς ποικίλες ἀποχρώσεις τοῦ πράσινου. Μία διακλάδωση στὰ ἀριστερὰ μὲ πέτρινο γεφύρι, ὁδηγεῖ στὴν Μονὴ Χιλανδαρίου.

Ἡ Μονή, δεσπόζει στὴν δεξιὰ πλαγιά, ἐπάνω ἀπὸ τὸν δρόμο. Στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου, στὴν ἀπέναντι ὄχθη, βρίσκεται τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου -ὁ μικρὸς Ἄϊ-Γιώργης, μὲ τὸν κατάλευκο ναό του. Στὸν χείμαῤῥο ὑπῆρχε νερόμυλος, ποὺ λειτουργοῦσε μέχρι πρὶν μερικὲς δεκαετίες· τώρα ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ. Ἡ σημερινὴ ὄψη τῆς Μονῆς, εἶναι ἀποτέλεσμα ἑνὸς μεγαλόπνοου οἰκοδομικοῦ προγράμματος ποὺ ὑλοποιήθηκε στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος. Ἡ κάτοψη σχηματίζει τετράπλευρο μὲ προεξοχές κατὰ διαστήματα. Ἡ τοιχοποιία χαρακτηρίζεται ἀπὸ λιθοδομή καὶ κεραμικά. Ἡ νότια πτέρυγα ἀνακαινίστηκε τὸ 1716. Ἡ βόρεια πλευρά, τὸ πρόστυλο καὶ ἡ δυτικὴ πτέρυγα, οἰκοδομήθηκαν μεταξὺ 1862 καὶ 1896. Ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ δυτικὴ πτέρυγα, στὸ μέσο τῆς ὁποίας προεξέχει ἐγκαρσίως ἕνα κτήριο μὲ τρουλωτὸ παρεκκλήσιο· εἶναι προφανὲς ὅτι ἀκολουθεῖ πιστὰ τὸ πρότυπο τῆς ἀντίστοιχης δυτικῆς πτέρυγας τῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου στὶς Καρυές. Ἡ πολυγωνική, σχεδὸν καμπυλωτὴ ἀπόληξη τοῦ κτηρίου, προσθέτει μία νότα κοσμικῆς ἀρχιτεκτονικῆς στὴν αὐστηρότητα τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος. Ἀπὸ τοὺς ἐξώστες της, φαίνεται τὸ φαράγγι τοῦ χειμάῤῥου Γερακοφωλιά, ὅπου ἀσκήτευσε σὲ ἕνα σπήλαιο ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς ὁ Ζωγραφίτης, ποὺ ἑορτάζει στὶς 22 Σεπτεμβρίου.

***

Ἡ παράδοση, ἀνάγει τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντα Στ΄ τοῦ Σοφοῦ (886-912). Ὡς κτήτορες ἀναφέρονται τρεῖς ἀδελφοί –Μωϋσῆς, Ἀαρών καὶ Ἰωάννης- ἀπὸ τὸν Λυχνίδα, σημερινὴ Ἀχρίδα. Καθώς, ὁ καθένας του ἐπιθυμοῦσε διαφορετικὴ ἀφιέρωση τὴς Μονῆς –στὴν Θεοτόκο, στὸν Ἅγιο Νικόλαο καὶ στὸν Ἅγιο Γεώργιο- ἀποφάσισαν νὰ κλειδώσουν στὸ καθολικὸ μία ἄγραφη σανίδα καὶ νὰ προσευχηθοῦν ὅλη νύχτα, ὥστε νὰ φανερωθεῖ ἡ βούληση τοῦ Κυρίου. Τὸ πρωί, βρῆκαν ζωγραφισμένη ἐπάνω στὴν σανίδα, τὴν μορφὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, καὶ ἡ Μονή ονομάστηκε Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ζωγράφου. Τὸ ὄνομα τῆς Μονῆς, παραπέμπει κατὰ συνέπεια σὲ προσωνυμία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ ὄχι σὲ οἰκογενειακὸ ὄνομα κτήτορα. Τὸ ὄνομα Γεώργιος ὁ Ζωγράφος, ἀναφέρεται στὸ Τυπικὸ τοῦ Ἰωάννου Τσιμισκή, τὸ 972· μετὰ τὸ ἔτος αὐτὸ θεωρεῖται ὅτι ἱδρύθηκε ἡ Μονή, καθὼς ἀναφέρεται σὲ ἔγγραφο δικαιοπραξίας τοῦ 980. Τὸν 13ο αἰῶνα, ἀναφέρεται ὅτι κατοικεῖται ἀπὸ Βούλγαρους μοναχούς. Στὶς 22 Σεπτεμβρίου τοῦ 1276, ὁ ἡγούμενος, εἴκοσι ἕνας μοναχοὶ καὶ τέσσερις λαϊκοί, ἀντιστάθηκαν στοὺς λατινόφρονες, ποὺ ἐπεδίωκαν τὴν ἔνωση μὲ τὴν παπικὴ ἐκκλησία μετὰ τὴν Σύνοδο τῆς Λιόν τὸ 1274, καὶ βρῆκαν μαρτυρικὸ θάνατο, ὅταν οἱ στρατιῶτες πυρπόλησαν τὸν πύργο.

Ἡ Μονή, ὑπέστη ζημιὲς ἀπὸ τὶς ἐπιδρομὲς Καταλανῶν πειρατῶν. Ἀνέκαμψε καὶ ἀνοικοδομήθηκε χάρη σὲ δωρεὲς τῶν Παλαιολόγων αὐτοκρατόρων Ἀνδρονίκου του Β΄ καὶ Ἰωάννου τοῦ Ε΄, καθὼς καὶ ἡγεμόνων τῶν παραδουνάβιων χωρῶν, τὸν 15ο αἰῶνα. Ἀκολούθησε μία σύντομη ἀκμή, ποὺ τὴν διαδέχτηκε σχεδὸν παντελῆς ἐρήμωση. Τότε βοήθησαν τὴν Μονή, οἱ ηγεμόνες τῆς Οὐγγροβλαχίας, ἰδίως ὁ Στέφανος ὁ Στ΄ ὁ Καλός, τὸ 1502. Ἡ ἀνακαίνιση τῆς νοτιοανατολικῆς πτέρυγας τὸ 1716, ἀποτέλεσε τὴν ἀπαρχή ἀνοικοδομήσεων, ἀνακαινίσεων καὶ νέας ἀκμῆς, ποὺ κορυφώθηκε στὸ β΄ μισὸ τοῦ 19ου αἰῶνος, ὅταν ἡ Μονὴ Ζωγράφου ὑπῆρξε πολὺ πλουσιότερη ἀπὸ πολλὲς ἄλλες ἁγιορείτικες Μονές. Τὸ 1746, ἀγόρασε ἀπὸ τὴν Μονή Ἐσφιγμένου τὴν Γιοβάνιτσα. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνος, ἐγκαταβίωναν ἐκεῖ καὶ Έλληνες μοναχοί, καὶ οἱ ἀκολουθίες ψάλλονταν καὶ στὶς δύο γλῶσσες. Ἡ Μονή, ἀναγνωρίστηκε ὡς κοινοβιακὴ τὸ 1850 μὲ σιγίλλιο τοῦ πατριάρχου Ἀνθίμου τοῦ Δ΄. Ἐντός τῶν ὁρίων της βρίσκεται τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τοῦ Ξηροκάστρου, ποὺ τὸ 1046 κατεῖχε τὴν 23η θέση στὴν ἱεραρχία.

Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ὁσιομάρτυρες καὶ τὸν Ὅσιο Κοσμᾶ, στὴν Μονὴ ἐγκαταβίωσε ὁ Ὅσιος Ποιμὴν ὁ Ζωγραφίτης ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1620 καὶ ἑορτάζει στὶς 3 Νοεμβρίου, καὶ ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Λουκᾶς ὁ Μυτιληναίος ποὺ μαρτύρησε στὴν Μυτιλήνη τὸ 1802 καὶ ἑορτάζει στὶς 23 Μαρτίου.

Στὴν Μονή, φυλάσσονται· ἡ τιμία κάρα τῆς Ὁσίας Ματρώνης τῆς Χιοπολίτιδος, καὶ τμήματα λειψάνων, μεταξύ άλλων τῶν Ἁγίων· Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, Στεφάνου τοῦ Νέου, Γεωργίου, Πολυκάρπου Σμύρνης, Κοσμᾶ, Δαμιανοῦ καὶ Τρύφωνος τῶν Ἀναργύρων

***

Ἡ κύρια εἴσοδος εἶναι στὴν βόρεια ὄψη καὶ ἔχει προστώο μὲ λιτό διάκοσμο. Ἀπέναντί της βρίσκεται τὸ κιόσκι. Ἡ κάτοψή του ἔχει σχῆμα πολυγώνου καὶ ἡ ὁροφή του εἶναι ξύλινη. Πιὸ πέρα, στὰ ἀριστερά, βρίσκεται ἡ βρύση τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος. Ἡ ἀξιέπαινη προσήλωση τῶν Βουλγάρων στὴν γεωγραφία, ἀντανακλάται στὸ κομψό κοντάρι μὲ τὶς πινακίδες προσανατολισμοῦ καὶ ἀποστάσεων ἀπὸ τὶς γύρω Μονές, τὶς Καρυές, τὴν Σόφια καὶ τὴν Βάρνα. Δυτικὰ ἀπὸ τὸ κιόσκι, βρίσκεται ἕνα συγκρότημα ἀπὸ βοηθητικά κτήρια καὶ εργατόσπιτα, ὁρισμένα σὲ ἐρειπιώδη κατάσταση. Ἕνα ἀπὸ τὰ ἐργατόσπιτα, στεγάζει τὸν ἀστυνομικό σταθμό.

Πιὸ πίσω, βρίσκεται ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τοῦ 1773. Χτίστηκε μὲ δαπάνη τοῦ προηγουμένου Διονυσίου ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Σισινίου τῆς Κοζάνης, ὅπως πληροφορεῖ ἑλληνικὴ ἐπιγραφὴ στὴν νότια ὄψη. Ἀκολουθεῖ τὴν τυπολογία τοῦ συνεπτυγμένου σταυροειδοὺς ναοῦ μετὰ τρούλου.

Τὸ μικρὸ διαβατικό, ὁδηγεῖ στὴν εὐρύχωρη αὐλή. Οἱ πτέρυγες εἶναι τετραώροφες, περιστοιχίζουν τὸ καθολικό καὶ σχηματίζουν εὐρύχωρη αὐλή. Ἡ βόρεια καὶ ἡ δυτική πτέρυγα, ἀνακαινίστηκαν τὸν 19ο αἰῶνα καὶ εἶναι καλοδιατηρημένες. Ἡ ανατολικὴ πτέρυγα, ὑπέστη σοβαρὲς ζημιὲς καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος, εἶναι ἀκατοίκητη. Ἡ νότια πτέρυγα κάηκε σὲ πυρκαγιὰ τὸ 1974. Στὶς πτέρυγες, βρίσκονται ἑπτὰ παρεκκλήσια, ἡ τράπεζα, τὸ καμπαναριό, ἡ βιβλιοθήκη, τὸ ἀρχονταρίκι καὶ τὸ συνοδικό. Στοὺς διαδρόμους τῶν πτερύγων ὑπάρχουν βρύσες, ἐνῶ ἕνα δίκτυο ἀπὸ βρύσες καὶ κρῆνες ὑπάρχει ἐπίσης ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου, ποὺ τροφοδοτούνται ἀπὸ ἕναν ταμιευτήρα πρὸς τὰ ἀνατολικὰ τῆς Μονῆς. Στὶς πτέρυγες, ἰδίως στὶς εξωτερικές ὄψεις, ὑπάρχουν πολλοὶ ἐξώστες μὲ σκελετὸ ἀπὸ σφυρήλατο σίδηρο, ὑλικὸ ἀναπάντεχο μέσα στὴν ὀργιαστική βλάστηση ποὺ περιβάλλει τὸν χώρο. Πρόκειται γιὰ ὑλικὸ σημειολογικὰ φορτισμένο, ἀφοῦ ὁ σφυρήλατος σίδηρος ἀποτελεῖ τὸ σῆμα κατατεθὲν τῆς Βιομηχανικῆς Ἐπαναστάσεως, καὶ ὑλικὸ ἰδιαίτερα προσφιλὲς σὲ χῶρες ποὺ δὲν πρόλαβαν νὰ ἐκβιομηχανιστοῦν.

Τὸ Καθολικό, βρίσκεται στὸ νότιο τμῆμα τῆς αὐλῆς. Στὸ μέσον εἶναι τὸ παρεκκλήσιο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ποὺ λειτουργεῖ ὡς Καθολικὸ τοὺς χειμερινοὺς μῆνες. Χτίστηκε τὸ 1764 καὶ ἁγιογραφήθηκε τὸ 1780. Ἐκεῖ, βρίσκεται μία εἰκόνα τῆς Θεοτόκου μὲ δώδεκα παραστάσεις, ποὺ αποτυπώνουν τὰ ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Δεξιά, στὴν βορειοδυτική γωνία, βρίσκεται τὸ μνημείο τῶν εἴκοσι ἕξι Ζωγραφιτῶν Μαρτύρων τοῦ 1873. Ἐκεῖ πηγαίνουν τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ἄραβα, μετὰ τὴν λιτάνευσή της κατὰ τὴν πανήγυρι, καὶ τελεῖται δοξολογία.

Ἡ φιάλη, βρίσκεται στὴν βορειοδυτικὴ γωνία τοῦ Καθολικού. Τὸ περιστύλιο ἔχει ὀκτὼ κίονες καὶ ἕξι θωράκια. Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ θόλου ἔχει τοιχογραφίες ποὺ ἔχουν ὑποστεῖ πολὺ μεγάλες φθορές. Ὁ ἀναβρυτήρας ἔχει σχῆμα κεφαλῆς λιονταριοῦ. Ἡ μαρμάρινη λεκάνη στηρίζεται στοὺς ὤμους γονατισμένου μοναχοῦ.

Τὸ καμπαναριό εἶναι κτίσμα τοῦ 1896, έγινε ὅταν ανακαινίστηκε τὸ ἀρχικὸ κτίσμα τοῦ 1810. Εἶναι ἐνσωματωμένο στὴν ἀνατολικὴ πτέρυγα, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ μεγαλύτερη καμπάνα δωρήθηκε ἀπὸ τὴν Μονή Ἁγίου Παντελεήμονος. Κάτω ἀπὸ τὴν πυραμιδοειδή στέγη ὑπάρχει ῥολόι μὲ ἐντυπωσιακά μεγάλο μηχανισμό, ποὺ δὲν δουλεύει πιά.

Ὁ ἀμυντικὸς πύργος ὅπου βρῆκαν τὸν θάνατο οἱ Μάρτυρες, δὲν σώζεται. Εἰκάζεται ὅτι βρισκόταν ἐκεῖ ὅπου σήμερα εἶναι τὸ μνημείο. Ὁ ἐπιβλητικός πύργος ἐπάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο, στεγάζει τὴν βιβλιοθήκη καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ζωγραφιτών Οσιομαρτύρων. Εἶναι νεότερο κτίσμα. Ὁ πύργος στὴν βορειοανατολικὴ γωνία χρησιμοποιεῖτο ὡς χῶρος ἐγκλεισμοῦ ἀπείθαρχων μοναχῶν.

Τὸ Καθολικό, χτίστηκε τὸ 1801, στὴν θέση παλαιότερου τοῦ 15ου αἰῶνος. Εἶναι αφιερωμένος στὸν Ἅγιο Γεώργιο. Εἶναι χτισμένο μὲ ἰσόδομη τοιχοποιία ἀπὸ λαξευτὲς πέτρες καὶ κεραμόπλινθους. Στὴν βόρεια καὶ νότια ὄψη εἶναι ἐντοιχισμένα παλαιὰ λιθανάγλυφα. Ὁ ὑαλόφρακτος ἐξωνάρθηκας, προστέθηκε τὸ 1840· ἔχει τέσσερις μαρμάρινους θρόνους ἀπὸ τὸ 1818 μὲ χαραγμένα ἐπάνω τὰ ὀνόματα τῶν προϊσταμένων. Οἱ τοιχογραφίες λιτῆς καὶ ναοῦ ἔγιναν τὸ 1817· εἶναι ἔργο τοῦ ζωγράφου Μητροφάνη ἀπὸ τὴν Βιζύη τῆς Θράκης.

Λιτή, εἶναι ἰδιαίτερα εὐρύχωρη, μεγάλη σχεδὸν ὅσο καὶ ὁ κυρίως ναός. Στὸν βόρειο τοῖχο τῆς λιτῆς, εἰκονίζεται τὸ μαρτύριο τῶν Ζωγραφιτών Οσιομαρτύρων. Ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ λατινόφρονα πατριάρχη Βέκκου εἰκονίζεται μὲ παπική τιάρα. Ἐντύπωση προξενοῦν τὰ ἀνάγλυφα, σὰν φραντζόλες ψωμιοῦ, φωτοστέφανα τῶν Ἁγίων.

Στὸν δυτικὸ κίονα, ἀριστερά, βρίσκεται εἰκόνα τῶν Ζωγραφιτῶν Οσιομαρτύρων, δίπλα σὲ ἕνα γραφεῖο μὲ ῥολὸ ποὺ κλείνει. Δεξιά, εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Κοσμᾶ τοῦ Ζωγραφίτη. Στὸν ἀνατολικὸ κίονα, βρίσκεται ἡ ἀχειροποίητος εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Φέρει ἀργυεπίχρυση ἐπένδυση νεότερης τεχνοτροπίας. Στὸ ἀριστερὸ ῥουθούνι τοῦ Ἁγίου διακρίνεται μικρὸ τμῆμα δέρματος, πού, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἔμεινε ὅταν κόλλησε ἐπάνω στὴν εἰκόνα τὸ δάχτυλο τοῦ ἐπισκόπου Βοδενῶν – ἡ σημερινὴ Ἔδεσσα- ὁ ὁποῖος δὲν πίστευε στὴν θαυματουργική της προέλευση. Ἀριστερά, βρίσκεται ἡ μεγάλου σχήματος εἰκόνα του Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ἄραβα. Τὸ προσωνύμιο αναφέρεται στὴν παράδοση ὅτι κάποτε, λίγο πρὶν τὴν ἀραβικὴ κατάκτηση, οἱ μοναχοὶ τῆς Μονῆς Φανουήλ, στὴν Λύδδα τῆς Παλαιστίνης, εἶδαν ἔκπληκτοι νὰ ἀποχωρίζεται ἡ μορφὴ τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὸ σανίδι τῆς εἰκόνας καὶ ἄκουσαν τὴν φωνή του νὰ τοὺς λέει ὅτι ἔφυγε γιὰ τὸν ἐπίγειο κλῆρο τῆς Θεοτόκου, τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ νὰ τοὺς προτρέπει νὰ πάνε νὰ τὸν βροῦν ἐκεῖ, γιατὶ ἡ Παλαιστίνη ἐπρόκειτο νὰ τιμωρηθεῖ σκληρὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες της. Ἡγούμενος καὶ μοναχοὶ πράγματι ἦρθαν στὸν Ἄθω καὶ βρῆκαν τὴν εἰκόνα στὸν Μικρὸ Ἄϊ-Γιώργη, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Μονή. Σὲ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ἡ λιτάνευση τῆς εἰκόνας κατὰ τὴν πανήγυρι φτάνει στὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου τελεῖται δοξολογία. Κατὰ μία παράδοση, ἐπειδὴ ἡ εἰκόνα ἔφτασε σὲ σημεῖο πολὺ κοντὰ στὰ σύνορα μὲ τὴν Μονή Βατοπεδίου, διαφιλονικήθηκε ἡ κατοχή της. Ἀποφάσισαν λοιπὸν οἱ δύο Μονές, νὰ βάλουν τὴν εἰκόνα στὴν ῥάχη ἑνὸς πουλαριού, νὰ τὸ ἀφήσουν ἐλεύθερο, καὶ ὅπου σταματήσει, σὲ ἐκείνη τὴν Μονὴ νὰ ἀνῆκει ἡ εἰκόνα. Τὸ πουλάρι σταμάτησε στὸν λόφο τοῦ Μικροῦ Ἄϊ-Γιώργη καὶ ἐκεῖ ξεψύχησε. Στὸν αριστερό κίονα βρίσκεται εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ποὺ ἀνῆκε στὸν ηγεμόνα τῆς Μολδαβίας Στέφανο τὸν Στ΄ τὸν Καλό, ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1504, μὲ περίβλημα τοῦ 1838. Τὸ ἐπιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο εἶναι ἰδιαίτερα περίτεχνο. Στὸ ἱερὸ βῆμα, φυλάσσεται ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ἐπακούουσας καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Ἀκαθίστου, γνωστή καὶ ὡς Προαγγέλουσα ή Χαίροβο, ἀπὸ τὸ όνομα του κελλιού ὅπου ἔγινε τὸ θαῦμα καὶ ὁ ἀσκητής, ποὺ ἔψαλλε μπροστά της τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, ἄκουσε τὴν Παναγία νὰ τοῦ προαγγέλλει ὅτι πλησιάζουν στὴν Μονή οἱ λατινόφρονες καὶ νὰ τοῦ παραγγέλνει νὰ εἰδοποιήσει τοὺς ἀδελφούς. Φτάνοντας στὴν Μονὴ ὁ ασκητής, βρῆκε τὴν εἰκόνα νὰ τὸν περιμένει.

Ἐντὸς τῆς Μονῆς, βρίσκονται ἄλλα ἕξι παρεκκλήσια. Στὴν δυτικὴ πτέρυγα, ἐπάνω ἀπὸ τὴν τράπεζα, βρίσκεται τὸ εὐρύχωρο παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου τοῦ 1900, ὅπου φυλάσσονται πολλὲς φορητὲς εἰκόνες. Τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὴν ἀνατολικὴ πτέρυγα ἔχει τοιχογραφίες τοῦ 1768. Ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ αὐτό, εἶναι τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, μὲ νεότερες τοιχογραφίες. Τὰ παρεκκλήσια τῶν Ἁγίων Αρχαγγέλων καὶ τοῦ Ὁσίου Κοσμᾶ του Ζωγραφίτη, βρίσκονται στὸ δυτικὸ τμῆμα τῆς νότιας πτέρυγας. Τὸ παρεκκλήσιο τῆς Μεταμορφώσεως στὴν ἀνατολικὴ πτέρυγα, ἔχει τοιχογραφίες τοῦ 1869.

Τράπεζα, χτίστηκε τὸν 19ο αἰῶνα στὴν θέση παλαιότερης ποὺ χρονολογοῦνταν ἀπὸ τὸν 15ο αἰῶνα. Ἡ κάτοψή της ἔχει σχῆμα Γ΄. Εἶναι ἐνσωματωμένη στὴν δυτικὴ πτέρυγα, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Καθολικό. Δὲν ἔχει τοιχογραφίες, μόνο ἐλάχιστες φορητὲς εἰκόνες. Ἡ χρήση τοῦ σφυρήλατου σιδήρου κορυφώνεται στὸν κομψότατο ἄμβωνά της. Δίπλα εἶναι τὸ μαγειρείο.

Ἡ παλιὰ κουζίνα, ἐξακολουθεῖ νὰ χρησιμοποιεῖ καυσόξυλα καὶ οἱ πελώριες κατσαρόλες μετακινοῦνται μὲ βαρούλκο.

Τὸ Ἀρχονταρίκι, βρίσκεται στὸν πρώτο ὅροφο τῆς δυτικῆς πτέρυγας, πλάι στὸ συνοδικό, ἡ ὁροφὴ τοῦ ὁποίου εἶναι διακοσμημένη καὶ στοὺς τοίχους βρίσκονται πορτρέτα τῆς βουλγαρικῆς βασιλικῆς οἰκογένειας, καθὼς καὶ προσωπογραφίες ἡγουμένων.

Στὴν Βιβλιοθήκη φυλάσσονται ἑκατὸν ἑξήντα δύο ἑλληνικὰ χειρόγραφα καὶ τριακόσια ὀγδόντα ὀκτὼ σλαβονικά· μεταξὺ τῶν τελευταίων, ἀξιόλογοι εἶναι δύο περγαμηνοὶ κώδικες τοῦ 12ου-13ου αἰῶνος, σαράντα τρεῖς χαρτῶοι κώδικες τοῦ 14ου μὲ 18ου αἰῶνος, ἑξήντα ἕξι μουσικοὶ κώδικες, καὶ δέκα χιλιάδες βιβλία, κυρίως στὴν βουλγαρική γλῶσσα. Μεταξὺ τῶν σλαβονικῶν χειρογράφων, ἰδιαίτερα σημαντικὰ εἶναι τὸ Λειτουργικόν καὶ τὸ Εὐχολόγιον τοῦ Εὐθυμίου πατριάρχου Τιρνόβου.

Τὰ εξαρτήματα τῆς Μονῆς Ζωγράφου, περιλαμβάνουν ὀκτὼ καθίσματα στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Μονῆς, δύο κελλιὰ ἐκ τῶν
οποίων τὸ ἕνα σὲ ἐρειπιώδη κατάσταση, καθὼς καὶ τὸ παλιὸ καὶ τὸ νέο ἀντιπροσωπεῖο στὶς Καρυές. Στὴν Μονή, ἀνήκουν ἐπίσης δύο ἐμπορικὰ κτήρια ποὺ φιλοξενοῦν ἐστιατόριο καὶ ξενοδοχεῖο καὶ εμπορικὸ κατάστημα, δίπλα στὴν καγκελόφραχτη βρύση του Ἁγίου Γεωργίου, στὸν δρόμο ποὺ συνδέει τὴν πλατεία τῶν λεωφορείων μὲ τὴν πλατεία του Πρωτάτου. Τὸ νέο ἀντιπροσωπεῖο τοῦ 1901 ἔχει ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτήρος. Τὸ παλαιὸ ἀντιπροσωπεῖο ἔχει ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Ἀνάληψη καὶ βρίσκεται κοντὰ στὴν κεντρικὴ πλατεία τῶν Καρυῶν. Τὸ Κελλὶ τῶν Ἁγίων Πάντων εἶναι ἐγκαταλειμμένο. Τὰ ὀκτὼ καθίσματα εἶναι τὰ ἑξῆς· τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου ποὺ εἶναι ἀπέναντι ἀπὸ τὴν βόρεια πτέρυγα, τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ποὺ δεσπόζει στὸν λόφο ἀπέναντι ἀπὸ τὴν δυτικὴ πτέρυγα, τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ποὺ εἶναι κοντὰ στὸν ἀρσανά, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται ἡ ἀμπελικιά τῆς Μονῆς. Πιὸ μακριὰ εἶναι τὰ Καθίσματα τῶν Ἁγίων Πάντων, τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τοῦ Χαίροβου.

Ἡ διάνοιξη μίας δασικῆς ὁδοῦ, ἔφερε στὸ φῶς, σαράντα πέντε λεπτὰ βορειοανατολικὰ ἀπὸ τὴν Μονή, τὰ ἐρείπια τῆς Σκήτης τοῦ Μαύρου Βηροῦ –βηρὸς σημαίνει συστροφὴ ὑδάτων, δίνη- ποὺ ἦταν ἀφιερωμένη στὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου καὶ τὸ 1829 εἶχε τριάντα Ῥώσσους μοναχούς. Σώζεται τὸ συγκρότημα τοῦ Κυριακοῦ. Στὸ ἱερὸ τοῦ ναοῦ, σώζεται ἕνα ἀσυνήθιστο σύνθρονο· ἐνδιαφέρον ἔχουν τὰ τέμπλα τῶν παρεκκλησίων. Ἡ Σκήτη εἶναι μέσα σὲ ῥεματιά.

Ἀκολουθῶντας τὸν ἁμαξιτό δρόμο ποὺ ἀνεβαίνει στὴν ἀριστερή πλευρὰ τῆς ῥεματιάς, καὶ στὴν συνέχεια τὸ μονοπάτι, φτάνει κανείς στὸν αὐχένα τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου καὶ ἀγναντεύει τὸ Θρᾳκικὸ πέλαγος καὶ τὸν ὅρμο τῆς Μονῆς Βατοπεδίου.

Μετόχια τῆς Μονῆς ἀναφέρονται στὸ Κυπριάνσκι τῆς Βεσσαραβίας, στὴν Δυτικὴ Χαλκιδική, στὴν Νάουσα, στὴν Σιθωνία, στὰ Ὀρμύλια. Τὸ μετόχι τῆς Ὀρμύλιας διεκδικοῦσε καὶ ἡ Μονὴ Βατοπεδίου, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐπικυρώθηκε τὸ 1805· πρόκειται γιὰ τὸ σημερινὸ κοινόβιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, μετόχι τῆς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...