Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

ΜΟΝΗ ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ

 

Ὁ δρόμος ἀπὸ τὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Κωνσταμονίτου, ἀνηφορίζει πρὸς τὴν ἐνδοχώρα τῆς δυτικῆς ἀκτῆς καὶ ὁδηγεῖ στὴν Μονή, ποὺ βρίσκεται στὴν νοτιοδυτικὴ πλαγιὰ τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου τοῦ Κρειοβουνίου σὲ πλάτωμα μὲ πλούσια καὶ πυκνὴ βλάστηση, δίπλα σὲ φαράγγι στὸ ὁποῖο κυλὰ ἕνας χείμαῤῥος ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ πρὸς τὰ δυτικά, καὶ ἑνώνεται μὲ τὸ ῥέμα ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὴν Μονὴ Ζωγράφου. Στὴν περιοχή τοῦ χειμάῤῥου, σώζονται τμήματα τοῦ ὑδραγωγείου τοῦ ἀρχαίου πολίσματος.

Ἡ κάτοψη τῆς Μονῆς Κωνσταμονίτου σχηματίζει τετράπλευρο. Στὶς πτέρυγες ὑπάρχουν πρόβολοι ποὺ ἀντιστοιχοῦν στοὺς πύργους. Οἱ στέγες τῶν πτερύγων καλύπτονται μὲ κεραμίδια, μὲ ἐξαίρεση τοὺς τρούλλους τῶν παρεκκλησίων.

***

Πολλοὶ θρύλοι συνδέονται μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς καὶ τὴν ὀνομασία της. Κατὰ μία ἐκδοχή, ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Μέγα Κωνσταντίνο καὶ ὁλοκληρώθηκε ἀπὸ τὸν γιό του Κώνστα. Σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν παράδοση, γυρνώντας ἀπὸ τὴν Πάτρα καὶ τὴν Θήβα μὲ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἀνδρέου καὶ Λουκᾶ, ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος, σταμάτησε στὴν περιοχή, καὶ έχτισε τὸ πρῶτο Καθολικό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, τὸ παλαιὸ Καθολικό, ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἀρχαιότερους ναοὺς στὸν Ἄθω. Κατὰ μία ἄλλη ἐκδοχή, ἡ ονομασία τῆς Μονῆς προέρχεται ἀπὸ κάποιον μοναχὸ ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κασταμονῆ τῆς Παφλαγονίας στὴν Μικρὰ Ἀσία. Ὁρισμένοι, τέλος, θεωροῦν ὅτι ἡ ὀνομασία προέρχεται ἀπὸ τὸ Καστανέων Μονή.

Οἱ ἀρχαιότερες γραπτὲς ἀναφορὲς στὴν Μονή, ἀνάγονται στὸν 11ο αἰῶνα. Τὸ 1097, ἡγούμενός της ἦταν ὁ Ἱλαρίων, συγγενὴς τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου τοῦ Α΄ τοῦ Κομνηνοῦ. Τὸ 1276, ἡ Μονή, πυρπολήθηκε ἀπὸ τοὺς λατινόφρονες ὁπαδοὺς τοῦ πατριάρχου Βέκκου καὶ τοῦ Μιχαήλ τοῦ Η΄ τοῦ Παλαιολόγου. Οἱ ἀναφορὲς σὲ ἔγγραφα τοῦ 14ου αἰῶνος, ἀφοροῦν σὲ δικαστικοὺς ἀγῶνες γιὰ κτηματικὲς διαφορὲς μὲ τὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου, στὴν ὁποία τελικὰ ἐπιδικάστηκαν τὰ κτήματα. Ἐπὶ Ἀνδρονίκου τοῦ Β΄ τοῦ Παλαιολόγου, ἡ πριγκίπισσα τῆς Σερβίας Ἄννα Φιλανθρωπινή, δώρησε στὴν Μονή, τὸ μονύδριο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τοῦ Νεακίτου. Στὸ Γ΄ Τυπικό τοῦ Ἁγίου Όρους τοῦ 14ου αἰῶνος, ἡ Μονή, κατέχει τὴν δέκατη ἕκτη θέση ἀνάμεσα σὲ εἴκοσι πέντε Μονές. Ἡ Μονή, πυρπολήθηκε ἐκ νέου καὶ ανακαινίστηκε τὸ 1433 μὲ δαπάνες τοῦ Σέρβου ἀρχιστρατήγου Ῥάντιτς, ποὺ ἐκάρη μοναχός, καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ῥωμανός. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἡ Μονή, μόλις κατόρθωνε νὰ ἀντεπεξέρχεται στὴν βαριὰ φορολογία, καὶ ἡ οἰκονομική της θέση ἦταν τόσο δυσχερῆς, ὥστε ὁ μητροπολίτης Σάμου Ἰωσήφ, ποὺ τὴν ἐπισκέφθηκε τὸ 1666, βρήκε μόλις ἕξι μοναχούς. Τὸ 1717 κάηκε ἡ ἀνατολικὴ πτέρυγα, ποὺ οικοδομήθηκε ἐκ νέου ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Ἄνθιμο τὸ 1728. Τὸ 1799, ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης Νεόφυτος ὁ Ζ΄, επανέφερε μὲ σιγίλιό του τὴν Μονή στὸ κοινοβιακό σύστημα, μὲ ἡγούμενο καὶ πνευματικὸ τὸν Γαβριήλ. Λόγω ἔλλειψης πόρων, ἡ μετατροπὴ πραγματοποιήθηκε μόλις τὸ 1818. Μεγάλο τμῆμα τῆς βόρειας πτέρυγας ἀνακαινίστηκε μὲ συνδρομὴ τῆς κυρα-Βασιλικῆς, χριστιανῆς συζύγου τοῦ Ἀλὴ πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων. Ἡ ἀνακαίνιση συνεχίστηκε στὸ β΄ μισὸ τοῦ 19ου αἰῶνος, ἐπὶ ἡγουμενίας Συμεὼν τοῦ Σταγειρίτου, ὁ ὁποῖος οἰκοδόμησε καὶ τὸ σημερινὸ Καθολικό.

Ἐκτὸς ἀπὸ τμῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, στὴν Μονή, φυλάσσονται μεταξὺ ἄλλων, ἡ δεξιὰ χεῖρα τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τοῦ Πρωτομάρτυρος δῶρο τοῦ αὐτοκράτορος Θεοδοσίου τοῦ Μικρού, ἡ τιμία κάρα τοῦ Ἁγίου Βλασίου, τὸ ἥμισυ τῆς σιαγόνος τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, καὶ λείψανα τῶν Ἁγίων Μοδέστου, Θαλλελαίου καὶ Παρθενίου.

***

Ἡ εἴσοδος τῆς Μονῆς εἶναι στὸ μέσο τῆς νότιας πτέρυγας, ποὺ εἶναι καὶ ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ τῆς Μονῆς. Ὁ τροῦλλος ἐπάνω στὸν πύργο, ἀνῆκει στὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας τοῦ 1875, στὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο τοῦ ὁποίου βρίσκεται ἀντίγραφο τῆς ὁμώνυμης εἰκόνας. Ὁ τροῦλλος στὸ ὑπόλοιπο τοῦ πύργου στὴν νοτιοανατολικὴ γωνία, ἀνῆκει στὸ εὐρύχωρο παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, ποὺ χρησιμοποιήθηκε ὡς καθολικό, ὅσο χτιζόταν τὸ καθολικὸ τῆς Μονῆς. Τὸ διαβατικό, ἔχει θολωτὴ ὁροφή, καὶ μία δυτικότροπη παράσταση τῆς Παναγίας τῆς Πλατυτέρας, ἔργο τοῦ μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ τοῦ Καυσοκαλυβίτου. Ἡ αὐλὴ εἶναι μικρή, καὶ χωρίζεται ἀπὸ τὸ καθολικὸ σὲ δύο ἐπίπεδα. Τὸ νότιο τμῆμα εἶναι τὸ πιὸ εὐρύχωρο, τὸ βόρειο εἶναι μικρότερο καὶ σὲ χαμηλότερη στάθμη. Εὔρωστα ἀναῤῥιχητικὰ φυτὰ στὶς ἐσωτερικές ὄψεις τῶν πτερύγων, ἀπηχοῦν τὴν γύρω πυκνὴ βλάστηση μέσα στὴν Μονή. Στὴν στενότητα τῆς αὐλῆς ὀφείλεται ἡ ἀπουσία φιάλης. Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Καθολικό, βρίσκεται μία ἀξιόλογη κρήνη.

Τὸ Καθολικό, βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς αὐλῆς καὶ χτίστηκε τὸ 1867, στὴν θέση παλαιότερου ναοῦ. Ἀκολουθεῖ, σὲ γενικές γραμμές, τὴν τυπολογία τοῦ ἀθωνικοῦ ναοῦ. Ἔχει ὀκτὼ μολυβδοσκέπαστους τρούλλους. Ὁ κεντρικός, ὑψώνεται πολὺ ἐπάνω ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἡ τοιχοποιία τοῦ εἶναι ἰδιαίτερα ὄμορφη. Τὸ τέμπλο, φτιαγμένο ἀπὸ σκοῦρο γκρίζο μάρμαρο, εἶναι μεγαλοπρεπές. Τὸ μάρμαρο εἶναι ἀναπάντεχο ὑλικὸ μετὰ τὴν τριγύρω πλούσια βλάστηση, τὴν ἐποχὴ ὅμως ποὺ φτιάχτηκε τὸ τέμπλο, τὸ μάρμαρο στὶς περιοχές τοῦ ἀλύτρωτου ἑλληνισμοῦ, ἦταν ὑλικὸ ἐθνικιστικὰ φορτισμένο λόγω τῆς νεοκλασικῆς ἀρχιτεκτονικῆς ποὺ ταυτιζόταν μὲ τὸ ἔλεύθερο Βασίλειο τῆς Ἑλλάδος. Ἐσωτερικά, τὸ Καθολικό δὲν εἶναι τοιχογραφημένο, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα μικρό τμῆμα τοῦ κεντρικοῦ τρούλλου. Στὸν δυτικὸ τοῖχο τῆς Λιτῆς, ὑπάρχει μικρὸς ἔξώστης, ἀνάλογος μὲ ἐκεῖνον στὴν λιτή τοῦ Καθολικού τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου, ἀλλὰ χωρὶς διακόσμηση. Τὰ προσκυνητάρια τῆς λιτῆς ἔχουν ὡραίες ποδιές. Πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ κυρίως ναοῦ βρίσκεται Ἐσταυρωμένος μὲ λυπηρά. Στὸν ἀριστερὸ χορό, ἐκεῖ ποὺ κανονικὰ θα ἦταν ὁ θρόνος, βρίσκεται μόνο τὸ ἐρεισίνωτο, μὲ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, στάθηκε στὸ σημεῖο αὐτό. Ἡ ἀπουσία τοιχογραφιών ἀντισταθμίζεται ἀπὸ τὶς πολλὲς φορητὲς εἰκόνες. Τρεῖς ἀπὸ αὐτὲς ἔχουν ἰδιαίτερο ἱστορικὸ καὶ προσκυνηματικὸ ἐνδιαφέρον. Στὸ δεξιὸ προσκυνητάρι, βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, διαστάσεων 120Χ70 ἐκατοστῶν, χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν 8ο αἰῶνα καὶ φέρει ἴχνη βεβήλωσης –σχίσιμο στὸν ἀριστερὸ ὀφθαλμὸ τοῦ Ἁγίου, κάψιμο στὸ κάτω τμῆμά της- ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονομαχίας· σήμερα εἶναι ἐπενδυμένη μὲ ἀργυρὸ πουκάμισο τοῦ 1864. Στὸ ἀριστερὸ προσκυνητάρι, βρίσκεται ἡ θαυματουργὸς εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας, διαστάσεων 97Χ71 ἐκατοστῶν ποὺ βρισκόταν στὸν ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ δωρήθηκε στὴν Μονὴ ἀπὸ τὴν πριγκίπισσα Ἄννα τὸ 1360. Ἄλλη σημαντικὴ καὶ θαυματουργὸς εἰκόνα εἶναι ἐκείνη τῆς Παναγίας τῆς Ἀντιφωνήτριας, ἡ ὁποία, μετὰ ἀπὸ ἱκεσίες τοῦ δοχειάρη τῆς Μονῆς, γέμισε ἕνα δοχείο ἐννιακοσίων ὀκάδων μὲ λάδι τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Στεφάνου στὴν 1 Αὐγούστου τοῦ 1020.

Εντός τῆς Μονῆς βρίσκονται ἐπίσης τὰ παρεκκλήσια· τῶν Ἁγίων Πάντων στὴν νοτιοανατολική πτέρυγα καὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν βόρεια πτέρυγα.

Ἐκτὸς Μονῆς, βρίσκονται τὰ παρεκκλήσια· τῆς Παναγούδας –Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου- μὲ αξιόλογες βυζαντινές τοιχογραφίες, τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου μὲ ξυλόγλυπτο τέμπλο τοῦ 1670 στὴν θέση τῆς παλαιᾶς Μονῆς τοῦ Νεακίτου, καὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Στὰ νοτιοανατολικὰ τοῦ κτηριακοῦ συγκροτήματος, βρίσκεται ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων. Ἔχει κάτοψη τετράπλευρη καὶ στερεῖται τρούλλου· ἀξιόλογα εἶναι τὰ βημόθυρα, ποὺ διακοσμοῦνται μὲ λαϊκότροπες παραστάσεις καὶ δράκοντες.

Στὸ σκευοφυλάκιο, ποὺ βρίσκεται ἐπάνω ἀπὸ τὴν λιτή, φυλάσσονται ἄμφια, σταυροί, καὶ πολλὰ δισκοπότηρα. Ἕνα ἀπὸ αὐτά, εἶναι δῶρο τῆς κυρα-Βασιλικῆς· ἐπίσης ἕνας σταυρὸς βυζαντινὸς ἐξαιρετικῆς τέχνης καὶ ἕνα Εὐαγγέλιο μὲ ἐπίχρυσο κάλυμμα διαστάσεων 38Χ28 ἐκατοστῶν, ποὺ φέρει στὴν ῥάχη του τὴν ἐπιγραφή: 1820. Τὸ Εὐαγγέλιον κατεσκευάσθη εἰς Καλαῤῥύτας τῶν Ἰωαννίνων, χειρὶ Ἀθανασίου Νικολάου Τζιμούρη.

Τὸ καμπαναριό, εἶναι αὐτοτελές, τετραώροφο κτίσμα. Ἡ κάτοψή του εἶναι τετράγωνη καὶ τὰ ανοίγματα εἶναι διατεταγμένα συμμετρικὰ στὶς ὄψεις του. Βρίσκεται στὸ μέσον τῆς δυτικῆς πτέρυγας. Χτίστηκε τὸ 1820 καὶ εἶναι τὸ ὑψηλότερο κτίσμα τῆς Μονῆς.

Ἡ τράπεζα βρίσκεται στὴν δυτικὴ πτέρυγα, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Καθολικοῦ. Χτίστηκε τὸ 1871 στὴν θέση παλαιότερης. Δὲν εἶναι τοιχογραφημένη· ἔχει ξύλινη διακοσμημένη ὁροφή, καὶ ἀξιόλογες φορητές εἰκόνες.

Ἡ νέα βιβλιοθήκη βρίσκεται στὴν βόρεια πτέρυγα καὶ περιέχει πολλὰ ἔντυπα βιβλία. Στὸ ἀρχεῖο, φυλάσσονται κτητορικὰ ἔγγραφα, χρυσόβουλα, σιγίλια.

Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς περιλαμβάνουν ἕνα κελλί στὶς Καρυές, ἀφιερωμένο στοὺς Ἀθωνίτες Πατέρες, ποὺ χρησιμοποιεῖται ὡς ἀντιπροσωπεῖο καὶ δύο καθίσματα· τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ Παλαιοῦ Μύλου στὸν ἐπάνω ὅροφο τοῦ νερόμυλου ποὺ βρίσκεται ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο.

Μετόχια τῆς Μονῆς ἀναφέρονται στὴν Σιθωνία κοντὰ στὸ χωριὸ Παρθενῶνας καὶ στὶς Σέῤῥες. Μετόχι τῆς Μονῆς εἶναι ἡ γυναικεῖα Μονή τοῦ Ἁγίου Στεφάνου στὴν Περαία Θεσσαλονίκης.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...