Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

ΜΟΝΗ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ

 

Ὰπὸ τὴν πλατεῖα τοῦ Πρωτάτου, ἀκολουθοῦμε τὸ λιθόστρωτο δρόμο ποὺ ξεκινάει στὸ μέσον τῆς νότιας πλευρᾶς τῆς πλατείας, περνάμε μπροστὰ ἀπὸ τὸν Ἀστυνομικὸ Σταθμό, τὸν φοῦρνο, πάνω ἀπὸ ἕνα πέτρινο γεφυράκι, καὶ σὲ πέντε λεπτὰ φτάνουμε στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου. Τὸ σπίτι ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ φράχτη εἶναι τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τοῦ Μακρή, καὶ σήμερα χρησιμοποιεῖται ὡς κοιμητηριακὸς ναός.

Ἡ Μονή, φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε ἤδη ἀπὸ τὸ 988. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὡς κτήτορά της τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιο τὸν Α΄ τὸν Κομνηνό (1081-1117), ὁ ὁποῖος πράγματι ἔκανε μεγάλες δωρεές. Τὸ 1316, ἡ Μονὴ κατείχε τὴν δέκατη ἕβδομη θέση στὴν ἱεραρχία τῶν ἁγιορείτικων Μονῶν. Ἄλλη παράδοση, συνδέει τὸ ὄνομά της μὲ τὴν οἰκογένεια Kutlumus, ποὺ συνδεόταν μὲ τοὺς Σελτζούκους σουλτάνους τοῦ Ἰκονίου, καὶ πιστεύει ὅτι κτήτορας τῆς Μονῆς εἶναι ὁ Κωνσταντῖνος, ἐκχριστιανισθείς γιὸς τοῦ Ζεντὶν Β΄. Ἡ Μονή, ὑπέστη σοβαρὲς ζημιὲς ἀπὸ τοὺς Καταλανοὺς πειρατές, καθὼς καὶ ἀπὸ τοὺς λατινόφρονες ὁπαδοὺς τοῦ Μιχαήλ Η΄ τοῦ Παλαιολόγου (1261-82). Τότε, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, θανατώθηκαν μὲ ἀπαγχονισμὸ πολλοὶ πατέρες τῆς Μονῆς καὶ ἐνταφιάστηκαν πίσω ἀπὸ τὸ Καθολικό. Τὸ 1263, ὁ Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, παραχώρησε στὴν Μονὴ τὸ μονύδριο τοῦ Προφήτη Ἠλία καὶ τὸ 1287 τὴν ἐγκαταλειμμένη Μονὴ Σταυρονικήτα. Τὸ 1369, ὁ Σέρβος ἡγεμόνας Ἰωάννης Οὔγγλεσης, ἀγόρασε ἀπὸ τὴν Μονὴ Παντοκράτορος κτήματα στὴν περιοχή τῶν Σεῤῥῶν καὶ τὰ χάρισε στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου. Μεταξύ τῶν δύο Μονῶν ἀναπτύχθηκαν στενὲς πνευματικὲς σχέσεις. Τὸ 1334, μὲ ἀπόφαση τῶν Ἁγιορειτῶν ἡγουμένων, προσαρτήθηκαν στὴν Μονὴ τὰ ἀρχαῖα μονύδρια τοῦ Φιλαδέλφου καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἀναπαυσιᾶς. Τὸ 1428, προσαρτήθηκε τὸ μονύδριο τοῦ Ἀλυπίου. Στὴν Μονή, ἀνῆκει ἐπίσης τὸ μονύδριο τοῦ Γομάτου, εἰκοστὸ τέταρτο στὴν ἱεραρχία τὸ 1316, ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὸ σημερινὸ Κελλί τῆς Μεγάλης Παναγίας. Μεγάλη ἀκμὴ γνώρισε ἡ Μονὴ ἐπὶ ἡγουμενίας τοῦ Χαρίτωνος ἀπὸ τὴν Ἴμβρο, σὲ βαθμὸ ποὺ ἦταν γνωστὴ καὶ ὡς Μονὴ τοῦ Χαρίτωνος. Ὁ Χαρίτων στράφηκε πρὸς τοὺς ἡγεμόνες τῆς Οὐγγροβλαχίας, Ἀλέξανδρο Μπασαράμπ καὶ Ἰωάννη Βλαδισλάβο, ποὺ ἐνίσχυσαν οἰκονομικὰ τὴν Μονή, καὶ θεωροῦνται νέοι κτήτορες. Ὁ Βλαδισλάβος, ἄσκησε πιέσεις νὰ μετατραπεῖ ἡ Μονὴ σὲ ἰδιόῤῥυθμη ὥστε νὰ διευκολυνθεῖ ἡ ἐγκατάσταση Βλαχορουμάνων μοναχῶν. Ὁ Χαρίτων, ἀναγκάστηκε νὰ δεχτεῖ, ἐξασφαλίζοντας ὅμως ὅτι ἡ Μονὴ θὰ παρέμενε ἑλληνική. Τὸ 1372, ὁ Χαρίτων, χειροτονήθηκε μητροπολίτης Οὐγγροβλαχίας ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἅγιο Φιλόθεο Κόκκινο ποὺ ἑορτάζει στὶς 11 Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ ἐξακολούθησε νὰ ἀσκεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ ἡγουμένου. Διάδοχός του ἦταν ὁ Βλάχος ἡγούμενος Μελχισεδέκ, ποὺ αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ τοὺς Τοῦρκους. Τὸ 1393, ἡ Μονὴ ἀνακηρύχθηκε πατριαρχικὴ καὶ σταυροπηγιακή. Τὴν πορεῖα τῆς ἀκμῆς της, ἀνέκοψε ἡ πυρκαγιὰ τοῦ 1497, ἀλλὰ δωρεὲς ἡγεμόνων τῶν παραδουνάβιων χωρῶν βοήθησαν στὴν ἀνάκαμψή της. Ἀπὸ τὸ 1574, ἡ Μονὴ κατέχει τὴν ἕκτη θέση στὴν ἱεραρχία τῶν ἁγιορείτικων Μονῶν. Καταστροφικὴ ὑπῆρξε ἡ πυρκαγιὰ τοῦ 1767. Τὴν ἀνοικοδόμηση καὶ ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς ἀνέλαβε τότε ὁ πρώην πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος ὁ Γ΄, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ μετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο. Τὸ 1856, ὁ ῥωσσικὸς παράγοντας, ἐπιχείρησε ἀνεπιτυχῶς νὰ ἐφαρμόσει σχέδιο γιὰ τὸν ἐκρωσσισμὸ τῆς Μονῆς. Τὴν ἴδια χρονιά, μὲ ὁμόφωνη αἴτηση τῶν πατέρων πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἡ Μονὴ ἐπανέκαμψε στὸ κοινοβιακὸ σύστημα. Στὴν δεκαετία τοῦ 1970, ἐπανδρώθηκε ἀπὸ νέα συνοδεῖα, μὲ ἡγούμενο τὸν ἀρχιμανδρίτη Χριστόδουλο.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Χαρίτωνα καὶ τὸν πατριάρχη Ματθαῖο Γ΄, στὴν Μονὴ ἐγκαταβίωσε ὁ λόγιος μοναχός Βαρθολομαῖος ἀπὸ τὴν Ἴμβρο στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος, διδάσκαλος καὶ διορθωτῆς λειτουργικῶν κειμένων. Στὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, μόνασε ὁ Ἅγιος Νέος Ὁσιομάρτυς Κυπριανός ποὺ μαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη στὶς 5/7/1679. Ἐκεῖ ἐπίσης ἐγκαταβίωσαν οἱ Ἅγιοι Νέοι Ὁσιομάρτυρες· Λουκᾶς ὁ Μυτιληναίος ποὺ μαρτύρησε στὴν Μυτιλήνη τὸ 1802 καὶ  Εὐθύμιος Ἰβηροσκητιώτης, ποὺ μαρτύρησε τὸ 1815 στὴν Κωνσταντινούπολη. Σὲ καλύβη τῆς κουτλουμουσιανῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, μόνασε ὁ Ἅγιος Νέος Ὁσιομάρτυς Γεράσιμος ποὺ μαρτύρησε στὶς 3/7/1812 στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὸ Κελλὶ Παναγούδα τῆς Μονῆς, ἐγκαταβίωσε τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ὁ Ὅσιος Παΐσιος ποὺ ἐκοιμήθη στὶς 12/7/1994.

Στὴν Μονή, φυλάσσεται τεμάχιο τοῦ Τιμίου Ξύλου, τὸ ἄφθορο πόδι τῆς Ἁγίας Θεοπρομήτορος Ἄννης, τὸ χέρι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ ἡ κάρα τοῦ Ὁσίου Ἀλυπίου τοῦ Κιονίτου. Φυλάσσονται ἐπίσης μεταξὺ ἄλλων, τμήματα τῶν τιμίων λειψάνων τῶν Ἁγίων· Τιμοθέου, Παντελεήμονος, Παναγιώτου Νεομάρτυρος τοῦ Καισαρέως, Νείλου τοῦ Ἀθωνίτου, Κηρύκου, Τρύφωνος, Ἰακώβου τοῦ Πέρσου, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Χαραλάμπους, Παρασκευῆς καὶ Ματρώνης.

***

Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς, ὑπάρχει ὡραία ναόσχημη κρήνη τοῦ 19ου αἰῶνος μὲ θολωτὸ ἐπιστέγασμα, ποὺ στηρίζεται σὲ κίονες. Ἡ ἀνάγλυφη πλάκα εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ περίτεχνες στὸ Ἅγιον Ὄρος· ὁ θόλος ἔχει ζωγραφισμένη μπαρὸκ διακόσμηση. Διακρίνονται τὰ ἄνθη στὰ σφαιρικὰ τρίγωνα. Ἡ βόρεια καὶ ἡ δυτικὴ πλευρὰ τῆς Μονῆς, διατηροῦν τὸν αὐστηρό ὀχυρωματικό χαρακτήρα τους. Ἡ ἀνατολικὴ πλευρά, ποὺ βλέπει στὴν θάλασσα, ἔχει σαχνισιὰ καὶ ἐξώστες. Ἡ κύρια εἴσοδος βρίσκεται στὴν βόρεια πτέρυγα, στὴν στέγη τῆς ὁποίας προβάλλουν οἱ ῥοδόχρωμοι τροῦλλοι τῶν παρεκκλησίων τῶν Ἁγίων Πάντων καὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ἔχει προστύλιο τοῦ 1891 μὲ ἰσόδομη τοιχοποιΐα καὶ κίονες, ἀνάλογο μὲ ἐκεῖνο τῆς Μονῆς Ἰβήρων, ἀλλὰ σὲ μικρότερη κλίμακα. Περνάμε τὸ θολωτὸ διαβατικό, βρισκόμαστε στὴν αὐλή καὶ βλέπουμε τὴν πρόσοψη τοῦ Καθολικοῦ. Ἡ αὐλὴ εἶναι πλακοστρωμένη καὶ ὄχι πολύ εὐρύχωρη, ἡ κάτοψή της σχηματίζει τραπέζιο. Ἡ νότια πτέρυγα εἶναι τετραώροφη μὲ τοξωτὰ ἀνοίγματα καὶ κεραμοπλαστικὸ διάκοσμο, ἀναστηλώθηκε τὴν περίοδο 1980-2000. Ἐκεῖ βρίσκεται τὸ ἀρχονταρίκι. Ἡ βόρεια πτέρυγα τοῦ 1890, ἀναστηλώθηκε πρόσφατα γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστοῦν προβλήματα καθίζησης τοῦ ἐδάφους. Ἡ τετραώροφη ἀνατολικὴ πτέρυγα ἐπίσης ἔχει τοξωτὰ ἀνοίγματα. Οἰκοδομήθηκε τὸ 1767 ἀπὸ τὸν πρώην πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ματθαῖο τὸν Γ΄, καταστράφηκε ἀπὸ πυρκαγιὰ τὸ 1980, ἀνακαινίστηκε καὶ ἐγκαινιάστηκε ἀπὸ τὸν πατριάρχη Βαρθολομαῖο τὸν Α΄ τὸ 1992. Πάνω ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ διαβατικοῦ, ὑπάρχει ἕνα λουλακὶ σαχνισί, καὶ δίπλα στὴν πύλη βρίσκεται ἐντοιχισμένη ἐπιτύμβια στήλη τοῦ 2ου αἰῶνος. Στὴν δυτικὴ πτέρυγα βρίσκεται ἡ τράπεζα καὶ τὸ μαγειρεῖο, ἡ πτέρυγα αὐτήμ ἀναστηλώθηκε μετὰ τὴν πυρκαγιά τοῦ 1856. Στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία ὑψώνεται ὁ πύργος. Χτίστηκε τὸ 1508, στὴν θέση παλαιότερου πύργου τοῦ 14ου αἰῶνος ποὺ ἴσως καταστράφηκε στὴν πυρκαγιά τοῦ 1497. Τὸ ἰσόγειο καὶ ὁ 1ος ὅροφος ἔχουν θολωτή ὁροφή, οἱ ὑπόλοιποι ἔχουν ξύλινη ὁροφὴ καὶ δάπεδο. Ἡ στέγη καλύπτεται μὲ σχιστολιθικὲς πλάκες. Στὴν δυτικὴ ὄψη ὑπάρχει μικρή καταχύστρα. Στὴν βόρεια ὄψη ὑπάρχει μεγαλύτερη καταχύστρα, μὲ κεραμοπλαστικὸ διάκοσμο, ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω εἶναι ἕνας ξύλινος ἐξώστης. Στὸν πάνω ὅροφο τοῦ πύργου βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων, οἱ εἰκόνες τοῦ τέμπλου χρονολογοῦνται ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος. Δίπλα στὸν ἀμυντικό πύργο, στὴν νότια πλευρά, βρίσκεται τὸ καμπαναριὸ τοῦ 1808. Ἡ φιάλη τοῦ 1813 εἶναι φτιαγμένη ἀπὸ τηνιακὸ μάρμαρο, βρισκόταν αρχικά νοτιοδυτικὰ τοῦ Καθολικοῦ, ἐκεῖ ὅπου σήμερα βρίσκεται τὸ στρογγυλό κτίσμα μὲ τὴν ἀσυνήθιστη μαστοειδὴ στέγη. Γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστοῦν ζημιὲς ποὺ ὑπέστη λόγω καθίζησης τοῦ ἐδάφους, ἀποσυναρμολογήθηκε καὶ ἐπανατοποθετήθηκε στὴν σημερινή της θέση, ὅπου παλαιότερα ὑπῆρχε πελώρια κληματαριὰ μὲ κρεβατίνα ποὺ ἁπλωνόταν σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῆς βόρειας πτέρυγας. Ἡ θολωτὴ μολυβδοσκέπαστη ὁροφή, στηρίζεται σὲ δέκα κιονίσκους. Δὲν ἔχει τοιχογραφίες, ἀλλὰ τὰ θωράκιά της φέρουν ἐνδιαφέροντα μπαρὸκ διάκοσμο. Τὸ στρογγυλὸ κτίσμα εἶναι παρεκκλήσιο τιμῶντας τὸ ἁγίασμα ποὺ ἀναβλύζει στὸ σημεῖο αὐτό. Δίπλα στὴν φιάλη, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Καθολικοῦ, βρίσκεται ἡ τράπεζα, ποὺ ἐφάπτεται στὸν ὀχυρωματικὸ περίβολο. Ἡ κάτοψή της ἔχει σχῆμα Γ  καὶ ἀπολήγει σὲ κόγχη στὸ δυτικὸ ἄκρο. Τὸ δάπεδο εἶναι μαρμάρινο, τὰ τραπέζια ξύλινα. Οἰκοδομήθηκε τὸ 1767 ἀπὸ τὸν πρώην πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ματθαῖο Γ΄. Ὁ ἀρχικός της διάκοσμος δὲν διασώθηκε. Πρόσφατα ἀνακαινίστηκε, καὶ αγιογραφήθηκε ἀπὸ ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς.

Τὸ Καθολικό, βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς αὐλῆς. Χτίστηκε τὸ 1540, ἐπὶ ἡγουμενίας Μαξίμου, στὴν θέση παλαιότερου Καθολικοῦ τοῦ 1369 καὶ εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτήρος. Ἡ αφιέρωσή τοῦ ἀπηχεῖ τὴν κεντρικὴ θέση ποὺ κατεῖχε ἡ δεσποτική αὐτὴ ἑορτή, μεταξὺ τῶν ἡσυχαστῶν τῆς ἐποχῆς. Ἔχει πέντε τρούλλους καὶ εἶναι μολυβδοσκέπαστο. Στὶς ἐξωτερικὲς ὄψεις εἶναι ἐντοιχισμένα κεραμικὰ Ἰζνίκ, καὶ κάποια τμήματα ὅπου ὁ σοβὰς ἔχει ἀποξεστεῖ, ἀποκαλύπτουν ἐνδιαφέρουσα κεραμοπλαστικὴ τοιχοποιΐα.

ἐξωνάρθηκας εἶναι ὑαλόφρακτος, ἐκτείνεται στὴν δυτικὴ πλευρά, καὶ σὲ τμήματα τῆς βόρειας. Οἱ τοιχογραφίες ἔγιναν μὲ δαπάνη τοῦ ἱερομονάχου Ἡσαΐα, τὸ 1744. Ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι συμβαῖνει σὲ ἄλλους ἐξωνάρθηκες, οἱ τοιχογραφίες δὲν εἰκονίζουν σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη. Στὸ δεξί τμῆμα τοῦ δυτικοῦ τοίχου εἰκονίζεται τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων. Στὸν βόρειο τοῖχο, δίπλα στὴν εἴσοδο τοῦ παρεκκλησίου τῆς Φοβερᾶς Προστασίας, εἰκονίζονται οἱ κτήτορες. Στοὺς τρεῖς θόλους τῆς δυτικῆς πλευρᾶς εἰκονίζονται· στὰ ἀριστερὰ ἡ Δευτέρα Παρουσία, στὸ κέντρο ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος καὶ στὰ δεξιὰ ἡ Βάπτιση καὶ ἡ Ζωοδόχος Πηγή, πάνω ἀπὸ μία μαρμάρινη λεκάνη ἁγιασμοῦ. Στοὺς δύο θόλους τῆς βόρειας πλευρᾶς, εἰκονίζονται ἡ Θεοτόκος μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος κουβαλάει στοὺς ὤμους ἕνα ξύλινο τάλαντο, καὶ ὁ Χριστὸς ἔνθρονος καὶ περιβαλλόμενος ἀπὸ Χερουβεὶμ καὶ Σεραφείμ. Γύρω στὸν θόλο μὲ τὸν ἔνθρονο Χριστό, εἰκονίζεται ὁ ζωδιακὸς κύκλος καὶ στὰ σφαιρικὰ τρίγωνα τῆς βάσης του εἰκονίζεται ἡ παράσταση τοῦ· «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐν χορδαῖς καὶ κυμβάλοις». Ὅπως καὶ στὴν ἀντίστοιχη παράσταση τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῆς Κουκουζέλισσας στὴν Μεγίστη Λαύρα, οἱ χορευτὲς καὶ οἱ χορεύτριες φοροῦν τοπικὲς ἐνδυμασίες τῆς ἐποχῆς. Ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ ἀπεικόνιση τῶν μουσικῶν ὀργάνων –κρουστά, ταμπουρᾶς, εἶδος ἀκορντεόν. Ἰδιαίτερα ἀξιοπρόσεχτες εἶναι οἱ μορφὲς τοῦ νεαροῦ ποὺ παίζει ἅρπα καὶ τῆς γυναίκας μὲ τὸ ντέφι.

 Ἡ λιτὴ καὶ ὁ κυρίως ναός, εἶναι κατάγραπτοι μὲ τοιχογραφίες, σύγχρονες τοῦ Καθολικοῦ, οἱ ὁποίες ἀκολουθοῦν τὴν τεχνοτροπία τῆς Κρητικῆς Σχολῆς. Οἱ περισσότερες ἔχουν ἐπιζωγραφιστεῖ στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνος. Στὸν δυτικό τοῖχο τῆς λιτῆς πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο, εἰκονίζεται τὸ μαρτύριο τῶν Ἁγίων Πέντε Μαρτύρων καὶ ὑψηλότερα, ἂν καὶ δυσδιάκριτη, ἡ κοίμηση τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Μαρτύρια ἄλλων Ἁγίων –Πρόβου καὶ Ταράχου, Δόμνας, Ἀναστασίας τῆς Ῥωμαίας-, εἰκονίζονται στοὺς ἄλλους τοίχους· στοὺς κίονες τῆς λιτῆς βρίσκονται φορητές εἰκόνες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου στὰ ἀριστερὰ, καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου μὲ τὸν Νεομάρτυρα Κυπριανὸ στὰ δεξιὰ. Στὸν βόρειο τροῦλλο εἰκονίζεται ὁ Τίμιος Πρόδρομος, στὸ νότιο τροῦλλο ἡ Θεοτόκος. Στὸν ἀριστερὸ κίονα τοῦ κυρίως ναοῦ, μπροστὰ στὸ τέμπλο, βρίσκεται σὲ προσκυνητάρι ἡ φορητὴ εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτήρος, μὲ περίτεχνο ἀσημένιο πουκάμισο· στὴν ἀντίστοιχη θέση στὰ ἀριστερὰ ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου μὲ τὴν Σύναξη τῶν Ἀρχαγγέλων. Στοὺς δυτικοὺς κίονες βρίσκονται· στὰ δεξιὰ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ἀριστερὰ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἰκονίζει τὸν Ἰωςὴφ καθισμένο πάνω σὲ σαμάρι καὶ ἀφιερώνει μεγάλο τμῆμά της στὸ λουτρὸ τοῦ Θείου Βρέφους. Κάτω ἀπὸ τὴν εἰκόνα, ὑπάρχει γραφεῖο παλαιοῦ τύπου μὲ στόρι. Μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν Ἁγίων στὸν νότιο χορό, εἰκονίζεται ὁ Ἅγιος Γοβδελᾶς, καὶ πιὸ ψηλά ἡ Ἀναστήλωση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων καὶ ὁ Χριστός δωδεκαετὴς διδάσκων ἐν τῷ Ναῷ. Τὴν ἀντίστοιχη θέση στὸ βόρειο χορό καταλαμβάνει ἡ παράσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων ποὺ ψαρεύουν μὲ τὰ δίχτυα, καὶ ὁ Πέτρος εἰκονίζεται σχεδὸν γυμνὸς νὰ κολυμπάει πρὸς τὸν Χριστό. Ἐντυπωσιάζει ἡ τόλμη τῆς σύνθεσης, καθὼς μεγάλο τμῆμα τῆς ἐπιφάνειάς της καλύπτει τὸ ὁμοιόμορφο μπλὲ χρῶμα τῶν νερῶν. Ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακὸ εἶναι τὸ ὑψηλὸ ξυλόγλυπτο ἐπίχρυσο τέμπλο τῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰῶνος. Ἡ ἐπιφάνειά τοῦ δημιουργεῖ κάθετους κυματισμούς, ποὺ διασκεδάζουν τὸν ὄγκο ποὺ φέρει πλούσιο φυτικὸ διάκοσμο σὲ ἀλλεπάλληλες ζῶνες καὶ σκαλιστὲς παραστάσεις στὶς ποδιὲς κάτω ἀπὸ τὶς δεσποτικὲς εἰκόνες.

Ἐνσωματωμένο στὴν βόρεια πλευρὰ τοῦ Καθολικοῦ, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Φοβερᾶς Προστασίας τοῦ 1733, ὅπου φυλάσσεται ἡ ὁμώνυμη θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ 13ου αἰῶνος. Ἡ Θεοτόκος εἰκονίζεται νὰ κρατάεο στὸ ἀριστερὸ χέρι τὸ θεῖο Βρέφος, ποὺ εἶναι στραμμένο καὶ κοιτάζει τὸν Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος κρατά τὰ ὄργανα τοῦ Πάθους. Γύρω ἀπὸ τὴν Θεοτόκο καὶ τὸν Χριστό, εἰκονίζονται Προφήτες. Ἀπὸ θαῦμα τῆς εἰκόνας σώθηκε ἡ Μονὴ ἀπὸ ἐπιδρομὴ πειρατῶν, καθὼς ἡ Παναγία τὴν κατέστησε ἀόρατη γιὰ τοὺς ἐπιδρομεῖς. Στὸ τέμπλο τοῦ παρεκκλησίου βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ἐλεούσας, δῶρο τῆς Θεοδώρας, κόρης τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου Στ΄ Καντακουζηνού (1341-45), ἡ ὁποία ὑποχρεώθηκε σὲ νεαρὰ ἡλικία νὰ παντρευτεῖ τὸν σουλτάνο τοῦ Ἰκονίου Ὀρχάν.

Ὑπάρχουν ἐπίσης μέσα στὴν Μονή, τὰ παρεκκλήσια· τῆς Ἁγίας Ναταλίας στὸ ἡγουμενεῖο, ἔχει τοιχογραφίες καὶ ἀνακαινίστηκε τὸ 1873 ἀπὸ τὸν Γενικό Πρόξενο τῆς Ἑλλάδος Ἀλέξανδρο Μάνο, εἰς μνήμη τῆς συζύγου τοῦ Ναταλίας· τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων στὸ ἀρχονταρίκι καὶ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος.

Ὁ παλαιὸς κοιμητηριακὸς ναός τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων, βρίσκεται στὴν κορυφὴ ἑνὸς δασωμένου λόφου δυτικὰ τῆς Μονῆς. Σήμερα, λειτουργεῖ ὡς ἐξωκκλήσιο. Τὸ κτίσμα ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς λαϊκής ἀρχιτεκτονικῆς πρὶν ἀπὸ τὸν 18ο αἰῶνα. Εἶναι καμαροσκεπῆς καὶ ἔχει νάρθηκα καὶ κυρίως ναό. Στὸ ἱερό, βρίσκονται τοιχογραφίες τῆς Ἄκρας Ταπείνωσης καὶ τῆς Ἀποκαθήλωσης τοῦ 17ου αἰῶνος. Ὁ σημερινὸς κοιμητηριακὸς ναός-Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔχει ἐνσωματωμένο κελλί, καὶ χτίστηκε τὸ 1799. Δὲν εἶναι ἁγιογραφημένος. Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ὀστεοφυλάκιο βρίσκεται σὲ μικρὸ πρόσκτισμα στὴν βόρεια πλευρά, ἴσως σημαίνει ὅτι τὸ κελλὶ χτίστηκε ἀνεξάρτητα καὶ μόνο ἀργότερα χρησιμοποιήθηκε ὡς κοιμητηριακὸς ναός.

Στὴν βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς, φυλάσσονται περί τὰ ἑπτακόσια χειρόγραφα, ἀπὸ τὰ ὁποία τὰ ἑκατὸ εἶναι περγαμηνὰ καὶ εἰκονογραφημένα. ἀξιόλογο εἶναι τὸ χειρόγραφο τοῦ Βίου Ἰωσήφ, τοῦ 16ου αἰῶνος, μὲ λαϊκότροπες μινιατοῦρες, καὶ ὁ κώδικας 1677, ποὺ περιέχει τὶς τρεῖς λειτουργίες καὶ ἔχει διακοσμητικὰ κεφαλογράμματα. Μοναδικὸς εἶναι ὁ κώδικας 64, ποὺ περιέχει ποιήματα τοῦ Σουλτὰν Βαλίντι, γιοῦ τοῦ σούφι μυστικοῦ Τζελαλαντὶν Ῥοῦμι σὲ ἑλληνικὴ δημοτικὴ γλῶσσα τῆς ἐποχῆς ἀλλὰ γραμμένα μὲ ἀραβικὴ γραφή –τὸ ἀντίστοιχο τῶν καραμανλίδικων. Ἡ ὕπαρξή του στὴν Μονὴ Χαρίτωνος εἶναι εὐτυχῆς σύμπτωση, μιὰ καὶ ὁ Ῥοῦμι ἦταν ἀδελφικὸς φίλος μὲ τὸν ἡγούμενο Χαρίτωνα τῆς Μονῆς τῆς Σίλης, ἔξω ἀπὸ τὸ Ἰκόνιο καὶ λέγεται μάλιστα ὅτι ἡ μία ἀπὸ τὶς δύο σοροὺς στὸν τῦμβο τοῦ Ῥοῦμι εἶναι ἀκριβῶς τοῦ Χαρίτωνος, γιατὶ οἱ δύο φίλοι ἐπιθυμοῦσαν νὰ εἶναι κοντά καὶ μετὰ θάνατο.

***

Τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἀναπαυσιᾶς, στὴν δυτικὴ πλαγιὰ τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου τῆς χερσονήσου, χρησιμοποιεῖται ὡς δασόσπιτο ἀπὸ τοὺς ὑλοτόμους τῆς Μονῆς. Ἡ Μονὴ ἔχει κελλιὰ στὶς Καρυές, καὶ τέσσερα ἡσυχαστήρια στὴν περιοχὴ τῆς Καψάλας.

***

Ἀρσανὰς τῆς Μονῆς βρίσκεται στὴν ἀνατολικὴ ακτή, στὴν Καλιάγρα, ἀνάμεσα στὶς Μονές Ἰβήρων καὶ Σταυρονικήτα.

Πιὸ πέρα ἀπὸ τὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Ἰβήρων, πρὸς τὰ βόρεια, βρίσκεται τὸ παλαιό τελωνεῖο, ποὺ πρόσφατα ἀνακαινίστηκε.

Ἀκολουθῶντας τὸ παράκτιο μονοπάτι μὲ κατεύθυνση τὴν Μονὴ Σταυρονικήτα, φτάνει κανείς στὸν πύργο τῆς Καλιάγρας, ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Κουτλουμουσίου. Στὴν περιοχή ἴσως ὑπῆρχε ἀρχαῖο πόλισμα καὶ ἱερὸ τῆς Αρτέμιδας –Καλιάγρα=καλή ἄγρα=κυνήγι. Ἐντυπωσιάζουν οἱ κλιμακωτὲς στέγες τῶν τμημάτων τοῦ κτίσματος. Πρὸς βοῤῥὰ εἶναι ὁ πύργος. Δίπλα του τὸ Κάθισμα τῶν μοναχῶν μὲ τοὺς ἐξώστες. Δίπλα στὸ Κάθισμα εἶναι ὁ ναὸς τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων, καὶ δίπλα στὸν ναὸ τὸ μικρὸ κτῆριο στεγάζει τὸν ἐργάτη, τὸ βίντσι γιὰ τὴν ἀνέλκυση τῶν πλοιαρίων. Τὸ ἰσόγειο εἶναι ἐνιαῖο καὶ ἐπιτρέπει τὴν φύλαξη σκαφῶν. Ὁ πύργος μὲ κάτοψη 5,7Χ8 μέτρων καὶ ὕψος δεκαέξι μέτρων, χτίστηκε ἀπὸ τὸν Ῥουμάνο ἡγεμόνα Νεαγκόε Μπασαράμπ. Στὴν ἀνατολική του ὄψη ἔχει ἄνοιγμα γιὰ κανόνι. Ὁ ὅρμος τῆς Καλιάγρας ὁρίστηκε τὸ 985 νὰ εἶναι κοινοτόπιον πάντων τῶν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, δηλαδὴ κοινόχρηστος λιμένας. Ἔτσι, στὴν Καλιάγρα εἶχε ἀρσανόσπιτο τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τοῦ Πιθαρά, ποὺ βρισκόταν στὶς Καρυές. Τὸ 1422, ἡ Μονὴ Ἀλυπίου, ποὺ ἀργότερα ἐνσωματώθηκε στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου, παραχώρησε στοὺς μοναχούς τοῦ παλαιοῦ Ῥωσσικοῦ, ποὺ δὲν εἶχε διέξοδο στὴν θάλασσα, δικαίωμα νὰ ἔχουν ἐκεῖ ἀρσανὰ καὶ ἀποθῆκες.

***

Συνεχίζοντας τὸ μονοπάτι συναντάμε τὸ κουτλουμουσιανὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νεραντζῶνα. Αναφέρεται σὲ ἔγγραφο τοῦ 1313 ποὺ ἀφορᾶ στὴν ἐξαίρεσή του ἀπὸ τὴν Μονὴ Ἀλυπίου καὶ τὴν ὑπαγωγή του στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου. Στὴν θέση αυτή βρισκόταν μέχρι τὸν 10ο αἰῶνα τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς Γαλεάγρας ἢ Γαλαιάργας, τὸ ὁποῖο στὸ Τυπικό τοῦ Μονομάχου τοῦ 1046 κατέχει τὴν 14η θέση στὴν ἱεραρχία τῶν τότε Μονῶν. Τὸ μονοπάτι καταλήγει στὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα.

***

Μετόχια τῆς Μονῆς ἀναφέρονται στὶς Σέῤῥες, στὴν Ἄνδρο καὶ στὴν Ἴμβρο, στὸν Μαρμαρὰ τῆς Προποντίδας, στὴν Σάμο, στὴν Λήμνο, στὴν Κρήτη, στὴν Σιθωνία καὶ στὴν Σλατίνα τῆς Ῥουμανίας.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...