Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2024

δ) Πρωτάτο ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

δ) Πρωτάτο

Ὁ ναὸς τοῦ Πρωτάτου, ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα κτίσματα τοῦ Ἄθω. Ἱδρύθηκε τὸν 9ο αἰῶνα, μετὰ τὴν Εἰκονομαχία, ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τὸν Γ΄. Στὸν πρῶτο Βίο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτη, ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγιος ζήτησε τὸ 965 τὴν συνδρομὴ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ αὐτοκράτορος, μαγίστρου Λέοντα Φωκᾶ, γιὰ τὴν διεύρυνση τοῦ ἀρχικοῦ ναοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν χωροῦσε τοὺς Γέροντες κατὰ τὶς Συνάξεις. Οἱ αὐτοκράτορες Νικηφόρος Φωκᾶς καὶ Ἰωάννης Α΄ Τσιμισκῆς, τιμοῦνται ὡς κτήτορες τοῦ ναοῦ. Οἱ ἀνακαινίσεις ἀπὸ τὸν Ἀνδρόνικο τὸν Β΄ τὸν Παλαιολόγο, γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστοῦν οἱ ζημιὲς ποὺ προκάλεσαν οἱ φιλενωτικοὶ λατινόφρονες ἐπὶ Μιχαήλ τοῦ Ἡ΄ τοῦ Παλαιολόγου, δὲν ἄλλαξαν σημαντικὰ τὴν προγενέστερη κτηριακὴ μορφή. Ἡ πρώτη ἀναφορὰ στὸν ναὸ μὲ τὴν προσωνυμία Πρωτάτο, βρίσκεται στὸ Γ΄ Τυπικό, ποὺ ὁρίζει: Εἰς δὲ τὴν ἐκκλησίαν τοῦ πρωτάτου δώδεκα ἐκκλησιαστικοὶ οὐδαμὼς μὴ ἐκλιπέτωσαν· ὁ Λαύρας καὶ ὁ Βατοπεδίου δύο τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, ὁ Ἴβηρ καὶ Χιλανδαρίου ἑτέρους δύο τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, τὰ δὲ ἕτερα μοναστήρια τοὺς ὀκτώ, παρέχειν τε αὐτοῖς ἀνὰ ἓν μουζούριον ἄλευρον τὸν καθέκαστον μῆνα καὶ ἐπίδοσιν ἐλαίου, κήρου θυμιάματος τὸ ἀρκοῦν καὶ τοῦτο τάττομεν τοίνυν μετὰ ἀλύτου ἀφορισμοῦ, μὴ ὑστερεῖσθαι ἡ τοῦ Πρωτάτου ἐκκλησία τούτων ὅλως καὶ μὴ περιφρονεῖσθαι τὴν σύναξιν τοῦ ἁγίου ὄρους. Μετὰ τὸ 1593, οἱ εἴκοσι Μονές, συμβάλλουν ἰσόποσα γιὰ τὴν συντήρηση τοῦ ναοῦ. Στοὺς χορούς, βρίσκονται τὰ στασίδια ὅλων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Μονῶν, καὶ πάνω ἀπὸ τὸν καθένα καίει καντήλι μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου ἢ τῆς ἑορτῆς τῆς ἀφιέρωσης τῆς Μονῆς.

Ἡ κάτοψη τοῦ ναοῦ εἶναι ῥιζικὰ διαφορετική, ὄχι μόνο ἀπὸ ἐκείνη τῶν ἁγιορείτικων Καθολικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς περισσότερους ναοὺς τῆς Βυζαντινῆς περιόδου. Ἐξωτερικά, ἀκολουθεῖ τὴν τυπολογία τῆς βασιλικῆς, μὲ τρεῖς ἡμικυλινδρικὲς ἁψῖδες στὴν ἀνατολικὴ ὄψη. Ἡ κάτοψη εἶναι ἕνα ὀρθογώνιο ποὺ περιλαμβάνει τρίκογχο Ἱερὸ Βῆμα, κυρίως ναό, καὶ νάρθηκα. Ὁ νάρθηκας εἶναι μεταγενέστερη προσθήκη τοῦ 1507 καὶ ὁ σκεπαστός διάδρομος μὲ τὴν τοξοστοιχία στὴν βόρεια πλευρά προστέθηκε τὸ 1534 ἀπὸ τὸν Πρῶτο Σεραφείμ. Στὸν χῶρο τοῦ κυρίως ναοῦ, εἶναι ἐγγεγραμμένος ἕνας ἰσοσκελὴς σταυρός. Ἡ ἀπὸ βοῤῥά πρὸς νότο κεραία τοῦ σταυροῦ, σχηματίζει τοὺς χώρους τῶν ψαλτῶν, ἐνῶ οἱ δύο χῶροι ποὺ διακρίνονται ἀπὸ τὸν σταυρό, λειτουργοῦν ὡς· πρόθεση ὁ βορειανατολικός, καὶ ὡς διακονικὸ ὁ νοτιοανατολικός. Ἡ στέγη τοῦ κτίσματος, ἀρχικὰ ξύλινη, εἶναι δίριχτη. Τὸ 1802 υπερυψώθηκε ἡ στέγη τοῦ κεντρικοῦ κλίτους, γεγονὸς ποὺ ἐπέτρεψε τὴν διάνοιξη πολλῶν φωτιστικῶν θυρίδων, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ ναός, νὰ καταστεῖ φωτεινότερος.

Στὸ ἐσωτερικό του, ὁ ναός, εἶναι κατάγραπτος μὲ τοιχογραφίες, περίπου τοῦ 1290, τοῦ Μανουήλ Πανσέληνου. Ὁ ζωγράφος αὐτός, ἐντυπωσίασε συγχρόνους καὶ μεταγενέστερους ὅσο κανένας ἄλλος ἐπώνυμος ζωγράφος τοῦ Βυζαντίου, σὲ βαθμὸ ποὺ τὸ ὄνομά του νὰ καταστεῖ ταυτόσημο, ὄχι μόνο ἑνὸς μνημειακοῦ συνόλου, ἀλλὰ ὁλόκληρης τῆς ἐποχῆς τῶν Παλαιολόγων καὶ τῆς Μακεδονικῆς Σχολῆς, ποὺ εἶχε ἕδρα τὴν Θεσσαλονίκη. Στὴν ἀναγωγή του σὲ θρῦλο, συνετέλεσε τὸ γεγονός ὅτι ἐλάχιστα στοιχεῖα γνωρίζουμε γιὰ τὴν ζωή τοῦ, ἂν καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ συμπεριέλαβε τὴν αὐτοπροσωπογραφία του στὴν τοιχογραφία τῆς Προδοσίας τοῦ Ἰοῦδα, στὸ Καθολικο τῆς Μονῆς Βατοπεδίου.

Ἀπὸ ἄποψη τέχνης καὶ αἰσθητικῆς, οἱ τοιχογραφίες τοῦ Πρωτάτου ἀποτελοῦν κορυφαῖα δημιουργία τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα σύνολα τῆς παγκόσμιας πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς.

Οἱ εὐρύτατες ἐπίπεδες ἐπιφάνειες, ποὺ προσφέρει τὸ ἀρχιτεκτονικὸ σχῆμα τῆς Βασιλικῆς, ἐπέτρεψαν στὸν καλλιτέχνη νὰ ἁπλώσει ἀνεμπόδιστα τὶς πολυπρόσωπες συνθέσεις καὶ τὶς παραστάσεις μεμονωμένων προσώπων. Δεῖγμα τῆς ἰδιοφυΐας τοῦ Πανσελήνου εἶναι ἀκριβῶς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο προσάρμοσε τὸ εἰκονογραφικὸ πρόγραμμα ἑνὸς τρουλλαίου ναοῦ, στὶς ἐπίπεδες ἐπιφάνειες μιας τρίκλιτης Βασιλικῆς. Τὸ εἰκονογραφικὸ πρόγραμμα, ἀναπτύσσεται σὲ τέσσερις ἐπάλληλες ζῶνες. Στὴν ἀνώτερη ζώνη, εἰκονίζονται οἱ Προπάτορες τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὸν Αδάμ ἕως τὸν Ἰωσήφ. Στὶς δύο ἑπόμενες, εἰκονίζονται σκηνὲς ἀπὸ τὸ Δωδεκάορτο, τὰ Πάθη τοῦ Κυρίου καὶ τὸν βίο τῆς Θεοτόκου. Στὴν κατώτατη ζώνη, εἰκονίζονται ὁλόσωμοι Ἅγιοι, ὁ στρατὸς τοῦ Κυρίου· ἱεράρχες, στρατιωτικοί Ἅγιοι, Μάρτυρες καὶ ὀνομαστοὶ ἀσκητές, ποὺ καλύπτουν ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τοῦ μοναχισμοῦ, ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, τὴν Παλαιστίνη, τὴν Μικρὰ Ἀσία καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ εἰκονογραφικ]π πρόγραμμα, συμπληρώνεται μὲ παραστάσεις ἀπὸ τὸν κύκλο τῆς Πεντηκοστῆς, ἀπεικονίσεις Προφητῶν καὶ Δικαίων, καὶ σκηνὲς ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ποὺ προεικονίζουν τὴν Θεοτόκο. Ἡ ἐπιλογὴ τῶν θεμάτων καὶ ἡ διάταξη τοῦ εἰκονογραφικοῦ κύκλου μὲ τὴν ἔντονη ἀφηγηματικότητά της, στοχεύουν νὰ τονίσουν τὸ γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀποτυπώνουν τὸ χρονικὸ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἔχει διατυπωθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι ὁ εἰκονογραφικός κύκλος, ἀντανακλᾶ ἀπόψεις δύο Ἁγιορειτῶν μοναχῶν, μαθητών τοῦ Ὁσίου Νικηφόρου τοῦ ἡσυχαστοῦ· τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (1230-1310) καὶ τοῦ μητροπολίτου Φιλαδελφείας Θεολήπτου (1250-1326) πνευματικού γέροντα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμά. Ἡ δογματικὴ στερεότητα τοῦ εἰκονογραφικοῦ προγράμματος εἶναι ἐπίσης ἔκδηλη στὴν παράσταση τοῦ Χριστοῦ ὡς Ἀναπεσόντα, στὸν δυτικὸ τοῖχο, κάτω ἀπὸ τὴν μεγάλων διαστάσεων παράσταση τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

 Χαρακτηριστικὸ τῆς τέχνης τοῦ Πανσελήνου εἶναι ὁ ἀφηγηματικὸς χαρακτῆρας τῶν μνημειακῶν συνθέσεων, ἡ ἔμφαση μὲ τὴν ὁποία ἀποδίδεται ὁ ὄγκος τῶν σωμάτων –ὀγκηρὴ ζωγραφική-, οἱ πολυπρόσωπες σκηνές, ἡ υἱοθέτηση προτύπων ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ ἑλληνιστικὴ παράδοση, ποὺ ἀποδίδονται μὲ ἰδιαίτερη δραματικότητα καὶ πνευματικότητα. Ἡ χρήση αὐτῶν τῶν προτύπων εἶναι εὐδιάκριτη σὲ παραστάσεις ὅπως ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, ὅπου ἡ ἔκφραση τῶν προσώπων τῶν πενθούντων ἔχει κάτι ἀπὸ τὴν συγκρατημένη θλίψη τῶν ἀρχαίων ἐπιτυμβίων. Στὴν παράσταση τῆς Βάπτισης ἐπίσης, εἶναι ἰδιαίτερα ἀξιοπρόσεχτη ἡ συμπερίληψη τῆς μορφῆς τοῦ γέρου ποὺ ἱππεύει τὰ δύο δελφίνια, προσωποποίηση τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, καὶ τῶν τριῶν παιδιῶν πού, πιασμένα χέρι χέρι, περνοῦν ἕνα γεφύρι· θέματα καὶ τὰ δύο ποὺ ἕλκουν τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὴν ἀλεξανδρινή παράδοση, στὴν ὁποία εἶχε στραφεῖ ἡ τέχνη τῆς ἐποχῆς τῶν Παλαιολόγων. Σημαντικὸ ῥόλο διαδραματίζουν ἐπίσης οἱ ἀπεικονίσεις οἰκοδομημάτων· τὸ οἰκοδόμημα μὲ τὴν κόγχη στὴν παράσταση τῆς Σταύρωσης τονίζει ἕνα ἀπὸ τὰ ἐλάσσονα πρόσωπα τῆς σκηνῆς, τὸν ἑκατόνταρχο, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀνθρώπινη μαρτυρία τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου. Καθοριστικὸ χαρακτηριστικὸ εἶναι ἐπίσης τὸ χρῶμα· ἐπικρατοῦν λαμπερὰ καὶ φωτεινὰ χρώματα σὲ ἁπαλὲς τονικὲς ἀποχρώσεις καὶ ἁρμονικοὺς συνδυασμούς, ποὺ προσδίδουν λάμψη καὶ ἐκφραστικὴ ζωντάνια στὶς μορφές. Βέβαια, τὰ χρώματα ἴσως ὑπέστησαν ἀλλοιώσεις ἀπὸ τὸ σοβαρὸ πρόβλημα ὑγρασίας ποὺ ἀντιμετωπίζει ὁ ναός, καὶ ἀπὸ τὶς περιπέτειες διαδοχικῶν ἀναστηλώσεων.

Τὸ τέμπλο εἶναι μαρμάρινο μὲ γεωμετρικὰ διακοσμητικά, καὶ ἀνάγεται στὸν 10ο αἰῶνα.

Στὸ σύνθρονο τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, βρίσκεται ἡ Παναγία τοῦ Ἄξιόν Ἐστι. Ἡ λιτάνευση τῆς εἰκόνας γίνεται τὴν Δευτέρα τοῦ Πάσχα καὶ εἶναι ἡ μεγαλοπρεπέστερη λιτάνευση ἐφέστιας εἰκόνας στὸ Ἅγιον όρος.

Ἡ εἴσοδος στὸν ναό, δὲν γίνεται ἀπὸ τὸν νάρθηκα στὴν δυτικὴ πλευρά, ἀλλὰ ἀπὸ μία μικρή πόρτα στὸ βάθος τῆς τοξοστοιχίας ποὺ διατρέχει τὴν βόρεια ὄψη. Μία σκάλα στὸ βόρειο ἄκρο ὁδηγεῖ στὸν ἄνω ὅροφο ὅπου βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Τὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο του εἶναι ἰδιαίτερα περίτεχνο καὶ τὸ Ἱερὸ Βῆμα εἶναι κατάγραπτο ἀπὸ τοιχογραφίες. Ἡ ἀπεικόνιση Ἁγίων τῆς περιοχῆς τῆς Αχρίδας ἀποτελεῖ ἴσως ἔνδειξη γιὰ τὴν ἐθνοτικὴ καταγωγὴ τῶν κτητόρων τοῦ παρεκκλησίου· Γερασίμου καὶ Μερκουρίου, ποὺ μνημονεύονται σὲ ἐπιγραφὴ κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο στὴν νότια πλευρά. Ἱστορικοὶ ἐντόπισαν ὅτι οἱ ἐν λόγῳ μοναχοί, ἐγκαταβιοῦσαν στὸ Κελλὶ τοῦ Καπρούλη.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...