Κεφάλαιον ΛΒ΄. Εἰς τὴν Ῥουμάνικη Σκήτην τοῦ Προδρόμου.
1. Ἐβαδίζομεν δι’ ὁδοῦ βραχώδους καὶ ἀποκρήμνου, ἐφθάσαμεν εἰς σημεῖον ἔνθα ἐκ τοῦ ὕπερθεν ὄτους εἶχε σχηματισθῆ, ἐκ πτώσεως ἀπειραρίθμων χαλικίων, ἔδαφος ἐξ αὐτῶν, καὶ ἔπρεπε νὰ βαδίσω ἐπ’ αὐτῶν 100-120 μέτρα, καθ’ ὃν χρόνον ταῦτα ἀπετέλουν κλίσιν λίαν ἐπικλινῆ καὶ κάτωθεν αὐτῶν πρὸς τὴν θάλασσαν, ἐμεσολάβει κρημνός.
2. Μὲ τὴν ψυχὴν εἰς τὰ δόντια, ὡς κοινῶς λέγεται, διῆλθον τοῦ ἐπικινδύνου ἐκείνου μέρους καὶ εὑρέθην ἐπὶ ἐδάφους κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἦτον ὁμαλοῦ, ἐφάνη δὲ εἰς ἀπόστασιν τετάρτου ἐκεῖθεν ἡ τοῦ Προδρόμου Σκήτη. Μόλις διήλθομεν τοῦ ἐπικίνδυνου ἐκείνου μέρους, εἶπα εἰς τὸν παρακολουθοῦντα ὑπηρέτην νὰ ἐπανέλθη καὶ μόνος ἐξηκολούθησα τὸν δρόμον μου, καὶ μετ’ ὀλίγον εὑρισκόμην πρὸ τῆς Σκήτης τοῦ Προδρόμου.
3. Αὕτη δὲν ἀποτελεῖται ἐκ κελλίων, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἓν σύνολον μὲ τείχη περιμανδρωμένον. Εἰσέρχεταί τις διὰ τῆς εἰσόδου ἥτις, ὡς καὶ ἐν ταῖς Μοναῖς, ἀποτελεῖ τὴν μόνην εἴσοδον.
4. Τοῦ τύπου τούτου Σκῆται, ἐξ ὅσων εἴδομεν, εἶναι τὸ Σεράγι καὶ ἡ ἄνωθεν τοῦ Παντοκράτορος Ῥωσσική, καὶ ἡ τοῦ Προδρόμου.
5. Εἰσῆλθον εἰς αὐτήν μόλις ἀφίχθην καὶ ἐζήτησα τὸν Δικαῖον, ὅστις, μοῦ εἶπον εἰς γλῶσσαν ἐλαχίστην σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὴν ἑλληνικήν, ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, λειτουργούσῃ ἔτι, καὶ εἰσῆλθον εἰς αὐτὴν καὶ παρηκολούθουν τὴν ῥουμανιστὶ ψαλλομένην λειτουργίαν. Καθ’ ὅλα, ὡς παρετήρησα, ἔχουσι τὰς βυζαντινὰς συνηθείας ἐν τῇ λειτουργίᾳ ἐν μεταφράσει. Δὲν ἠννόουν τίποτε ἐκ τῆς λειτουργίας ἐκείνης. Ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ψαλῆ τό· «Ἄξιόν Ἐστιν», εἶδον περὶ τοὺς τριάκοντα μοναχούς, κατὰ τετράδας νὰ σταθῶσι μετ’ εὐλαβείας πρὸ τῆς Παναγίας καὶ εἰς ἄπταιστον ἑλληνικὴ νὰ ψάλλωσι τοῦτο. Μετ’ ὀλίγον δέ, ληξάσης τῆς λειτουργίας, ἠρώτησά τινα, γνωρίζοντα τὰ ἑλληνικά, διὰ ποῖον ψάλλωσιν ἑλληνιστὶ τό «Ἄξιόν Ἐστιν». Μοῦ ἀπήντησε δὲ οὗτος, ὅτι πρό τινων ἐτῶν ἐπεχείρησαν νὰ ζωγραφίσωσι τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ οἱ ζωγράφοι ἀπετύγχανον, καθ’ ὅσον ὅ,τι ἐζωγράφιζον τὴν μίαν ἡμέραν, τὴν ἄλλην τὸ εὕρισκον κατεστραμμένον καὶ τοῦτο διήρκεσεν ἐπὶ ἡμέρας πολλάς. Ὅτε ὁ Δικαῖος εἶδε καθ’ ὕπνον, ὅτι δὲν θὰ δεχθῆ ἡ Παναγία νὰ ἐκδοθῆ ἀντίτυπόν της, ἂν δὲν καθιερωθῆ νὰ ψάλληται Ἑλληνιστὶ τό· «Ἄξιόν Ἐστίν» καὶ ἔκτοτε καθιερώθη τοῦτο καὶ οὕτω ἐδέχθη καὶ ἡ Παναγία νὰ ἐκδοθῆ ἀντίτυπόν της. Ταῦτα λέγει ἡ παράδοσις.
6. Ἐξῆλθον εἶτα τῆς ἐκκλησίας. Ὁ Δικαῖος, γνωρίζων ὀλίγα ἑλληνικά, ἦλθε πρὸς ἐμέ, μὲ ὑπεδέχθη, μὲ ὡδήγησεν εἰς τὰ διαμερίσματά του καὶ μοῦ προσέφερε καφέ. –Πόθεν;, μοὶ λέγει. -Ἐκ τῶν Σκητῶν. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔφθασα εἰς Καυσοκαλύβια καὶ θὰ ἦτο ματαιοπονία πλέον νὰ ἐπανέλθω εἰς Δάφνην καὶ ἐπροτίμησα νὰ ἐπανέλθω εἰς Καρυὰς διὰ τῆς Λαύρας, ἄλλως ἤθελον νὰ ἐπισκεφθῶ καὶ τὴν ἰδικήν σας Σκήτην, καὶ διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐπροτίμησα τὴν ἐντεῦθεν ὁδόν.
7. Τὸν παρεκάλεσα νὰ μοὶ δώσει ἓν ζῶον νὰ μεταφέρει μέχρι Λαύρας, ὥραν ἀπέχουσαν ἐκεῖθεν, καὶ ἀμέσως διέταξε νὰ ἑτοιμασθῆ ἓν τοιοῦτον μετὰ καταλλήλου ἡμιονηγοῦ. Τὸν ἠρώτησα, ἐν τῷ μεταξύ, πῶς ἔχουσιν αἱ μετὰ τῆς Λαύρας σχέσεις των. -Ἄριστα, μοῦ ἀπαντᾶ, ἐκτελοῦμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας ὡς Σκήτη, εἴμεθα εὐπειθεῖς εἰς τὴν Μονήν μας, δὲν ἔχουμε κατακτητικὰς καὶ ἀνατρεπτικὰς τῆς καθεστηκυίας καταστάσεως βλέψεις ὡς οἱ Ῥῶσσοι καὶ συνεπῶς διάγωμεν ἥσυχα. Νὰ εἶσθε βέβαιος δὲν θὰ σᾶς δοθῆ ἡ εὐκαίρια νὰ ἀπασχοληθῆτε μὲ ἡμᾶς.
8. Τὸ ζῶον ἡτοιμάσθη καὶ εὐχαριστήσας καὶ ἀποχαιρετήσας τὸν Δικαῖον, κατῆλθον τοῦ διαμερίσματός του καὶ ἱππεύσας ἔξω τῆς Σκήτης, ἐτράπην πρὸς τὴν Λαύρα.
9. Ἡ Σκήτη τοῦ Προδρόμου ἔχει τοὺς καλλιτέρους ἡμιόνους ἐν Ἁγίῳ Ὄρει. Τὸ ζῶον ἐκεῖνο ἔτρεχε πολύ, μετὰ δυσκολίας τὸ παρηκολούθη ὁ ὁμιονηγός, καὶ οὕτω εἰς διάστημα μόλις τριῶν τετάρτων, ἔφθασα εἰς Λαύραν, βαδίζων ἐπὶ ὁδοῦ ἐπιπέδου καὶ ὁμαλῆς.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου