Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2024

ΜΟΝΗ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

 

Στὴν ξενοφωντινὴ πλευρὰ τοῦ συνόρου, πλάι σὲ ἕναν γκριζοκίτρινο βράχο, ὑπάρχει αγίασμα. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἔφτασε ἡ θαυματουργικὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ποὺ ταξίδεψε ὄρθια πάνω στὰ κύματα, καὶ ἀμέσως ανέβλυσε ἡ πηγή γιὰ νὰ τὴν πλύνει. Ἡ εἰκόνα τώρα βρίσκεται στὸ νέο Καθολικὸ τῆς Μονῆς. Ἡ τοποθεσία τῆς πηγῆς εἶναι γνωστὴ ὡς Ξυνὰ Νερὰ ἢ Ξυνό. Τὸ νερὸ θεωρεῖτο ὅτι ἔχει θεραπευτικές ἰδιότητες, ἰδιαίτερα γιὰ νεφρικές παθήσεις. Τόσο πολλοὶ ἦταν οἱ μοναχοί, Ῥῶσσοι κυρίως, ποὺ πήγαιναν ἐκεῖ, ὥστε οἱ Ξενοφωντινοὶ μοναχοὶ ζήτησαν καὶ κατάφεραν νὰ ἐκδοθεῖ πατριαρχικὸ σιγίλιο ποὺ ἀπαγόρευε τὴν ἐπιτόπια πόση τοῦ νεροῦ. Ὡστόσο ὑπάρχουν μαρτυρίες ὅτι ἀκόμη καὶ μέχρι τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μποροῦσε κανεὶς νὰ δεῖ Ῥῶσσους μοναχοὺς νὰ πίνουν νερό, καὶ νὰ πλένονται στὴν πηγή. Πρόσφατα οἰκοδομήθηκε δίπλα της μικρὸς ναός. Δεξιά του ἁπλώνεται μία μεγάλη ἀμμουδιὰ ποὺ φτάνει ἕως τὴν παλιὰ προβλήτα τῆς Μονῆς. Ἕνας ἀναλημματικὸς τοῖχος ἐκτείνεται σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῆς βάσης τοῦ περιβόλου. Συγκρατεῖ τὸ ἔδαφος καὶ δημιουργεῖ μία πεζούλα ποὺ χρησιμοποιεῖται ὡς λαχανόκηπος.

Ἐνῶ ἡ Μονὴ Δοχειαρίου εἶναι συνεπτυγμένη, εξαιτίας τοῦ ἐπικλινοῦς ἐδάφους, τὸ κτηριακὸ συγκρότημα τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος, ἀναπτύσσεται ἀπρόσκοπτα στὸ πεδινὸ ἄνοιγμα τῆς ῥεματιᾶς ποὺ σχηματίζει ὁ χείμαῤῥος Νευροκόπος. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι οἱ δύο αὐτὲς Μονὲς στοιχειοθετοῦν δύο ἀντιθετικὰ μοντέλα δόμησης ποὺ ἐπαναλαμβάνονται συχνὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἡ πεδινὴ τοποθεσία τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος ἐξηγεῖ τὴν ἀνάγκη ὕπαρξης στέρεου καὶ ὑψηλοῦ ὀχυρωματικοῦ περιβόλου ποὺ ἐξασφάλιζε τὴν ἄμυνά της ἐναντίον ἐπιδρομέων. Μέσα ἀπὸ τὸν ὀχυρωματικὸ περίβολο, προβάλλουν τὸ καμπαναριὸ καὶ οἱ τροῦλλοι τοῦ νέου Καθολικοῦ, τοῦ μεγαλύτερου στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἡ Μονὴ Ξενοφῶντος ἔχει δύο Καθολικά, νέο καὶ παλαιό. Ἄλλη ἰδιαιτερότητά της εἶναι τὸ γεγονός ὅτι ὁ ἀρσανάς της δὲν εἶναι αὐτοτελὲς συγκρότημα, ἀλλὰ βρίσκεται ἐνσωματωμένος στὸν ὀχυρωματικὸ περίβολο τῆς Μονῆς. Αὐτὸ δὲν ἦταν ἴσως σπάνιο φαινόμενο· ὑπάρχουν τὰ ἐρείπια τοῦ ἀρσανὰ τοῦ χιλανδαρινοῦ Ἁγίου Βασιλείου, ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν 14ο αἰῶνα καὶ εἶναι ἐνσωματωμένος στὸν ὀχυρωματικὸ περίβολο, καθὼς καὶ ἡ κάτοψη ἑνὸς μεγάλου ἀρσανὰ ποὺ πρόσφατα ἦρθε στὸ φῶς στὴν Μονὴ Ἰβήρων, ἦταν ἐνσωματωμένος στὸν περίβολο καὶ φαίνεται ὅτι ἦταν σὲ χρήση μέχρι τὶς ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰῶνα. Προφανῶς, ἡ ἐνσωμάτωση τοῦ ἀρσανά, ὅπου ἦταν ἐφικτή, πρόσφερε μεγαλύτερη ἀσφάλεια σὲ περιπτώσεις ἐπιδρομῶν καὶ πολιορκίας. Ἄλλωστε. Πολλὰ βοηθητικὰ κτίσματα –μύλοι, ἐλαιοτριβεῖα, στάβλοι- βρίσκονται ἐνσωματωμένα στὰ φρουριακὰ συγκροτήματα τῶν Μονῶν κατὰ τὸν Μεσαίωνα καὶ μετακινοῦνται στὰ πέριξ τῶν Μονῶν ὅταν οἱ συνθῆκες ἀσφάλειας τὸ ἐπιτρέπουν.

Ἡ ἐνσωμάτωση τοῦ ἀρσανά, ὑπαγόρευσε τὴν μετακίνηση τῆς κυρίας εἰσόδου τῆς Μονῆς στὴν παροῦσα θέση της καὶ τὴν δημιουργία μίας ἐνδιάμεσης πύλης στὸ διαβατικό. Σήμερα χρησιμοποιεῖται ὁ νέος ἀρσανάς, τοῦ ὁποίου ἡ προβλήτα βρίσκεται στὰ δεξιὰ τῆς εκβολής τοῦ χειμάῤῥου. Ἡ κάτοψη τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος ἔχει σχῆμα ἑπτάγωνο. Οἱ ὄψεις πρὸς τὴν θάλασσα ἔχουν ξύλινους ἐξῶστες καὶ σαχνισιά. Τὰ ὑψηλὰ τείχη τῶν ἄλλων πτερύγων διατηροῦν ἀτόφιο τὸν ὀχυρωματικό τους χαρακτῆρα. Ὁ ἀρχικὸς κτηριακός πυρήνας ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν νότια πτέρυγα μὲ τὸ παλαιό Καθολικό, ποὺ ἐφάπτεται στὸ δυτικὸ τοίχο. Ἡ ἐπέκταση τῆς Μονῆς καὶ ἡ οἰκοδόμηση τοῦ νέου Καθολικοῦ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸν 19ο αἰῶνα. Σύγχρονό τους εἶναι τμῆμα τῆς δυτικῆς πτέρυγας. Ἡ βορειοδυτικὴ γωνία χτίστηκε τὸ 1802, ἐκεῖ ἦταν τὸ παλιό ἀρχονταρίκι. Ἡ νότια πτέρυγα εἶναι παράλληλη πρὸς τὴν θάλασσα καὶ ἀνοικοδομήθηκε ἐκ νέου μετὰ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1817, ἀπὸ τὸν πρώην μητροπολίτη Σαμακόβου, Φιλόθεο τὸν Λέσβιο, ὁ ὁποῖος ἐγκαταβίωσε στὴν Μονὴ ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν μητροπολιτικὸ θρόνο.

***

Σὲ παλαιότερες ἐποχές, ἡ Μονὴ Ξενοφῶντος ἦταν γνωστὴ ὡς Μοναστήρι τοῦ Ξενόφου. Ἡ ἑτυμολογία τῆς ὀνομασίας ἀπὸ τὸ τοπωνύμιο Ξυνὰ Νερά, εἶναι εὐφάνταστη, ἀλλὰ ἀβάσιμη. Σύμφωνα μὲ τοπικὴ παράδοση, ἡ Μονὴ ἱδρύθηκε περίπου τὸ 520 ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ξενοφῶντα τὸν συγκλητικό, ὁ ὁποῖος λέγεται ὅτι ἔκτισε ναΐδριο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ποὺ βρίσκεται σὲ ἐπαφή μὲ τὴν νότια πλευρὰ τοῦ παλαιοῦ Καθολικοῦ. Πιθανότερο εἶναι νὰ ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ξενοφῶντα, ποὺ μνημονεύεται στὸν Βίο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου καὶ ἀναφέρεται ὅτι θεράπευσε στὸ κάθισμα τοῦ Μυλοποτάμου τὸν ἀδελφό του. Ἔτος ἵδρυσης τῆς Μονῆς, θεωρεῖται τὸ 998. Σώζεται ἔγγραφο τοῦ 1010 μὲ τὴν ὑπογραφή του. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἔφτασε στὴν ἀκτὴ τῆς Μονῆς ἡ θαυματουργὸς εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ποὺ οἱ εἰκονομάχοι εἶχαν ῥίξει στὴν θάλασσα, καὶ ὁ Ὅσιος Ξενοφῶν ἔχτισε τὸ παλαιὸ Καθολικὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, κελλιά, καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἀναγκαῖες ἐγκαταστάσεις. Ἐπὶ βασιλείας τοῦ Νικηφόρου τοῦ Γ΄ τοῦ Βοτανειάτη (1078-81) ἡ Μονὴ εἶχε ἐρημωθεῖ τελείως. Ἦρθε τότε ὁ μέγας δρουγγάριος (ἀρχηγός τοῦ στόλου) Στέφανος, ὁ ὁποῖος, μὲ τὴν ἔγκριση καὶ συνδρομὴ τοῦ αὐτοκράτορος, ἀνέλαβε, μαζί μὲ συγγενεῖς του, τὸ ἔργο τῆς ἀνοικοδόμησης. Δώρισε ἐπίσης στὴν Μονὴ πολλές εἰκόνες καὶ χειρόγραφα. Ἐκάρη μοναχός, ἔλαβε τὸ ὄνομα Συμεών, ἀναγνωρίστηκε ὡς νέος κτήτορας. Ἔγγραφο τοῦ 1083 μνημονεύει τὰ γεγονότα αὐτά, καθὼς καὶ τὶς επιταγές τοῦ Ὁσίου Ξενοφῶντος. Ἀναφέρει ἐπίσης διάφορα μονύδρια τῆς περιοχῆς –Ἁγίου Νικολάου Χρυσοκαμάρη, Θεολόγου, Δανιήλ, Νευροκόπου, Ἐφραίμ-, ποὺ παραχωρήθηκαν καὶ ἐνσωματώθηκαν στὴν Μονὴ.

Τὸ 1285, ἡ Μονὴ καταστράφηκε ἀπὸ ἐπιδρομὴ Γενοβέζων πειρατῶν. Τὸν 14ο αἰῶνα ὑπέστη καταστροφὲς ἀπὸ τοὺς Καταλανούς, κατόρθωσε ὅμως νὰ ἀνακάμψει καὶ στὸ τέλος τοῦ 14ου αἰῶνα κατεῖχε τὴν 8η θέση στὴν ἱεραρχία τῶν ἁγιορείτικων Μονῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Οἱ οἰκονομικὲς δυσκολίες ποὺ προέκυψαν ἀπὸ τὴν Τουρκοκρατία ξεπεράστηκαν μὲ βοήθεια ἡγεμόνων τῆς Μολδοβλαχίας τὸ 1520. Τὸ 1726, ὁ Ῥῶσσος περιηγητὴς Μπάρσκι βρῆκε τὴν Μονὴ σὲ δεινή κατάσταση, μὲ μόλις 3-4 μοναχούς.

Μετὰ ἀπὸ μία περίοδο ὡς ἰδιόῤῥυθμη, ὑπῆρξε ἡ πρώτη Μονὴ ποὺ ἐπανέκαμψε στὸ κοινοβιακὸ σύστημα τὸ 1784 μὲ σιγίλιο τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη Γαβριὴλ τοῦ Δ΄, καὶ παρέμεινε ἔκτοτε ἄνευ διακοπῆς κοινοβιακή. Πρῶτος ἡγούμενος τῆς κοινοβιακῆς πλέον Μονῆς ὑπῆρξε ὁ καυσοκαλυβίτης ἱερομόναχος Παΐσιος ὁ Λέσβιος, ὁ ὁποῖος τὴν ἀνακαίνισε καὶ τὴν ἐπέκτεινε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ σκευοφύλακα Κωνσταντίνου καὶ τοῦ ἀρχιμανδρίτη Ζαχαρία. Τὴν ἀποκατάσταση τῆς Μονῆς μετὰ τὴν καταστροφικὴ πυρκαγιὰ τοῦ 1817 ξεκίνησε ὁ Φιλόθεος, τὸ ἔργο τοῦ ὁποίου συνέχισε ὁ ἡγούμενος Νικηφόρος ἀπὸ τὴν Κύμη Εὐβοίας.

Στὴν Μονή, ἐγκαταβιώνει σήμερα δραστήρια καὶ εὐάριθμη ἀδελφότητα. Ξενοφωντινὴ συνοδεία ἐπάνδρωσε τὴν Μονὴ Παντοκράτορος τὸ 1992. Ὁ μεγαλοπρεπὴς ἑορτασμός τῆς χιλιετηρίδας τῆς Μονῆς τὸ 1998, ἀποτελεῖ ἱστορικὸ ὁρόσημο γιὰ τὴν πρόσφατη ἱστορία τῆς Αθωνικής πολιτείας. Όταν, τριάντα πέντε χρόνια πρωτύτερα, ἑορτάστηκε ἡ ἐπέτειος τῆς χιλιετηρίδας τοῦ Ἁγίου Ὄρους μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας, πολλοὶ ἦταν ἐκείνοι, ποὺ βλέποντας τὴν ἐγκατάλειψη καὶ ἐρήμωση, θεώρησαν ὅτι ὁ ἑορτασμὸς ἦταν ταυτόχρονα ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ. Λίγο ἀργότερα, ὡστόσο, ἄρχισε πληθυσμιακὴ καὶ εὐρύτερη ἀνάκαμψη, ποὺ ὁδήγησε στὴν ἐπάνδρωση τῶν Μονῶν μὲ νέες συνοδείες καὶ στὴν ἐπιστροφή τους στὸ κοινοβιακὸ σύστημα. Ὁ ἑορτασμὸς τῆς χιλιετηρίδας τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος, παρουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη, τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὑπουργῶν καὶ προσωπικοτήτων, ἐπισφράγισε τὴν ἀνάκαμψη αὐτὴ καὶ παρουσίασε μία εὔρωστη καὶ δραστήρια μοναχικὴ πολιτεία, τῆς ὁποίας ἡ ἀπήχηση στὸν ἔξω κόσμο βρίσκεται σὲ ἐπίπεδα ὑψηλότερα ἀπὸ ποτὲ ἄλλοτε.

Στὴν Μονὴ Ξενοφῶντος ἐγκαταβίωσε γιὰ κάποιο διάστημα ὁ Ἅγιος Νέος Ὁσιομάρτυς Ἀκάκιος, ποὺ μαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1815.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν κτητορικὸ Σταυρό, ποὺ ἔχει τεμάχιο τοῦ Τιμίου Ξύλου στὴν Μονὴ Ξενοφῶντος φυλάσσονται μεταξὺ ἄλλων λείψανα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων· Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου, Βαρνάβα καὶ Φιλίππου, τῶν Ἁγίων· Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, Μοδέστου, Τρύφωνος, Ἰακώβου τοῦ Πέρση, Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμά, Ἰγνατίου επισκόπου Μηθύμνης, Χαραλάμπους, Φωτίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, τῶν Μεγαλομαρτύρων· Γεωργίου, Δημητρίου, Μερκουρίου, Μηνᾶ τοῦ Αἰγυπτίου, Μαρίνας καὶ Παρασκευῆς, τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων· Δημητρίου τοῦ Πελοποννησίου, Θεοδώρου τοῦ Βυζαντίου καὶ τῶν Ἰβηριτῶν Ὁσιομαρτύρων· Εὐθυμίου, Ἀκακίου καὶ Ἰγνατίου

***

Ἡ κύρια εἴσοδος βρίσκεται στὸν ἀρχικὸ οἰκοδομικὸ πυρήνα τῆς Μονῆς. Ἔχει προστώο, μὲ τοιχογραφία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, καὶ ἐλικοειδές διαβατικό, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν παλαιὰ αὐλή. Στὴν μέση τῆς αὐλῆς βρίσκεται κρήνη, ἡ χτιστὴ ῥάχη τῆς ὁποίας στηρίζει καμπάνα. Πίσω της βρίσκεται ἕνα πηγάδι μὲ κομψὸ βαροῦλκο. Ἀπέναντι βρίσκεται ἡ νοτιανατολικὴ πτέρυγα, ἡ λεγόμενη Κόρδα τῶν Πατέρων, εἶναι τριώροφη μὲ ἐπάλληλους ξύλινους ἐξώστες. Τὸ ἀρχικὸ κτίσμα ἀνάγεται στὸν 11ο αἰῶνα καὶ πρόσφατα ἀποκαταστάθηκε. Στὴν βόρεια πλευρά της βρίσκεται τὸ παλαιὸ καθολικό. Ἕνας καμαροσκέπαστος διάδρομος μὲ βοτσαλωτὸ δάπεδο περνὰ μπροστὰ ἀπὸ τὴν Λιτὴ τοῦ παλαιοῦ Καθολικοῦ καὶ ὁδηγεῖ στὴν νέα αὐλή. Οἱ τοιχογραφίες γύρω ἀπὸ τὸ άνοιγμα τοῦ καμαροσκέπαστου διαδρόμου στὴν πλευρά βόρεια τῆς παλαιᾶς αὐλῆς εἰκονίζουν τὸν βίο τοῦ Ὁσίου Γερασίμου τοῦ Ἰορδανίτου, καὶ τὸ ἤμερο λιοντάρι του. Στὸ βάθος δεξιά, εἰκονίζεται ἡ παράσταση τῆς Ῥίζας τοῦ Ἰεσσαί. Στοὺς τοίχους ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο εἰκονίζονται σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη. Ὅπως ἡ παλαιά, έτσι καὶ ἡ νέα αὐλή, εἶναι σὲ διάφορα ἐπίπεδα καὶ εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου πλακοστρωμένη. Ἔχει σχῆμα ἀκανόνιστου πολυγώνου, δένδρα, καλλωπιστικὰ φυτά, καὶ στέρνα μὲ χρυσόψαρα. Εἶναι σχετικὰ εὐρύχωρη. Στὸ κέντρο τῆς νέας αὐλῆς ὑψώνεται τὸ νέο Καθολικό. Δίπλα του βρίσκεται ἡ φιάλη. Τὸ περιστύλιό της τοῦ 1908 εἶναι ἀπὸ τὰ νεότερα στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ δὲν ἔχει θωράκια. Ὁ θόλος της εἶναι εἰκονογραφημένος. Οἱ ἀμυντικοὶ πύργοι τῆς Μόνης, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἔχτισε ὁ μέγας δρουγγάριος Στέφανος, δὲν σώζονται. Σώζεται μόνο ὁ τετράπλευρος πενταώροφος πύργος τοῦ καμπαναριού, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ νέο καθολικό, στὰ βορειοδυτικά, στὸν πάνω ὅροφο τοῦ ὁποίου βρίσκεται τὸ καμπαναριὸ τοῦ 1864. Ἡ κατεδάφιση τῶν πύργων δὲν σχετίζεται μὲ τὴν ἐπέκταση τῆς Μονῆς, οἱ πύργοι εἶχαν κατεδαφιστεὶ ἤδη πρὶν ἀπὸ τὸ 1744.

Καὶ τὰ δύο Καθολικά εἶναι ἀφιερωμένα στὸν Ἅγιο Γεώργιο. Τὸ παλαιὸ Καθολικό, εἶναι ἀπὸ τὰ μικρότερα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ ἐξωνάρθηκας ἐφάπτεται στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῆς τράπεζας. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1637 ἔγιναν μὲ συνδρομή τοῦ ἄρχοντα τῆς Οὐγγροβλαχίας Ἰωάννου Ματθαίου καὶ τῆς συζύγου του Ἑλένης, ποὺ εἰκονίζονται δίπλα στὴν εἴσοδο. Στὸ ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου, εἰκονίζεται ὁ Ἅγιος Γεώργιος. Στὸν ἀπέναντι τοίχο, εἰκονίζονται σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη. Πολλοί τὶς χαρακτηρίζουν προφητικές, ἐντοπίζοντας στὶς παραστάσεις σύγχρονα γεγονότα, ὅπως τὸ μανιτάρι τῆς ἀτομικῆς ἔκρηξης. Οἱ τοιχογραφίες τῆς λιτῆς τοῦ 1564 εἶναι ἔργο τοῦ ἁγιογράφου Θεοφάνη –ἁπλὴ συνωνυμία μὲ ἑκεῖνον τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα. Στὰ δεξιὰ τῆς Λιτῆς εἶναι ἐνσωματωμένο τὸ μικρό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Λαζάρου. Στὸν τροῦλλο τῆς λιτῆς εἰκονίζεται ὁ Παντοκράτωρ, ὁ ὁποῖος, ἀντίθετα μὲ τὶς συνήθεις συμβάσεις, εἶναι στραμμένος πρὸς τὰ νοτιοδυτικά, καὶ ὄχι πρὸς τὰ ἀνατολικά. Στὸ δάπεδο τοῦ κυρίως ναοῦ ὑπάρχει ἐξαιρετικῆς τέχνης ψηφοθέτημα. Στὸ ὑπέρθυρο τοῦ δυτικοῦ τοίχου, ὑπάρχει ἐπιγραφή, ποὺ πληροφορεῖ ὅτι ὁ ναὸς ἁγιογραφήθηκε μὲ ἔξοδα τοῦ Κωνσταντίνου Βόρνικου καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του Ῥάδουλ. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1544 εἶναι τῆς Κρητικῆς Σχολῆς καὶ εἶναι ἔργο τοῦ ζωγράφου Ἀντωνίου. Ἔργο τοῦ ἰδίου εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου δεομένης, ποὺ φέρει τὴν ἐπιγραφή: Δέησις Ἀντωνίου τοῦ σοῦ δούλου μνήσθητι τάχα καὶ ζωγράφου. Τὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο εἶναι ἐξαιρετικὸ δεῖγμα τέχνης τοῦ 17ου αἰῶνα, μὲ πλούσιο φυτικὸ διάκοσμο. Στὸ νότιο κλίτος εἶναι ἐνσωματωμένο τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Ἀποτελεῖ τὸ ἀρχαιότερο κτίσμα τῆς Μονῆς, ἀναγόμενο στὸν 13ο αἰῶνα, σώζονται δὲ θραύσματα τοιχογραφιῶν τοῦ 13ου καὶ 14ου αἰῶνος. Τὸ τέμπλο τοῦ 11ου αἰῶνος, διασώζει τμῆμα τοῦ ἀρχικοῦ βυζαντινοῦ τέμπλου.

Τὸ νέο Καθολικό, θεμελιώθηκε ἀπὸ τὸν Φιλόθεο τὸ 1817 καὶ περατώθηκε εἴκοσι χρόνια ἀργότερα, ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Νικηφόρο. Εἶναι τὸ μεγαλύτερο καθολικὸ ἑλληνικῆς Μονῆς στὸ Ἅγιον Ὄρος· χωράει δύο χιλιάδες ἄτομα. Ὁ ἐξωνάρθηκας εἶναι ὑαλόφρακτος, καὶ δὲν εἶναι ἁγιογραφημένος. Ἡ Λιτή, καὶ ὁ κυρίως ναός, εἶναι ἰδιαίτερα φωτεινοί. Οἱ πρόσφατες τοιχογραφίες τῆς Λιτῆς καὶ τοῦ κυρίως ναοῦ εἶναι τοῦ πατρὸς Λουκᾶ καὶ ἄλλων ἀδελφῶν τῆς Μονῆς. Εἰκονίζονται οἱ κτήτορες· Ἀλέξιος καὶ Νικηφόρος, ὁ μητροπολίτης Φιλόθεος καὶ ὁ ἡγούμενος Παΐσιος ὁ Λέσβιος. Τὰ θυρόφυλλα τῆς εἰσόδου στὸν ναὸ εἶναι ἐξαιρετικά, διακοσμημένα μὲ σιντέφι. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔχει ὁ γλυπτὸς μαρμάρινος διάκοσμος τῶν εἰσόδων. Τὸ τέμπλο τοῦ 1840 εἶναι κατασκευασμένο ἀπὸ γκρίζο τηνιακὸ μάρμαρο. Στοὺς ἀνατολικοὺς κίονες βρίσκονται οἱ εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας. Ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου (1,27Χ0,74μ.) εἶναι ἐκείνη ποὺ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἔφτασε στὴν παραλία τῆς Μονῆς διά θαλάσσης. Ἡ πίσω πλευρά της εἶναι καμένη, προφανῶς οἱ εἰκονομάχοι τὴν ἔῤῥιξαν στὴν πυρά, ἀπὸ ὅπου τὴν πῆρε κάποιος εὐσεβὴς χριστιανός, ποὺ τὴν ἔῤῥιξε στὴν θάλασσα γιὰ νὰ τὴν γλιτώσει. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου, κάτω ἀπὸ τὸ πηγούνι, ὑπάρχει τραῦμα ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ μαχαίρι εἰκονομάχου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο, κατὰ τὴν παράδοση, ἔτρεξε αἷμα. Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας, βρισκόταν στὴν Μονὴ Βατοπεδίου καὶ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο μετατέθηκε στὴν Μονὴ Ξενοφῶντος, καὶ ἐνῶ Βατοπεδινοὶ μοναχοὶ τὴν μετέφεραν πίσω στὴν Μονή τους, ἡ εἰκόνα ἐπέστρεψε στὴν Μονὴ Ξενοφῶντος. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔγινε τὸ 1730 καὶ γιορτάζεται τὴν 1η Κυριακὴ τοῦ Οκτωβρίου.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ καθολικό, ἐντυπωσιάζει ἡ ἁρμονία τῶν ἀρχιτεκτονικῶν ἀναλογιῶν τῆς κόγχης τοῦ διώροφου παρεκκλησίου ποὺ στεγάζει ναὸ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὸν ὅροφο, καὶ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὸ ἰσόγειο. Καὶ οἱ δύο ναοί, εἶναι ἁγιογραφημένοι. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα παρεκκλήσια ἐντὸς τῆς Μονῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὰ παρεκκλήσια τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ 1817, βρίσκεται στὴν πλαγιὰ νοτιοδυτικὰ τῆς Μονῆς. Εἶναι μονόχωρος, μὲ ἡμιυπαίθριο νάρθηκα καὶ ἀκολουθεῖ τὸν τύπο τοῦ συνεπτυγμένου σταυροειδοὺς μὲ τροῦλλο. Ἁπλὸς στὸ ἐσωτερικό του, μὲ κάποια στοιχεία μπαρὸκ διακόσμου, τοιχογραφήθηκε πρόσφατα.

Τράπεζα, βρίσκεται στὸν πρώτο ὅροφο τῆς νοτιοδυτικῆς πτέρυγας. Ἡ κάτοψή της εἶναι σχεδὸν ὀρθογώνια. Στὴν δυτικὴ πλευρά, πρὸς τὴν μεριὰ τῆς θάλασσας, ἀπολήγει σὲ κόγχη. Εἶναι κατάγραπτη μὲ τοιχογραφίες τοῦ 1475, ποὺ ἀποτελοῦν τὶς πρωιμότερες τοιχογραφίες σὲ Τράπεζα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Συντηρήθηκαν πρόσφατα ἐν ὄψει τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς χιλιετηρίδας τῆς Μονῆς.

Στὸ νέο σκευοφυλάκιο/εἰκονοφυλάκιο, ποὺ ἐγκαινιάστηκε κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς χιλιετηρίδας, φυλάσσονται τεμάχιο τοῦ Τιμίου Ξύλου, χρυσοκέντητα ἄμφια καὶ λειτουργικὰ σκεύη, μία εἰκόνα τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Σωτήρος τοῦ 13ου αἰῶνος σὲ στεατίτη (18Χ15εκ.). Ἀξιόλογη εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου τοῦ 17ου αἰῶνος, τὰ βημόθυρα μὲ παραστάσεις τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοῦ 16ου αἰῶνος, καθὼς καὶ τὸ χειρόγραφο σὲ περγαμηνὴ σλαβονικὸ Εὐαγγέλιο τοῦ 1574, δῶρο τοῦ ἄρχοντος Ἰωάννου Ἀλεξάνδρου. Καύχημα τῆς Μονῆς εἶναι οἱ ψηφιδωτὲς εἰκόνες τῶν Ἁγίων Δημητρίου καὶ Γεωργίου. Εἶναι μεγάλου σχήματος (1,20Χ0,55μ), χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸν 10ο-11ο αἰῶνα καὶ εἶναι ἔργα τοῦ ἰδίου καλλιτέχνη. Οἱ Ἅγιοι, εἰκονίζονται ὁλόσωμοι, ὄχι μὲ στρατιωτικὴ στολή, ἀλλὰ μὲ ἐνδυμασία ἀνώτερου αὐλικοῦ ἀξιωματούχου, γεγονὸς ποὺ ἀποτελεῖ εἰκονογραφικὴ σύμβαση τῆς ἐποχῆς.

Ἡ Βιβλιοθήκη εἶναι ἰδιαίτερα πλούσια, περιλαμβάνει περίπου δέκα χιλιάδες ἔντυπα βιβλία καὶ τετρακόσιους χειρόγραφους κώδικες, μεταξὺ τῶν ὁποίων τρεῖς περγαμηνοί, καθὼς καὶ τρία εἰλητάρια. Ἕνα σημαντικὸ κειμήλιο τῆς Μονῆς, χειρόγραφο Εὐαγγέλιο ποὺ δώρισε ὁ Ἀλέξιος ὁ Α΄ ὁ Κομνηνὸς τὸ 1083 στὸν ἡγούμενο Συμεών, πῆρε μαζί του τὸ 1837 αντί εὐτελοῦς ἀντιτίμου ὁ Robert Curzon.

Στὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος, περιλαμβάνονται· ἡ Σκήτη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τὰ Κελλιά τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος καὶ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, καὶ τὸ Κελλί τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου ποὺ χρησιμοποιείται ὡς αντιπροσωπείο στὶς Καρυές, καθὼς καὶ τέσσερα καθίσματα, ἀπὸ τὰ ὁποία τρία βρίσκονται στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Μονῆς. Ἰδιαίτερης ἱστορικῆς σημασίας εἶναι τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου καὶ τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου Χρυσοκαμάρη.

Μετόχια τῆς Μονῆς ἀναφέρονται στὴν Χαλκιδική (Κασσάνδρα, Σιθωνία) καὶ στὴν Σκόπελο. Σημαντικὸ μετόχι της εἶναι ἡ πρόσφατα ἱδρυθείσα γυναικεῖα Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὸ Ἀκριτοχώρι Σεῤῥῶν, στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους Μπέλες, πάνω ἀπὸ τὴν λίμνη Κερκίνη.

***

 

Ἀπὸ τὴν Μονὴ Ξενοφῶντος, ξεκινὰ δρόμος ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν ἀκτογραμμή καὶ φτάνει στὴν Μονὴ Ἁγίου Παντελεήμονος. Περνᾶ πάνω ἀπὸ τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Χρυσοκαμάρη, τὸ ὁποῖο διακρίνεται ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ ὑπῆρξε μονύδριο τὸν 11ο αἰῶνα. Κατόπιν, ὁ δρόμος διακλαδώνεται. Ἡ ἀριστερὴ διακλάδωση ἀνεβαίνει τὴν δεξιὰ ὄχθη τοῦ χειμάῤῥου Μπούραντα, φτάνει στὴν ξενοφωντινή Σκήτη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, συνεχίζει περνώντας ἀπὸ τὸ ξενοφωντινό λιβάδι μὲ τὸ δασόσπιτο καὶ ἑνώνεται μὲ τὸν ἁμαξιτὸ δρόμο Καρυῶν-Βατοπεδίου. Ἡ δεξιὰ διακλάδωση συνεχίζει παράκτια. Μία διακλάδωση στὰ ἀριστερὰ μὲ πινακίδα· Πρὸς Βουνό, ὁδηγεῖ στὸ Κελλί τοῦ Ἁγίου Τρύφωνα, ὅπου ἐγκαταβιώνει σήμερα δραστήρια συνοδεία.

Ἡ παράκτια διαδρομὴ φτάνει στὸ τελευταίο ξενοφωντινὸ κελλί, τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, στὴν δεξιὰ ὄχθη τῆς ἐκβολῆς τοῦ Μπούραντα.

***

 

Μονοπάτι Ξενοφῶντος-Δοχειαρίου: 2,5χλμ, 30΄, διαδρομὴ ὡραία, εὔκολη, βατή.

Μονοπάτι Ξενοφῶντος-Ἁγίου Παντελεήμονος: 5χλμ., 1 ὥρα, διαδρομὴ ὡραία, εὔκολη, βατή.

Δρόμος Ξενοφῶντος-Σκήτη Ξενοφῶντος: 4,5 χλμ. 1 ὥρα καὶ 20΄, διαδρομὴ ὡραία, σχετικά εὔκολη, βατή.

Δρόμος Ξενοφῶντος-Καρυές: 15χλμ., 4 ώρες, διαδρομὴ ὡραία, σχετικά εὔκολη, βατή.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...