ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ
Τὴν βραχώδη ἀκτή, ὅπου διακρίνεται μία ὄμορφη θαλασσοσπηλιά, μετὰ τὸν ἀρσανὰ τῆς Κωνσταμονίτου, διαδέχεται μία ἐκτεταμένη παραλία. Στὶς πλαγιές, στὴν ἀρχὴ τῆς παραλίας, στὴν τοποθεσία Πλατάνι, διακρίνεται ἕνας περιποιημένος ἐλαιῶνας. Τὸ ἀνακαινισμένο κτίσμα στὴν παραλία εἶναι οἱ Ἅγιοι Πάντες καὶ γύρω του βρίσκονται ἀμπελῶνες τῆς Μονῆς Δοχειαρίου. Ἡ ῥεματιά μετὰ τοὺς Ἁγίους Πάντες εἶναι ὁ Λάκκος τοῦ Καλλιγράφου. Στὴν ἐνδοχώρα, βρισκόταν τὸ μονύδριο τοῦ Καλλιγράφου, τὸ ὁποῖο ἐνσωματώθηκε στὴν Μονὴ Δοχειαρίου
Ἑπόμενη στάση τοῦ πλοίου, εἶναι ἡ Μονὴ Δοχειαρίου. Μία σειρὰ ἀπὸ κυπαρίσσια, ὁριοθετεῖ σὰν φράχτης τὴν βόρεια πλευρά της καὶ καταλήγει χαμηλὰ στὴν παραλία, σὲ μία συστάδα, ὅπου βρίσκεται ὁ κοιμητηριακὸς ναός, καὶ τὸ κοιμητήριο. Εἶναι χτισμένη σὲ ἐπικλινή πλαγιά, καὶ ἀλλεπάλληλοι ἐξώστες καὶ σαχνισιά, διασκεδάζουν τὴν αἴσθηση τοῦ ὀχυρωματικοῦ χαρακτήρα ποὺ ὑποδηλώνει ὁ ἐπιβλητικὸς πύργος καὶ ὁ ἀμυντικὸς πρόβολος μὲ τὶς ἀντηρίδες στὴν νοτιοδυτική γωνία. Στὴν ὄψη πρὸς τὴν θάλασσα, διακρίνεται κεραμοπλαστικὴ ἐπιγραφὴ μέσα στὴν τοιχοποιία. Τὸ συγκρότημα τοῦ ἀρσανὰ ἐκτείνεται στὴν παραλία. Εἶναι ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὸ μοναστηριακὸ συγκρότημα καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία κτήρια. Στὴν μέση εἶναι ὁ μεγάλος ἀρσανὰς μὲ πύργο –στοὺς πάνω ὁρόφους ὑπάρχουν χώροι διαβίωσης γιὰ μοναχούς. Στὴν πρόσοψη τοῦ πύργου διατηροῦνται οἱ καταχύστρες. Ἀριστερά, εἶναι ὁ μικρὸς ἀρσανάς, τὸ ἰσόγειό του χρησιμοποιεῖται ὡς λεμβοστάσιο, ὁ ὅροφος ὡς ἐργατόσπιτο. Δεξιὰ τοῦ μεγάλου ἀρσανά, βρίσκεται ἕνα διώροφο ἐργατόσπιτο, ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 18ου αἰῶνα. Σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῆς πρόσοψής του ἐκτείνεται φαρδύς, σκεπαστὸς ἐξώστης, ποὺ στηρίζεται σὲ λιθοδομὴ μὲ διαδοχικὰ τόξα. Δίπλα εἶναι μία κρήνη.
Ἡ κάτοψη τῆς Μονῆς, σχηματίζει ἀκανόνιστο πεντάγωνο καὶ οἱ πτέρυγές της ἀνάγονται σὲ διάφορες οἰκοδομικὲς φάσεις. Τὸ κάτω μέρος τῆς δυτικῆς καὶ τμῆμα τῆς βόρειας πτέρυγας, χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸν 11ο ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 12ου αἰῶνα. Ἡ νότια πτέρυγα ἀνακαινίστηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰῶνα, ἐνῶ ἡ βορειανατολικὴ ὁλοκληρώθηκε τὸν 18ο αἰῶνα.
***
Σὲ ἔγγραφο τοῦ 1038, ἡ Μονὴ Δοχειαρίου ἀναφέρεται ὡς Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, Δοχειαρίου καὶ Δάφνης. Ἡ δεύτερη ὀνομασία ἀναφέρεται στὸ διακόνημα τοῦ κτήτορος Ὁσίου Εὐθυμίου, ὁ ὁποῖος εἶχε διατελέσει συνασκητὴς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου καὶ δοχειάρης, ἐπιστάτης δηλαδὴ τῶν ἀποθηκῶν-οἰκονόμος, στὴν Μεγίστη Λαύρα.
Ἡ τρίτη ὀνομασία, ἀναφέρεται στὴν τοποθεσία τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία ἱδρύθηκε στὸν λόφο πάνω ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Δάφνης, στὴν ἀρχὴ τοῦ δρόμου πρὸς Σιμωνόπετρα. Τὸ 1044, ἡ Μονὴ λεηλατήθηκε καὶ καταστράφηκε ἀπὸ Ἀγαρηνοὺς πειρατές. Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος, μαζὶ μὲ τοὺς λίγους μοναχοὺς ποὺ διασώθηκαν, ἐγκαταστάθηκαν, ἀρχικὰ σὲ ὀρεινὴ τοποθεσία ψηλότερα ἀπὸ τὸν χώρο τῆς σημερινῆς Μονῆς, τὸν ὁποῖο ἀγόρασαν λίγο ἀργότερα ἀπὸ τὴν Μονὴ Ξενοφῶντος. Ἡ ἀλλαγὴ τῆς ἐπωνυμίας σὲ Μονὴ τῶν Ἀρχιστρατήγων, πιστοποιείται ἤδη ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ ἡγουμένου της στὸ Τυπικό τοῦ Μονομάχου (1045/6), στὸ ὁποῖο ἡ Μονὴ κατέχει τὴν 24η θέση στὴν ἱεραρχία. Τὴν Μονὴ βοήθησε οἰκονομικὰ ἡ αυτοκράτειρα Εὐδοκία, σύζυγος τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Ι΄ τοῦ Δούκα, καθὼς καὶ οἱ γιοί της, Ἀνδρόνικος καὶ Μιχαὴλ ὁ Ζ΄ ὁ Παραπινάκης (1071-1078), καθὼς καὶ ὁ Ῥωμανὸς ὁ Δ΄ ὁ Διογένης. Τὸ 1078, ἔφτασε ἐκεῖ ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου, πατρίκιος Νικόλαος, ὁ ὁποῖος ἔχαιρε τῆς εὔνοιας τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου τοῦ Βοτανειάτη (1078-1081). Ἐκάρη μοναχός, ἔλαβε τὸ ὄνομα Νεόφυτος καὶ διαδέχτηκε τὸν Εὐθύμιο στὴν ἡγουμενία.
Ἀπὸ τὰ διάφορα ἀθωνικὰ Τυπικά, φαίνεται ὅτι ἡ Μονὴ Δοχειαρίου γνώρισε τὴν μεγαλύτερη ἀκμή, κατὰ τοὺς πρώτους τρεῖς αἰῶνες τῆς ἱστορίας της. Τὸν 14ο αἰῶνα, ἀντιμετώπισε δυσχέρειες καὶ ενισχύθηκε ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Ε΄ τὸν Παλαιολόγο καὶ τὸν Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Δουσάν. Ἐκείνη τὴν ἐποχή, προσαρτήθηκε στὴν Μονὴ Δοχειαρίου ἡ Μονὴ τοῦ Καλλιγράφου. Τὸν 15ο καὶ 16ο αἰῶνα ἡ Μονὴ ἐρημώθηκε. Ἀνακαινίζεται τὸ 1568 μὲ φροντίδα τοῦ ἱερέως Γεωργίου ἀπὸ τὴν Ἀνδριανούπολη, ὁ ὁποῖος θεραπεύτηκε θαυματουργικῶς, πίνοντας νερὸ ἀπὸ τὸ αγίασμα τῶν Ἀρχαγγέλων, καὶ ἐκάρη κατόπιν μοναχός, μὲ τὸ ὄνομα Γερμανός. Ἡ ἀνακαίνιση έγινε μὲ δαπάνη τοῦ ηγεμόνα τῆς Μολδαβίας Ἀλέξανδρου Λεπουσνεάνου καὶ τῆς συζύγου τῆς Ῥωξάνδρας, ἡ ὁποία ἐξαγόρασε ὑπὲρ τῆς Μονῆς μετόχια ποὺ εἶχαν καταπατήσει οἱ Τοῦρκοι. Τὴν γενικὴ ἐπιστασία τῆς ἀνακαίνισης, εἶχε ὁ πρώην ἐπίσκοπος Μολδοβλαχίας Θεοφάνης, ὁ ὁποῖος, μετὰ τὴν παραίτησή του, ἀσκήτευσε ἐκεῖ. Μετὰ τὴν καταστολὴ τῆς επανάστασης στὴν Χαλκιδικὴ τὸ 1821, ἡ Μονὴ λεηλατήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι πῆραν ὅλους τοὺς θησαυροὺς τοῦ σκευοφυλακίου. Ἡ Μονὴ ὑπῆρξε ἐπὶ αἰῶνες ἰδιόῤῥυθμος καὶ μετετράπη σὲ κοινοβιακή, μὲ σιγίλιο τοῦ οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Δημητρίου Α΄, ὅταν ἐπανδρώθηκε ἀπὸ τὴν συνοδεία τοῦ μακαριστοῦ ἡγουμένου παπα-Γρηγορίου Ζουμῆ.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἱερέα Γεώργιο καὶ τὸν ἐπίσκοπο Θεοφάνη, στὴν Μονὴ ἐγκαταβίωσαν γιὰ μεγάλα ἢ μικρὰ διαστήματα· ὁ Ὁσιομάρτυς Ἰωάννης ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε πρόδρομος τῶν ησυχαστών καὶ μαρτύρησε ἐπὶ Λατινοφρόνων τὸν 13ο αἰῶνα καὶ ὁ μαθητής του Ὁσιομάρτυς Γρηγόριος, ὁ Ὅσιος Γερμανὸς ὁ Μαρούλης, οἱ Ἅγιοι Νέοι Ὁσιομάρτυρες· Ἰάκωβος ποὺ μαρτύρησε στὸ Διδυμότειχο τὸ 1520, Ῥωμανὸς ποὺ μαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1694, Γεράσιμος ποὺ μαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1812 καὶ ὁ Εὐθύμιος ὁ Πελοποννήσιος ποὺ μαρτύρησε τὸ 1814. Στὸ μετόχι τῆς Μονῆς στὸ Σλίβεν τῆς Βουλγαρίας ἔζησε ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος ποὺ μαρτύρησε τὸ 1841.
Στὴν Μονὴ φυλάσσεται τμῆμα τοῦ τιμίου Ξύλου. Μεταξὺ τῶν πολλῶν λειψάνων φυλάσσονται τὰ τμήματα λειψάνων τῶν Ἁγίων· Χαραλάμπους, Μερκουρίου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Νείλου τοῦ Μυροβλύτου, Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου, Διονυσίου τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ, Μηνᾶ τοῦ Καλλικελάδου, Εὔπλου, Ἰακώβου τοῦ Πέρσου, Δαβὶδ Θεσσαλονίκης, Μαρίνης, Θεοδώρας Θεσσαλονίκης, Δισμυρίων Μαρτύρων τῶν ἐν Νικομηδείᾳ, ἡ κάρα τοῦ Νεομάρτυρος Γεωργίου καὶ ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου Φιλοθέου. Φυλάσσεται ἐπίσης μαντήλι βαμμένο μὲ τὸ αἷμα τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ῥωμανοῦ.
***
Ἀνεβαίνοντας τὸν ἀριστερὸ δρόμο ἀπὸ τὸν ἀρσανὰ, ὁ ἐπισκέπτης βρίσκεται μπροστὰ στὸν κοιμητηριακὸ ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Χτίστηκε τὸ 1894 ἐκ βάθρων στὴν θέση παλαιότερου ναοῦ ποὺ εἶχε ἐρειπωθεῖ. Ἀπὸ τὸν παλιό ναό σώζεται τὸ ὀστεοφυλάκιο, κάτω ἀπὸ τὸν σημερινό νάρθηκα. Ἐπιγραφὴ στὸ ἀέτωμα πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ νάρθηκα πληροφορεῖ ὅτι ἔγινε μὲ δαπάνη τῶν γερόντων Εὐθυμίου καὶ Πορφυρίου, ἀπὸ τὸν Πολίχνιτο Λέσβου. Ὁ ναὸς εἶναι τετράγωνος καὶ ἔχει ἡμισφαιρικὸ τρούλο. Στὴν κορυφὴ τοῦ τρούλου ὁ σταυρός στέκεται πάνω σὲ γαλάζια σφαίρα, προφανὴς ἐπίδραση ἀπὸ τὴν γειτονικὴ ῥωσικὴ Μονὴ Ἁγίου Παντελεήμονος. Τὸ καμπαναριό, νησιώτικου ῥυθμοῦ μὲ δύο τόξα, εἶναι πρόσφατη προσθήκη.
Ἀκολουθώντας τὸ καλντερίμι, ὁ ἐπισκέπτης περνὰ κάτω ἀπὸ μία πλούσια πέργκολα, δίπλα σὲ μία φοινικιά, μπροστὰ ἀπὸ ἕνα προσκυνητάρι μὲ μεγάλο ξύλινο σταυρό, καὶ τοιχογραφία ποὺ εἰκονίζει τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαὴλ νὰ διώκει τοὺς ἐπιδρομεὶς πειρατές, καὶ φτάνει στὴν κύρια εἴσοδο τῆς Μονῆς. Ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ ἀπὸ τὴν πύλη, ὑπάρχουν ὁλόσωμες μεγάλου μεγέθους ἀπεικονίσεις τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ. Δίπλα στὴν πύλη, στὰ ἀριστερά, βρίσκεται βρύση μὲ λιθανάγλυφο θραῦσμα (κεφαλή ταύρου, πλοχμός) σὲ δεύτερη χρήση. Ἡ ἐπιγραφὴ μοιάζει νὰ εἶναι συνέχεια τῆς ἀντίστοιχης στὴν βρύση δίπλα στὸ προσκυνητάρι μὲ τὸν σταυρὸ καὶ τὴν τοιχογραφία. Τὰ δύο θραύσματα μοιάζουν μὲ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἐντοιχισμένο στὸν ἐξωνάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ στὴν Μονὴ Βατοπεδίου. Ἡ πλήρης παράσταση φαίνεται στὴν σαρκοφάγο ποὺ ἐκτίθεται στὴν κεντρικὴ πλατεία τῆς Ἱερισσοῦ.
Ὁ πύργος πάνω ἀπὸ τὴν κύρια εἴσοδο εἶναι κτίσμα τῶν ἀρχῶν τοῦ 17ου αἰῶνα. Στεγάζει τὰ παρεκκλήσια τῆς Κοιμήσεως καὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν πύλη εἶναι τὸ κιόσκι ποὺ ἔχει ὡραῖα θέα καὶ πολλές ἤμερες καὶ χαδιάρες γάτες καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῶν τριῶν γυμνῶν ἀσκητῶν, τῶν Ὁσίων· Πέτρου, Ὀνουφρίου καὶ Μακαρίου τοῦ Ῥωμαίου. Τὸ διαβατικό εἶναι στρωμένο μὲ ὡραῖο καλντερίμι. Ἡ ὁροφή του ἔχει θόλο ὅπου εἰκονίζεται ὁ Χριστὸς Παντοκράτωρ. Ἄλλες τοιχογραφίες εἰκονίζουν τοὺς Ἁγίους· Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη, Ῥωμανό, Θεοφάνη, Διονύσιο τὸν ἐν Ὀλύμπῳ, καὶ τοὺς κτήτορες Εὐθύμιο καὶ Νεόφυτο. Εἶναι ἔργο τοῦ ἁγιογράφου μοναχοῦ Μακαρίου ἀπὸ τὴν Γαλάτιστα τῆς Χαλκιδικῆς, τὸ 1788. Στὸν ἀριστερὸ τοίχο ὑπάρχει σκαρίφημα ποὺ παριστάνει Ἀγαρηνὸ πειρατὴ μὲ ὑψωμένο γιαταγάνι.
Ἡ αὐλή εἶναι μικρή, λιθόστρωτη, καὶ λόγῳ τῆς κλίσης τοῦ εδάφους, σὲ πολλὰ επίπεδα. Στὸν μονόλιθο μαρμάρινο κίονα, στὰ δεξιά τῆς εἰσόδου τῆς αὐλῆς, διακρίνεται ἕνα μικρὸ ἐντοιχισμένο τοιχογράφημα τοῦ Χριστοῦ. Ἀνάμεσα σὲ λεμονιὲς καὶ νεραντζιές, βρίσκονται κιονόκρανα καὶ θραύσματα κιόνων. Παντοῦ ὑπάρχουν γλάστρες μὲ βασιλικούς, λουλούδια, βοκαμβίλιες, τὰ ὁποία μαρτυροῦν τὸ ἤπιο μικροκλίμα τῆς Μονῆς. Κιόσκι μὲ βοτσαλωτὸ δάπεδο βρίσκεται στὴν νότια πλευρὰ τοῦ Καθολικοῦ δίπλα στὴν κόγχη. Στὶς σοβαντισμένες ὄψεις τῶν πτερύγων ὑπάρχει κεραμοπλαστικὸς διάκοσμος καὶ ἐντοιχισμένα πιάτα. Ἐντυπωσιακὰ πολλὲς καμινάδες στὶς στέγες τῶν πτερύγων, ὑπενθυμίζουν ὅτι ἡ Μονὴ διετέλεσε ἰδιόῤῥυθμη. Στὸ ἀνώτερο ἐπίπεδο τῆς αὐλῆς, βρίσκεται τὸ ἡγουμενεῖο. Εἶναι βαμμένο σὲ χρῶμα μπλὲ λουλακί, καὶ ἔχει μαρμάρινο μπαλκονάκι μὲ ξύλινα κάγκελα. Τὰ ἐρειπιώδη σαχνισιὰ στὴν βορειανατολικὴ πτέρυγα, μαρτυροῦν τὸ μέγεθος τῆς ἀνακαίνισης ποὺ ἔλαβε χώρα. Ὅλος ὁ χῶρος ἔχει κάτι ἀπὸ τὸ μεράκι καὶ τὴν αἰσθητικὴ αἰγιοπελαγίτικου νησιοῦ.
Τὸ Καθολικό, δεσπόζει στὴν αὐλή. Εἶναι εὐρύχωρο καὶ ἰδιαίτερα ὑψηλό, καθὼς ἡ βάση τοῦ κεντρικοῦ τρούλου βρίσκεται σὲ ὕψος δεκαπέντε μέτρων ἀπὸ τὸ ἔδαφος, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἐμποδίζεται τὸ φυσικὸ φῶς ἀπὸ τὶς πτέρυγες. Στὴν τοιχοποιία του διακρίνονται κεραμοπλαστικοὶ διάκοσμοι καὶ ἐντοιχισμένα ἀρχαια θωράκια μὲ γεωμετρικὰ σχέδια καὶ παραστάσεις. Στὴν νότια ὄψη διακρίνεται ἀετός, στὴν βόρεια ὄψη παράσταση τῆς ἀναλήψεως τοῦ Μεγαλέξανδρου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν μεσαιωνική Φυλλάδα τοῦ Μεγαλέξανδρου. Εἶναι κτίσμα τοῦ 16ου αἰῶνα ποὺ ἀντικατέστησε τὸν παλαιότερο ναό τοῦ 11ου αἰῶνα. Κατὰ τὴν ἄποψη κάποιων μελετητῶν, ἡ ἀρχιτεκτονική του μὲ τὶς ἀντηρίδες καὶ τὴν ἀπουσία ἐξωτερικὰ τῶν ἁψίδων τῶν χορῶν, ἔχει πολλὰ κοινὰ μὲ ναοὺς τῆς Μολδαβίας.
Μπροστὰ στὴν εἴσόδο τοῦ Καθολικοῦ, ὑπάρχει ἐξωνάρθηκας. Τὸ δάπεδό του καλύπτεται ἀπὸ ἐξαιρετικῆς τέχνης βοτσαλωτό, ἐνῶ ἡ ὁροφή του ἀπὸ ξύλινο ταβάνι, μὲ γεωμετρικὴ διακόσμηση. Ὁ διάδρομος εἶναι κατάγραπτος μὲ τοιχογραφίες τοῦ 18ου αἰῶνα ποὺ ἀκολουθοῦν τὰ πρότυπα τῆς Μακεδονικῆς Σχολῆς, στὰ πλαίσια τῆς τάσης γιὰ επιστροφὴ στὴν παλαιολόγεια παράδοση.
Εἰκονίζονται μεταξύ ἅλλων, ὁ Ἅγιος Γεώργιος, ὁ ἄρχων Μιχαὴλ ὁ φύλαξ, ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ὁ Ἅγιος Δημήτριος, ἡ Παναγία ἡ Ελεούσα, ὁ Ἅγιος Λοῦππος, ὁ Ἅγιος Τρύφων, ὁ Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Γραπτός. Στὶς παραστάδες τῆς εἰσόδου, εἰκονίζονται πάνω σὲ κίονες οἱ Ὅσιοι Συμεὼν ὁ Θαυμαστορείτης καὶ Συμεὼν ὁ Στυλίτης. Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης εἰκονίζεται νὰ περιθάλπει τὸ τραυματισμένο λιοντάρι, ἐνῶ στὴν παράσταση τοῦ μοναχοῦ, ποὺ σταυρωμένος πολεμεῖται ἀπὸ τοὺς πειρασμούς διακρίνεται ἐνδιαφέρουσα ἀποτύπωση κτίσματος. Στὸν βόρειο τοίχο μεγάλη ὁλόσωμη ἀπεικόνιση τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, μπροστὰ στὴν ὁποία ἔπεσε ἀκαριαία νεκρὸς ὁ Ἀγαρηνὸς ποὺ πῆγε νὰ τὴν βεβηλώσει. Πλάι στὴν εἴσοδο τοῦ Καθολικοῦ, ὁ ξύλινος θρόνος τοῦ προηγουμένου, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Μονὴ ἦταν ἰδιόῤῥυθμη. Ὁ νάρθηκας εἶναι σχετικά μικρός. Ἡ τοιχογραφία στὸν ἀνατολικὸ τοίχο εἰκονίζει τὴν Ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ἀξιοπρόσεκτη εἶναι ἡ παράσταση τῶν φιληδόνων, στὴν πλευρὰ τῶν ἁμαρτωλῶν. Στὸν βόρειο τοίχο βρίσκεται ὁ τάφος τοῦ ἐπισκόπου Μολδοβλαχίας Θεοφάνους, μπροστὰ στὸν ὁποῖο καίει ἀκοίμητη κανδήλα. Ἡ τοιχογραφία στὸν δυτικό τοίχο διηγείται τὸ θαῦμα τῆς διάσωσης τοῦ νεαρού Βασιλείου, ποὺ ὁδήγησε στὴν ἀφιέρωση τοῦ Καθολικοῦ καὶ τῆς Μονῆς στοὺς Ἁγίους Ἀρχαγγέλους, ἐνῶ προηγουμένως ἦταν ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Τὸ θαῦμα αὐτό, ἔγινε ἐπὶ ἡξγουμενίας τοῦ Νεοφύτου τὸν 11ο αἰῶνα.
Στὸ μετόχι τῆς Μονῆς στὴν Συκιὰ τῆς Σιθωνίας, ὑπῆρχε κίονας μὲ προτομὴ ἀνδρός, καὶ μὲ τὴν ἐπιγραφή: Ὁ κροῦσάς με κατὰ κεφαλήν, εὑρήσει πλῆθος χρυσίου. Ὅσοι χτυποῦσαν τὸ κεφάλι τῆς προτομῆς, ἀπέρχονταν ἄπραγοι, ἀλλὰ μία ἡμέρα, μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου, ἕνας νεαρὸς ἐργάτης, ὁ Βασίλειος, ἔσκαψε στὸ σημεῖο ὅπου ἔφτανε ἡ σκιὰ τῆς προτομῆς καὶ βρῆκε χάλκινο λέβητα γεμάτο χρυσὰ νομίσματα. Διεμήνυσε τὴν ἀνακάλυψη στὸν ἡγούμενο, ὁ ὁποῖος ἔστειλε τρεῖς μοναχούς νὰ φέρουν τὸν θησαυρό. Ὁ θησαυρός, φορτώθηκε σὲ πλοῖο, ἀλλὰ οἱ μοναχοὶ κυριεύτηκαν ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τῆς φιλαργυρίας καὶ θέλησαν νὰ σφετεριστοῦν τὸ χρυσό. Ἔδεσαν τὸν Βασίλειο χειροπόδαρα, τοῦ ἔδεσαν μία πέτρα στὸν λαιμό, τὸν ἔῤῥιξαν στὴν θάλασσα καὶ εἶπαν στὸν ἡγούμενο ὅτι τὰ περὶ θησαυροῦ ἦταν μυθεύματα. Τὸ ἴδιο βράδυ τῆς ἄφιξῆς τους, ὁ ἐκκλησάρης τοῦ Καθολικοῦ βρῆκε τὸν νεαρὸ ἐργάτη, δεμένο ἀκόμη μὲ τὴν πέτρα, στὸ δάπεδο τοῦ Καθολικοῦ. Δύο ἀετοὶ μὲ χρυσὲς φτεροῦγες τὸν ἀνέσυραν ἀπὸ τὸν βυθὸ καὶ τὸν ἔφεραν ἐκεῖ, διηγήθηκε ὁ Βασίλειος, ὁ ὁποῖος ἐκάρη κατόπιν μοναχός, ἔλαβε τὸ ὄνομα Βαρνάβας καὶ ἀξιώθηκε νὰ γίνει ἡγούμενος τῆς Μονῆς. Οἱ φιλάργυροι μοναχοί, ἐστάλησαν σὲ κάποιο κελὶ μακριὰ ἀπὸ τὴν Μονὴ, γιὰ νὰ τελειώσουν τὶς μέρες τους ἐν μετανοίᾳ.
Ἡ Λιτή, εἶναι ἀσυνήθιστα μεγάλη καὶ κατάγραπτη. Οἱ τοιχογραφίες της, τοῦ 1568, ὅπως καὶ ἐκεῖνες τοῦ κυρίου ναοῦ, ἀκολουθοῦν τὰ πρότυπα τῆς Κρητικῆς Σχολῆς καὶ ἀποδίδονται στὸν ζωγράφο Τζώρτζη. Στὸν νότιο τοίχο εἰκονίζονται ὁ ἡγεμόνας Ἀλέξανδρος Λεπουσνεάνου μὲ τὴν Ῥωξάνδρα καὶ ὁ ἄρχοντας Βόγδαν, ἐνῶ στὸν βόρειο τοίχο κυριαρχεῖ μία μεγάλων διαστάσεων ἐξαιρετικῆς τέχνης ἀπεικόνιση τῆς Ῥίζας τοῦ Ἰεσσαί, καὶ μία παράσταση τοῦ Ἀδὰμ ποὺ δίνει ὀνόματα στὰ ζῶα, καθὼς ἐπίσης, καὶ μία ἀσυνήθιστη ἀπεικόνιση τῆς θυσίας τοῦ Κάιν καὶ τοῦ Ἄβελ. Σὲ ἀνώτερο διάζωμα, εἰκονίζονται μαρτύρια Ἁγίων, μεταξὺ ἄλλων εἰκονίζεται ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ φιλόσοφος καὶ ἕνας Μάρτυς νὰ πίνει τὸ ποτήρι μὲ τὸ κώνειο. Στὴν παράσταση τῆς Θεοτόκου στὴν νοτιανατολικὴ γωνία, εἰκονίζεται καὶ μία παιδίσκη ποὺ γνέθει. Τὴν συναντάμε ἐπίσης στὶς τοιχογραφίες τοῦ Θεοφάνη στὸ καθολικό τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα. Ἡ μεγάλων διαστάσεων φορητὴ εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, προέρχεται ἀπὸ τὸ παλιό τέμπλο τοῦ Καθολικοῦ, ποὺ δόθηκε στὴν Μονὴ Σίμωνος Πέτρας καὶ κάηκε σὲ μία ἀπὸ τὶς ἀλλεπάλληλες πυρκαγιὲς ποὺ ἔπληξαν τὴν Μονὴ.
Ὁ κυρίως ναός, εἶναι ἐπίσης κατάγραπτος. Στὴν παράσταση τῆς Γέννησης, ἐντυπωσιάζει ἡ ζωντάνια καὶ τὰ βουκολικὰ στοιχεία στὴν ἀπόδοση τῶν ποιμένων. Τὸ ξυλόγλυπτο καὶ επίχρυσο τέμπλο τοῦ 1783 εἶναι ἐξαιρετικῆς τέχνης. Ἐπιβλητικὴ εἶναι ἡ μορφή τοῦ Παντοκράτορος στὸν τρούλο. Ἀξιοπρόσεχτο ἐπίσης εἶναι τὸ κιβώτιο πάνω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ ὁ χορὸς τοῦ κεντρικού πολυελαίου (16ος-17ος αἰῶνας). Σὲ προσκυνητάρι στὰ δεξιά, εἶναι ἡ εἰκόνα τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων. Τὸ δάπεδο μπροστὰ στὸ προσκυνητάρι εἶναι στρωμένο μὲ πλακάκια Ἰζνίκ. Σὲ ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι στὰ αριστερά, ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Γοργοϋπηκόου, δηλαδή τὸ χρυσό ἀνάγλυφο πουκάμισο μὲ τὶς μορφὲς ζωγραφισμένες σὲ μουσαμά. Ὁ δεσποτικὸς θρόνος στὸν ἀριστερὸ χορό, ἔχει εἰκόνα τῆς Σύναξης τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων, ἐνῶ ὁ ἀντίστοιχος στὸν δεξιὸ χορὸ ἔχει εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Στὸ κέντρο τοῦ δαπέδου ὑπάρχει ἔνθετο στρογγυλό τεμάχιο πράσινου ὀφίτη λίθου, στὸ σημεῖο ποὺ ὁ ἐκκλησάρης βρῆκε κουλουριασμένο καὶ μουσκεμένο τὸν νεαρὸ Βασίλειο.
Στὴν βόρεια πλευρὰ τοῦ Καθολικοῦ, εἶναι προσαρτημένο τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1636. Ἀπέναντι εἶναι ἡ Φιάλη. Ὁ θόλος της στηρίζεται σὲ ὀκτὼ κιονίσκους καὶ εἶναι ἱστορημένος μὲ σκηνὲς σχετικὲς μὲ τὸ νερό· δίπλα της εἶναι τὸ ἁγίασμα τῶν Ἀρχαγγέλων. Τὸ πηγάδι ἔχει βάθος περίπου εἴκοσι μέτρων. Ἐπιγραφὴ στὴν φιάλη πληροφορεῖ ὅτι τὸ νερὸ ἀνέβλυσε μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἐπὶ βασιλείας Ἀνδρονίκου Παλαιολόγου, τὸ 1300 γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς μοναχούς ποὺ εἶχαν ἀῤῥωστήσει πίνοντας τὸ νερὸ ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τὸ βουνό, καὶ ὅτι ἐπὶ βασιλείας τοῦ σουλτάνου Μουσταφὰ τὸ 1765 ἀνακαινίστηκε ἐκ βάθρων. Ἐντὸς τῆς Μονῆς βρίσκονται ἐπίσης τὰ παρεκκλήσια· τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ἐκτὸς Μονῆς βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Μεταμορφώσεως.
Απέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Καθολικοῦ, ὑπάρχει διάδρομος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Τράπεζα. Στὴν δεξιὰ πλευρὰ τοῦ διαδρόμου, πλάι στὴν Τράπεζα, εἶναι τὸ προσκυνητάριο τῆς Παναγίας Γοργοϋπηκόου. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, γύρω στὸ 1664, ὁ μοναχὸς Νεῖλος, ποὺ ἦταν τραπεζάρης καὶ πηγαινοερχόταν συχνὰ στὸ πέρασμα μπροστὰ στὴν τοιχογραφία πηγαίνοντας ἀπὸ τὸ μαγειρεῖο στὴν Τράπεζα μὲ ἀναμμένες δάδες, ἄκουσε τὴν Παναγία νὰ λέει: Μέχρι πότε θὰ μὲ καπνίζεις; Καὶ ὅταν δὲν ἔδωσε σημασία, ἔχασε τὸ φώς του. Ἔπεσε στὰ γόνατα καὶ ἄρχισε δεήσεις καὶ ἱκεσίες, καὶ σύντομα ἡ ὅρασή του ἀποκαταστάθηκε καὶ ἀκούστηκε ἡ φωνή της νὰ λέει: Ἐγώ εἰμι της Μονῆς ἡ Δέσποινα Θεοτόκος ἡ Γοργοϋπήκοος καὶ γοργῶς ἐπακούω τῶν ἐπικαλουμένων τὸ ὄνομά μου. Ἡ προσωνυμία τῆς Παναγίας τῆς τοιχογραφίας ἦταν Γοργοεπήκοος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ θαύματος ἔμεινε γνωστὴ ὡς Γοργοϋπήκοος, ὅπως τὴν ἄκουσε νὰ λέει ὁ μοναχός Νεῖλος. Τὸ πέρασμα ἔκλεισε μὲ κιγκλίδωμα καὶ δημιουργήθηκε τὸ προσκυνητάρι. Τὸ 1873 δωρήθηκε στὴν Μονὴ ἀργυρόχρυσο πουκάμισο, τοῦ οποίου τὸ ἄνοιγμα γιὰ τὸ πρόσωπο δὲν συνέπιπτε μὲ τὸ πρόσωπο στὴν τοιχογραφία. Ἀναγκάστηκαν λοιπὸν νὰ ζωγραφίσουν τὸ πρόσωπο σὲ μουσαμὰ καὶ νὰ τὸ προσαρμόσουν στὸ πουκάμισο. Μπροστά στὴν τοιχογραφία καῖνε πολλές κανδήλες. Καθὼς ἡ τοιχογραφία βρίσκεται στὸν δυτικὸ τοίχο, τὸ 1723 οἰκοδομήθηκε χωριστὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας Γοργοϋπηκόου στὴν ἀπέναντι πλευρὰ τοῦ διαδρόμου, ὥστε τὸ ἱερὸ νὰ εἶναι πρὸς ἀνατολάς. Εἶναι κατάγραπτο μὲ τοιχογραφίες τοῦ 1744. Τὸ τέμπλο φιλοτεχνήθηκε τὸ 1760 ἀπὸ τὸν Σιμωνοπετρίτη μοναχό Ῥαφαήλ.
Ἡ Τράπεζα, οἰκοδομήθηκε ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀχρίδας Πρόχορο τὸ 1547 πάνω στὴν παλαιότερη τράπεζα τοῦ 12ου αἰῶνος, ἡ ὁποία εἶχε ἐγκάρσια τόξα. Ἔχει κάτοψη σχήματος Τ, κόγχη στὴν κορυφή, καὶ μῆκος εἴκοσι ἕξι μέτρων, εἶναι ἀπὸ τὶς πλέον εὐρύχωρες τράπεζες τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Εἶναι κατάγραπτη μὲ τοιχογραφίες. Οἱ τοιχογραφίες τῆς κόγχης (Πλατυτέρα, Ἱεράρχες) χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1676. Οἱ ὑπόλοιπες ἔγιναν τὸ 1700. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ κάτω διαζώματος εἰκονίζουν σκηνες ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη. Ἐκεῖνες τοῦ ἄνω διαζώματος εἰκονίζουν Ὁσίους, Μάρτυρες καὶ σκηνές ἀπὸ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ βόρειου τοίχου εἰκονίζουν θαύματα τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων. Ἰδιαίτερα ἀξιοπρόσεχτη εἶναι ἡ τοιχογραφία τῆς Γεννήσεως στὸν ἀνατολικό τοίχο τῆς ἐγκάρσιας κεραίας τοῦ Τ, ὅπου ἕνας βοσκός εἰκονίζεται νὰ προσκυνᾶ τὸ Θείο Βρέφος μὲ τὸ κεφάλι του στραμμένο τόσο ἐπάνω, ὥστε ἡ κορυφὴ τοῦ καπέλου του νὰ βρίσκεται στοὺς ὤμους. Ἡ ἀφύσικη στάση σαφέστατα ὑπαινίσσεται τὴν ἀνατροπὴ τοῦ φυσικοῦ κόσμου ποὺ ἔφερε ἡ θεανθρώπιση τοῦ Σωτήρος. Τέτοιου εἴδους καλλιτεχνικὰ τολμήματα βλέπουμε συχνὰ σὲ ἔργα βυζαντινῆς τέχνης, εἶναι ὅμως σπάνια σὲ τόσο ὄψιμο ἔργο.
Μεταξὺ Καθολικοῦ καὶ Τράπεζας, ὑψώνεται τὸ καμπαναριό. Μαρμάρινη ἐντοιχισμένη ἐπιγραφή, πληροφορεῖ ὅτι: Ἀγλαὸν ἔργον ὁ πύργος τῶν κωδώνων ἱδρύσατο ἐξ ἰδίων ἱδρώτων ὁ Προκαθηγούμενος καὶ Σκευοφύλαξ τῆς Μονῆς Δοχειαρίου κύριος Στέφανος ἐν έτει αψδ΄ (1704).
Ὁ ὀχυρωματικὸς Πύργος δεσπόζει στὸ μέσο τῆς ἀνατολικῆς πτέρυγας, ἡ ὁποία, λόγω τῆς διαμόρφωσης τοῦ εδάφους ἦταν ἡ πιὸ εὐάλωτη στοὺς ἐπιδρομείς. Καθὼς βρίσκεται στὸ ὑψηλότερο σημεὶο τοῦ εδάφους τῆς Μονῆς, προσφέρει ἐξαιρετικές δυνατότητες κατόπτευσης καὶ ἄμυνας. Ἡ κάτοψή του εἶναι σχεδὸν τετράγωνη (8,5Χ8,8μ.), ἔχει ύψος 20, 7 μέτρων καὶ ἑπτὰ προσόψεις. Στὴν βάση του ὁ πύργος ἔχει στέρνες, στὴν ἐπίστεψή του ἔχει ἐπάλξεις καὶ καταχύστρες ποὺ στηρίζονται σὲ τυφλὰ τόξα. Στὸν πύργο βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν, καὶ ἡ βιβλιοθήκη στὴν ὁποία φυλάσσονται τριακόσια ἐνενήντα πέντε καταλογογραφημένα χειρόγραφα, ἀπὸ τὰ ὁποία τὰ ἑξήντα εἶναι σὲ περγαμηνή. Φυλάσσεται ἐπίσης ἕνα ἐξαιρετικὸ μηνολόγιο τοῦ 12ου αἰῶνος μὲ διακοσμητικὰ ἐπίτιτλα καὶ μικρογραφίες ἀπὸ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων. Στὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς φυλάσσονται ἑξήντα ἔγγραφα ἀπὸ τὴν Βυζαντινὴ ἐποχή (11ος-15ος αἰῶνας), περίπου ἑκατὸ ἀπὸ τὸν 16ο καὶ 17ο αἰῶνα, καθὼς καὶ πολλὰ ῥουμανικὰ καὶ ὀθωμανικὰ ἔγγραφα.
Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς Δοχειαρίου, περιλαμβάνουν ἕνα μόνο κελλί, τὸ Κελλί τῶν Ἁγίων Πάντων στὶς Καρυές, ποὺ χρησιμοποιεῖται ὡς ἀντιπροσωπεῖο. Τέσσερα ἀπὸ τὰ καθίσματά της κατοικοῦνται.
Μετόχια τῆς Μονῆς Δοχειαρίου αναφέρονται στὴν Ποτίδαια τῆς Κασσάνδρας, στὴν Ὀρμύλια Χαλκιδικῆς, στὴν Συκιὰ Σιθωνίας, στὰ Πυργαδίκια, στὴν Ἔδεσσα καὶ στὴν Γαστούνη.
Μετόχι τῆς Μονῆς εἶναι ἡ γυναικεῖα Μονὴ τῆς Παναγίας Θεοσκεπάστου στὸν Σοχὸ Λαγκαδά, ποὺ ἑορτάζει στὴν Γέννηση τῆς Παναγίας.
Ἡ Μονὴ Δοχειαρίου ἔχει τὶς πιὸ ἤμερες καὶ χαδιάρες γάτες, μία ἀπὸ τὶς οποίες ἀποθανατίστηκε ὡς ἑξῆς ἀπὸ ἕναν περιηγητή:
Ὁ Φράνκφορτ, εἶναι ἕνας μαυρόασπρος γάτος, ποὺ ὅταν τοῦ φωνάξεις, βάζει βαριεστημένα τὸ κεφάλι του ἀνάμεσα στὰ μπροστινά του πόδια καὶ κάνει μία πλήρη τοῦμπα. Όταν τὸν πιάσουν οἱ τεμπελιές του ὅμως μπορεῖ ἁπλῶς νὰ γυρίσει στὸ πλάι. Αὐτὸ ἔκανε σήμερα. Ὁ πατὴρ Συνέσιος ὅμως ἦταν αὐστηρός, καὶ τελικά ὁ γάτος ὁλοκλήρωσε τὴν τούμπα. Ἀμέσως μετά, ὁ Φράνκφορτ, ἐνοχλημένος ἀπὸ τις ἐπευφημίες μας, μᾶς ἐπιφύλαξε μία ματιὰ γεμάτη ἀπερίγραπτο μίσος καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν κάμαρη. (Robert Byron: The Station, Athos: Treasuresand Men, 1928)
***
Τὸ μονοπάτι γιὰ τὴν Μονὴ Ξενοφῶντος, ξεκινὰ ἀπὸ τὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Δοχειαρίου, περνὰ μπροστὰ ἀπὸ τὸ ἐργατόσπιτο καὶ τὸ ξυλουργεῖο τῆς Μονῆς καὶ ἀκολουθεῖ τὴν ἀκτογραμμή. Οἱ πλαγιὲς εἶναι ἀπότομες καὶ ἡ θαμνοβλάστηση πυκνή. Στοὺς βράχους τῆς ἀκτῆς ὑπάρχουν σπηλιές. Συγκοινωνοῦν μεταξύ τους καὶ φαίνεται ὅτι κατοικοῦνταν ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα. Ἀργότερα ἔγιναν ἀσκηταριά ὅπου ἐγκαταβίωναν ἐρημίτες μοναχοί. Ἐλάχιστες ἐπεμβάσεις ἔκαναν στὸ ἐσωτερικὸ τῶν σπηλαίων, τὸ νερὸ ποὺ στάζει ἀπὸ τοὺς σταλακτίτες κάλυπτε τὴν βασικὴ ἀνάγκη γιὰ νερό, μία μεγάλη πέτρα ἀποτελοῦσε τὸ προσκέφαλο γιὰ τὶς λίγες ὥρες ὕπνου καὶ ἕνας ἄδειος γκαζοτενεκὲς ἐξυπηρετοῦσε ὡς στασίδι. Ἕνας σταυρὸς στὴν κορυφὴ μίας συστάδας βράχων στὴν ἀκτή, ὁρίζει τὸ σύνορο μεταξύ τῶν Μονῶν Δοχειαρίου καὶ Ξενοφῶντος ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὸν Λάκκο τοῦ Σκαμαδρήνου.
***
Μονοπάτια/Δρόμοι:
Μονοπάτι Δοχειαρίου-Ξενοφῶντος, 2,5 χλμ., 30΄, διαδρομὴ ὡραία, εὔκολη, βατή.
Μονοπάτι Δοχειαρίου-Κωνσταμονίτου, 5 χλμ., 2 ὧρες, διαδρομὴ ὡραία, μετρίως δύσκολη, βατή.
Μονοπάτι Δοχειαρίου-Ζωγράφου, 7,5 χλμ., 1 ὥρα καὶ 45΄, διαδρομὴ ὡραία, μετρίως δύσκολη, βατή.
Δρόμος Δοχειαρίου-Καρυές, 15 χλμ., 3 ὧρες καὶ 45΄, διαδρομὴ ὡραία, μετρίως δύσκολη, βατή.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου