γ) Πέριξ τῶν Καρυῶν Κελλιὰ-Καψάλα.
Ἀπὸ τὸ ἀνηφορικὸ μονοπάτι γιὰ τὴν Μολυβοκκλησιά, φαίνεται ἡ δυτικὴ ὄψη τῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου καὶ ὁ κυρτὸς πρόβολος τῆς τράπεζας, ποὺ θυμίζει ἔντονα τὸν ἀντίστοιχο πρόβολο τῆς τράπεζας τῆς Μονῆς Ζωγράφου. Φαίνονται ἐπίσης τὰ χιλανδαρινὰ Κελλιὰ τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὰ ἀριστερά, καὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Μπαρμπερᾶ πρὸς τὴν μεριὰ τῆς Σκήτης. Ἀνάμεσά τους διακρίνονται τὰ ἐρείπια τοῦ ζωγραφίτικου Κελλιοῦ τῶν Ἁγίων Πάντων. Στὴν ἀπέναντι πλαγιά, διακρίνονται τὰ Κελλιὰ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τοῦ Ἁγίου Σάββα καὶ τοῦ Ἁγίου Θεοφίλου. Ἀπὸ τὴν Μολυβοκκλησιά ἕνα μονοπάτι ὁδηγεῖ στὸ ἐπίσης χιλανδαρινὸ Κελλὶ τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου τοῦ Μαρουδά.
Πλάι στὴν Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, ξεκινάει ἕνας λιθόστρωτος δρόμος ποὺ προχωράει κατὰ μῆκος τῆς δυτικῆς πλευρᾶς τῆς Σκήτης, ἀνηφορίζει καὶ συναντάει τὸν ἁμαξιτὸ δρόμο Καρυὲς-Μονὴ Βατοπεδίου στὸ ὕψος τοῦ Ξενοφωντινοῦ Σταυροῦ. Ὁ δρόμος αὐτός, βατὸς γιὰ αὐτοκίνητο μέχρι ἑνὸς σημείου, ἦταν μονοπάτι ποὺ διευρύνθηκε γιὰ νὰ μπορούν νὰ περνοῦν οἱ βοϊδάμαξες ποὺ μετέφεραν δομικὰ ὑλικὰ γιὰ τὸ ἐργοτάξιο ποὺ ἔκτιζε τὴν Σκήτη.
Ἀκολουθῶντας τὸν δρόμο αὐτόν, συναντάμε δεξιά μας τὸ Χιλανδαρινὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Μπαρμπερᾶ. Παλαιότερα ἦταν γνωστό ὡς Χουχλίον, ἀνῆκε στὴν Μονὴ Δοχειαρίου καὶ στέγαζε τὸ ἀντιπροσωπεῖό της. Ἐπειδὴ ἦταν μακριά ἀπὸ τὶς Καρυές, ἡ Μονὴ Δοχειαρίου τὸ ἀντάλλαξε μὲ τὸ Χιλανδαρινὸ Κελλὶ τῶν Ἁγίων Πάντων στὶς Καρυές. Ἐδῶ ἐκοιμήθη ὁ πρώην Μητροπολίτης Σερβίας Μιχαήλ, τὸ 1669.
Συνεχίζοντας στὸν δρόμο, φτάνουμε στὸ ἱστορικὸ Κελλὶ Πατερίτσα, ἐπίσης Χιλανδαρινό, καὶ ἀφιερωμένο στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος. Λέγεται ὅτι παραχωρήθηκε ἀπὸ τὸν Πρῶτο στὸν Ἅγιο Σάββα τὸν Χιλανδαρινό, καὶ ὀφείλει τὴν προσωνυμία του στὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖ φυλάσσεται ἡ πατερίτσα –ποιμαντικὴ ῥάβδος- τοῦ Ὁσίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, τὴν ὁποία ἔφερε ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Τόπους ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Χιλανδαρινός. Στὸ Κελλὶ αὐτό, μαζεύονταν οἱ γέροντες τῶν γύρω Κελλίων καὶ συζητοῦσαν τὰ ζητήματά τους ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Ἁγίου Σάββα. Ἀξιοπρόσεχτος εἶναι ὁ βυζαντινὸς σταυρὸς στὴν στέγη τοῦ ναοῦ, ὁ ὁποῖος βρίσκεται σὲ ἐπίπεδο χαμηλότερο ἀπὸ ἐκεῖνο τοῦ κελλιοῦ. Ὁ ναός, τοῦ 1745, ἔχει ἕναν δρομικὸ νάρθηκα ποὺ διατρέχει τὴν βόρεια πλευρά του στὴν ὁποία βρίσκεται καὶ ἡ εἴσοδός τοῦ. Πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο βρίσκεται τοιχογραφία τῆς Μεταμορφώσεως. Στὸν βόρειο τοῖχο τοῦ ναοῦ, ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου, φυλάσσεται σὲ εἰδικὴ θέση ἡ πατερίτσα. Εἶναι φτιαγμένη ἀπὸ ἔβενο, φέρει διαδοχικὰ δακτυλίδια ἀπὸ ἐλεφαντόδοντο καὶ στὸ ἄνω ἄκρο ἀπολήγει σὲ ἀμφίκυρτη λαβή. Τὸ μῆκός της εἶναι 1 μέτρο καὶ τριακόσια σαράντα ἑπτὰ ἑκατοστά, καὶ τὸ μῆκος τῆς λαβῆς εἴκοσι ἕνα ἑκατοστά. Πριν τὸ 1877, ἡ κυρίαρχη Μονή, παρέλαβε τὴν πατερίτσα, γιατί ὁ τότε κελλιώτης μοναχός, ἔκοβε κομματάκια της, τὰ ὁποία δώριζε ἢ πουλοῦσε σὲ προσκυνητές. Ὅταν τὸ Κελλὶ ἀγοράστηκε ἀπὸ ἄλλον μοναχό, ἡ πατερίτσα ἐπεστράφη, ἀλλὰ γιὰ πᾶν ἐνδεχόμενο, ἡ κυρίαρχη Μονή, φρόντισε νὰ τοποθετήσει ἀσημένια ἐπένδυση στὸ κάτω ἄκρο της. Τὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο τοῦ ναοῦ φέρει ἰδιαίτερα ἀξιόλογο διάκοσμο. Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ δεσποτικὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἰκονίζεται νὰ κρατάει Εὐαγγέλιο, ἐνῶ ἀπὸ τὸν σχισμένο χιτῶνα φαίνεται ἡ πληγὴ τῆς λόγχης, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐκχύνεται τὸ Τίμιο Αἷμα πρὸς τὸ μισοσκεπασμένο Ἅγιο Ποτήριο. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ Ἱεροῦ Βήματος εἶναι μᾶλλον λαϊκότροπες, ἰδίως οἱ Ἱεράρχες· παλαιότερη φαίνεται νὰ εἶναι ἡ παράσταση τῶν Τριῶν Παίδων ἐν Καμίνῳ σὲ ἡμιθόλιο τῆς νότιας πλευρᾶς. Τὸ Κελλί, ἀγόρασε τὸ 1841 ὁ τελευταῖος Ἔλληνας κελλιώτης μοναχὸς τῆς μετέπειτα Σκήτης τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, ὅταν ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τοὺς Ῥῶσσους. Στὸ ἀρχονταρίκι τοῦ Κελλιοῦ, ὑπάρχουν φωτογραφικὰ πορτρέτα τῶν αὐταδέλφων μοναχῶν Ἀρσενίου καὶ Ἀναστασίου ἀπὸ τὴν Μακρινίτσα τοῦ Βόλου, πνευματικῶν τέκνων τῆς Μονῆς Ἁγίου Παντελεήμονος, ποὺ ἐκδιώχθηκαν διὰ τῆς τουρκικῆς λόγχης τῇ ἐνεργείᾳ τῶν Ῥώσσων, ἐπειδὴ δὲν θέλησαν νὰ ὑπογράψουν στὴν ἐκλογὴ Ῥώσσου ἡγουμένου, τὸ 1875. Μία ἄλλη φωτογραφία τῶν αὐταδέλφων μοναχῶν καὶ τῆς ὑπόλοιπης συνοδείας, ἔχει στὴν πίσω πλευρά, τὰ βιογραφικὰ τῶν μοναχῶν καὶ ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ ἡγουμένου Στέφανου Κόντογλου, θείου τοῦ Φώτη Κόντογλου.
Μετὰ τὴν Πατερίτσα, ὁ δρόμος συναντάει τὸ Χιλανδαρινὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τῶν Τρυγωνάδων. Ὁ ναὸς τοῦ κελλιοῦ βρίσκεται στὸν πρόσφατα χτισμένο ὅροφο τοῦ Κελλιοῦ. Ἔχει ἰδιαίτερα ἀξιόλογο τέμπλο καὶ βημόθυρα. Ὁ παλαιὸς ναὸς τοῦ Κελλιοῦ, ἦταν στὸ ἰσόγειο· πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδό του στὴν δυτικὴ ὄψη, βρίσκεται ὑαλόφρακτη τοιχογραφία, ποὺ εἰκονίζει τὸν Ἅγιο Δημήτριο ἔφιππο. Δίπλα της ὑπάρχει ἐπιγραφὴ ποὺ πληροφορεῖ ὅτι: Ἱστορήθη ἡ παρούσα εἰκὼν τοῦ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου δι’ ἐξόδων τοῦ τιμιοτάτου κυρ Δημητρίου τοῦ ἐπιλεγομένου Μῆτα, Γαλατσιάνου καὶ νῦν Θεσσαλονικέως. 1810, Αὐγούστου β΄. Τὸ ὕφος τῆς τοιχογραφίας καὶ ἡ καταγωγὴ τοῦ κτήτορα, συνηγοροῦν ὅτι πρόκειται γιὰ ἀνυπόγραφο ἔργο τῶν Γαλατσιάνων ζωγράφων. Ἀπὸ τὸ Κελλὶ τῶν Τρυγωνάδων, ἔχει κανεὶς θαυμάσια θέα τῶν περισσότερων ἀπὸ τὰ ἄλλα πέριξ τῶν Καρυῶν Κελλιά.
Ἀριστερά, ὑψώνεται τὸ ἐρειπωμένο πολυώροφο Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἐξάρτημα τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου, στὸ ὁποῖο τὸν 19ο αἰῶνα ἐγκαταβίωναν Ῥῶσσοι μοναχοί, καὶ ἀποτελοῦσε κέντρο τῆς ῥωσσικῆς προπαγάνδας, ἐφοδιασμένο μὲ τυπογραφεῖο καὶ ταχυδρομεῖο. Ὁ Γέροντας τοῦ Κελλιοῦ, ἵδρυσε τράπεζα, ἡ ὁποία διακήρυξε ὅτι καταβάλλει επιτόκιο 8-20% ἐπὶ τῶν καταθέσεων, ἀντὶ τοῦ συνηθισμένου τὴν ἐποχὴ ἐκείνη 4%. Συγκέντρωσε ἔτσι σημαντικὸ κεφάλαιο, μὲ τὸ ὁποῖο ἀνοικοδόμησε τὸ Κελλί, καὶ ἄνοιξε κατάστημα στὴν Πετρούπολη ποὺ ἐμπορευόταν ἁγιορείτικα προϊόντα. Ἡ ἐπιχείρηση ὅμως δὲν πῆγε καλά, ἡ τράπεζα πτώχευσε, καὶ οἱ καταθέτες ἔχασαν τὰ λεφτά τους.
Δεξιὰ τοῦ Κελλιοῦ αὐτοῦ, διακρίνεται ὁ ἀτύμπανος τροῦλλος τῆς στέγης τοῦ ἐρειπιώδους Κελλιοῦ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἐξάρτημα τῆς Μονῆς τοῦ Ῥωσσικοῦ. Ὁ ναὸς τοῦ κελλιοῦ, ἔχει τοιχογραφίες τοῦ 18ου αἰῶνος. Τὸ Κελλί, εἶναι αὐτὸ στὸ ὁποῖο ἐγκαταβίωνε ὁ Χατζη-Γεώργης ὁ Ἀθωνίτης ὅταν ἀποφασίστηκε ἡ ἀπέλασή του.
Πιὸ πάνω στὴν πλαγιά, εἶναι τὸ Χιλανδαρινὸ Κελλὶ τῶν Ἀρχαγγέλων τῶν Σαββαίων.
Ψηλότερα στὴν πλαγιά, μόλις διακρίνεται τὸ Γρηγοριάτικο Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Κομμένου ἢ Κομμένοι, ποὺ ἀναγνωρίστηκε ὡς Κελλί, τὸ 1901. Εἶναι πιθανόν νὰ πῆρε αὐτὸ τὸ τοπωνύμιο, ἐπειδὴ στὴν τοποθεσία αὐτὴ ἴσως σφαγιάστηκαν κάποιοι μοναχοί.
Ἀνάμεσα στὸ Κελλὶ τῶν Σαββαίων καὶ στὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, εἶναι τὸ Ἰβηρίτικο Κελλὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος μὲ τὸν πράσινο τροῦλλο καὶ τὸ ἐπίσης Ἰβηρίτικο Κελλὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ποὺ διακρίνεται εὔκολα ἐξαιτίας τῶν μπλε λουλακὶ ὄψεών του. Στὸ Κελλὸ αὐτό, στὸ ὁποῖο παραδοσιακὰ ἐγκαταβίωναν Ἱερισσιῶτες, μόνασε καὶ ἐκοιμήθη τὸ 1946, ὁ μοναχὸς Γαβριήλ, κατὰ κόσμον Γεώργιος καπεταν-Γιαγκλῆς, μακεδονομάχος, ἀπελευθερωτὴς τῆς Νιγρίτας καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν Σεῤῥῶν. Στὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπῆρξε ἀρχισερδάρης καὶ ἀρχηγὸς τῶν δύο ἐνόπλων τμημάτων ποὺ εἶχαν συσταθεῖ γιὰ τὴν δίωξη τῶν λῃστῶν καὶ τὴν προάσπιση τῆς κυριαρχίας καὶ ἀκεραιότητας τῆς ἀθωνικῆς ἐπικράτειας. Τοῦ χάρισε κάποιος ἕνα κομματάκι Τιμίου Ξύλου, καὶ ὁ καπεταν-Γιαγκλῆς τὸ προσκύνησε καὶ τὸ ἀσπάστηκε, προσευχήθηκε, ἔβγαλε τὸ μαχαίρι του, ἔσκισε τὸ μπράτσο του καὶ ἔβαλε μέσα στὴν τομὴ τὸ Τίμιο Ξύλο. Ἔλεγε ἀπὸ τότε: Μὲ φυλάει τὸ Τίμιο Ξύλο, δὲν μὲ βρίσκει ἐμένα βόλι, οὔτε σὲ μάχη οὔτε σὲ μπαμπεσιὰ θὰ πάω, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα μου, σὲ κρεβάτι θὰ πεθάνω. Πρὶν κοιμηθῆ, ἐξομολογήθηκε στὸν πνευματικό του καὶ μὲ συντριβὴ καὶ δάκρυα μετάνοιας, τὸν παρακαλοῦσε: «Θέλω νὰ ἀκούσουν τὰ αὐτιά μου τὴν διαβεβαίωσή σου, Πνευματικέ, γιὰ νὰ ἀναθαῤῥήσει καὶ νὰ γλυκάνει ἡ ψυχή μου ἀπὸ ἐλπίδα πὼς θὰ δῶ πρόσωπο Θεοῦ καὶ Παράδεισο... Δὲν σκότωνα γιὰ νὰ σκοτώνω. Γιὰ τὴν Πατρίδα καὶ τὰ ἅγιά της τὸ ἔκανα. Μὲ βαραίνει ὅμως καὶ μὲ πονάει ποὺ στὰ γιουρούσια, στὶς μάχες καὶ στὸ γιὰ νὰ προστατευτῶ καὶ νὰ προστατέψω, ἔκαμα ἔτσι ποὺ χάθηκαν καὶ ἄφταιγοι. Τὰ ξέρεις ὅλα. Σκληρὸς ὁ πόλεμος. Σοῦ πετρώνει τὴν καρδιά, σοῦ θολώνει τὸ μάτι. Εἶχα, βλέπεις, στὸ λαιμό μου καὶ στὴν ὑπακοή μου καὶ ἕνα σωρὸ παλληκάρια. Ἀλλὰ γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα ἤμουν ὑπεύθυνος ἐγώ. Πές μου, ὁ Θεὸς θὰ μὲ συγχωρέσει; Τὰ ὀστά του, μεταφέρθηκαν ἀργότερα στὴν Νιγρίτα καὶ στὴν γενέτειρά τοῦ Ἱερισσό, ἀλλὰ τὸ θρυλικὸ ντουφέκι του ἔμεινε στὴν Μονὴ Ἰβήρων.
Δεξιότερα, δεσπόζει τὸ Παντοκρατορινὸ Κελλὶ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Μουτάφη, μὲ μολυβδοσκέπαστο τροῦλλο, ποὺ προβάλλει στὴν μέση τῆς δίριχτης κεραμοσκεπῆς. Μουτάφηδες, εἶναι αὐτοὶ ποὺ ὑφαῖνουν μάλλινους τορβάδες-ταγάρια. Τὸ Κελλί, βρίσκεται σὲ μία προεξοχὴ ποὺ σχηματίζει δύο λάκκους.
Στὴν ἴδια περιοχή, ὑπάρχουν· τὸ Βατοπεδινό Κελλὶ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς μὲ λαμαρινοσκεπή, καὶ τὸ Ἐσφιγμενίτικο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων.
Δίπλα στοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους, βρίσκεται τὸ παντοκρατορινὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Φανερωμένου, τὸ ὁποῖο ταυτίζεται μὲ τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τοῦ Πλάκαρη. Ὀφεῖλει τὴν προσωνυμία του στὴν παράδοση ὅτι οἱ λἡστὲς ἔφτασαν στὸ Κελλὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔλειπαν οἱ Γέροντες τῆς συνοδείας καὶ ὁ Ἅγιος Γεώργιος φανερώθηκε ὡς ὑποτακτικός, περιποιήθηκε τοὺς λἡστές, καὶ τοὺς καθήλωσε ἀοράτως στὶς θέσεις τους, ὅπου τοὺς βρῆκαν οἱ Γέροντες ὅταν γύρισαν. Ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, φυλάσσεται τώρα στὴν Μονὴ Παντοκράτορος.
Ἡ ἀπέναντι πλαγιὰ τῆς μεγάλης ῥεματιᾶς τοῦ Λιβαδογένη, εἶναι ἡ περιοχὴ τῆς Ἄνω Καψάλας. Διακρίνονται τὰ Παντοκρατορινὰ Κελλιά· τοῦ Ἁγίου Νικολάου Χατζοῦδα καὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Αὐξεντίου, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ποὺ διασώζει ἀξιόλογες τοιχογραφίες τῶν Γαλατσιανῶν ζωγράφων, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τοῦ Ἁγίου Σάββα, τοῦ Ἁγίου Θεοφίλου τοῦ Μυροβλύτου.
Στὰ πέριξ τῶν Καρυῶν Κελλιά, συμπεριλαμβάνονται καὶ ὁρισμένα ποὺ βρίσκονται ἀνατολικὰ τῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα. Τὸ σημαντικότερο ἀπὸ αὐτά, σὲ μέγεθος καὶ ἱστορία, εἶναι τὸ Σιμωνοπετρίτικο Κελλὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου τῶν Κατσουλιέρηδων, ποὺ εἶναι χτισμένο ἀκριβῶς στὸ φρύδι τῆς νότιας πλαγιὰς τοῦ Λάκκου τοῦ ᾌδειν. Ἱδρύθηκε τὸ 1450 καὶ ἀγοράστηκε ἀπὸ τὴν Μονὴ Σίμωνος Πέτρας τὸ 1660. Τὸ 1840 ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ ῥωσσική συνοδεῖα, γεγονὸς ποὺ ἐξηγεῖ τὴν μεγάλη κλίμακα τοῦ οἰκοδομικοῦ συγκροτήματος. Τὸ 1990 κάηκε σὲ μεγάλη πυρκαγιά. Ἐλάχιστα ἴχνη μένουν ἀπὸ τὴν καταστροφή αὐτήν. Στὸν δυτικὸ τοῖχο τῆς τράπεζας, σύγχρονη τοιχογραφία εἰκονίζει ὅλους τοὺς Ἁγίους τῶν Καρυῶν.
Ἀπὸ τὸ Κελλὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἔχει κανεὶς ἐξαιρετικὴ θέα τῆς Καψάλας καὶ τοῦ Λάκκου τοῦ ᾌδειν (ᾄδειν, ἐκ τοῦ ᾄδω = ψάλλω). Ἡ περιοχὴ τῆς Καψάλας, ἀναδείχθηκε σὲ ἁγιοτόκο περιοχὴ καὶ στίβο ἀσκητικῶν ἀγώνων. Κατὰ τὸν 19ο αἰῶνα, ἀποτελοῦσε ἄτυπη σκήτη μὲ πενήντα τρεῖς καλύβες. Θωρεῖται ὅτι ὡς Κυριακὸ χρησιμοποιεῖτο ὁ ναόὸς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου.
Χαμηλὰ στὸν Λάκκο τοῦ ᾌδειν, στὴν βόρεια πλευρὰ τῆς κοίτης τοῦ Λιβαδογένη, φαίνεται τὸ Παντοκρατορινὸ Κελλὶ τοῦ Ἄξιόν Ἐστί. Στὸ Κελλί, φτάνει κανείς, ἀκολουθῶντας τὸ μονοπάτι ποὺ ξεκινάει ἀπὸ τὸ Κελλὶ τῶν Κατσουλιέρηδων καὶ κατηφορίζει τὴν πλαγιά. Ὑπάρχει ἐπίσης ἄλλο μονοπάτι ποὺ ξεκινάει σύῤῥιζα στὴν δυτικὴ πλευρὰ τῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα. Ὁ ἀρχικὸς ναός, μετετράπη σὲ Ἱερὸ Βῆμα τοῦ σημερινοῦ διευρυμένου ναοῦ, στὸν ὁποῖο προστέθηκε νάρθηκας. Αὐτὸ ἐξηγεῖ γιατί τὸ ἱερὸ εἶναι καμαροσκέπαστο, ἐνῶ ὁ κυρίως ναός ἔχει ἐγγεγραμμένο τροῦλλο καὶ μικρὸ ἐξώστη στὸν δυτικὸ τοῖχο. Ἡ ὡραία πύλη τοῦ τέμπλου βρίσκεται σὲ ἐσοχὴ τραπεζοειδοῦς κάτοψης. Δίπλα στὴν πύλη τοῦ διακονικοῦ, βρίσκεται ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας τοῦ Ἄξιόν Ἐστί. Ἐκεῖ, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἐμφανίστηκε τὸ 982 ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ μὲ μορφὴ μοναχοῦ καὶ δίδαξε στὸν ὑποτακτικό, τὴν συμπλήρωση τοῦ θεομητορικοῦ ὕμνου μὲ τὴν φράση: «Ἄξιόν ἐστι...» καὶ τὸ χάραξε μὲ τὸ δάκτυλο σὲ μία πλάκα. Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας, μεταφέρθηκε κατόπιν στὸν ναὸ τοῦ Πρωτάτου, καὶ τοποθετήθηκε στὸ σύνθρονο τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. Ἡ πλάκα στάλθηκε στὸ Πατριαρχεῖο.
Πίσω ἀπὸ τὸ Κελλὶ τοῦ Ἄξιόν Ἐστι, στοὺς πρόποδες τῆς πλαγιὰς ποὺ στεφανώνει τὸν Λάκκο, ὑψώνεται ἐπιβλητικὸ καὶ πολυώροφο τὸ Διονυσιάτικο Κελλὶ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, μὲ τὸν μεγάλο τροῦλλο ποὺ ὑψώνεται πάνω ἀπὸ τὰ ἀετώματα τῶν ὄψεων.
Βόρεια τοῦ Ἄξιόν Ἐστι, στὴν πλαγιά, βρίσκεται ἡ ἱστορικὴ Παντοκρατορινὴ Καλύβη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, ὅπου ἀσκήτευσε ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ὁ Μυροβλύτης. Τὸ λείψανό του εἶναι θαμμένο κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ.
Ἀνατολικότερα, καὶ πιὸ κοντὰ στὴν κοίτη τοῦ χειμάῤῥου, βρίσκεται ἡ Καλύβη τοῦ Ἁγίου Σεργίου τοῦ Ῥαντονέζ.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου