ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ
Συνεχίζοντας στὸν δρόμο ποὺ πάει πρὸς Δάφνη, προσπερνάμε στὰ ἀριστερΆ μας τὸ ἐλικοδρόμιο, καὶ φτάνουμε στὸ πελώριο συγκρότημα τῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα. Ὁ χαρακτηρισμὸς ποὺ ταιριάζει στὸ συγκρότημα τῆς Σκήτης εἶναι ὑπερφίαλο, γιατὶ πραγματικὰ καταλύει τὴν αἴσθηση τοῦ μέτρου ποὺ διδάσκει ἡ παιδεία μας. Τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ ἐπιβλητικό κτηριακὸ συγκρότημα τῆς Σκήτης, δεσπόζει στὸ τοπίο τῶν Καρυῶν καὶ εἶναι ὁρατὸ ἀπὸ πολλὰ σημεῖα τῆς ἀνατολικῆς ἀκτῆς. Εἶναι γνωστὸ καὶ ὡς Σεράϊ, καὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι, μπροστά του, τὰ γύρω κτίσματα συῤῥικνώνονται σὲ καλύβες καὶ παράγκες.
Στὴν θέση τῆς Σκήτης, βρισκόταν τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τοῦ Ξύστρη ἢ Ξέστρου ἢ Ξέστου, ἡγούμενοι τοῦ ὁποίου ὑπογράφουν ἁγιορείτικα ἔγγραφα τῆς παλαιολόγειας περιόδου. Ἡ πιὸ πρόσφατη ἱστορία του ἀνάγεται στὴν οἰκοδόμηση τοῦ κελλιοῦ τὸ 1652 ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ πατριάρχη Ἀθανάσιο Γ΄ Πατελλάρο, ποὺ ἑορτάζει στὶς 21 Αὐγούστου, ὁ ὁποῖος ἔκτισε τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου. Ἀργότερα, τὸ Κελλὶ περιῆλθε στὴν Μονὴ Βατοπεδίου καὶ τὸ 1763 παραχωρήθηκε στὸν ἔκπτωτο πατριάρχη Σεραφεὶμ τὸν Β΄, ὁ ὁποῖος τὸ ἀνοικοδόμησε ἐκ βάθρων καὶ ἀφιέρωσε τὸν ναὸ στὸν Ἅγιο Ἀπόστολο Ἀνδρέα. Όταν ὁ Σεραφεὶμ ἔφυγε στὴν Ῥωσσία τὸ 1771, τὸ Κελλὸ παραχωρήθηκε σὲ διαδοχὴ Ἑλλήνων μοναχῶν, ὥσπου ἐκχωρήθηκε σὲ δύο Ῥῶσσους μοναχοὺς τὸ 1842. Τὸ 1849, μετὰ ἀπὸ πιέσεις τῆς ῥωσσικῆς πρεσβείας στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ Κελλὶ ἀναγνωρίστηκε μὲ πατριαρχικὸ σιγίλλιο ὡς Σκήτη, καὶ ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσεται ραγδαία σὲ ἀριθμὸ μοναχῶν καὶ κτηριακὲς ἐγκαταστάσεις. Τότε χτίστηκαν οἱ πτέρυγές της, ποὺ σχηματίζουν ἕνα τετράπλευρο γύρω ἀπὸ τὸ Κυριακό. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα, ἡ Σκήτη ἀριθμοῦσε ὀκτακόσιους μοναχούς. Μετὰ τὴν Ὀκτωβριανή Ἐπανάσταση στὴν Ῥωσσία τὸ 1917, ἀκολούθησε τὴν μοίρα τῆς σταδιακῆς παρακμῆς ποὺ γνώρισαν ὅλα τὰ ἱερὰ καθιδρύματα στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ 1958, ἡ δυτικὴ πτέρυγα ὑπέστη σοβαρὲς ζημιὲς ἀπὸ πυρκαγιά. Τὸ 1970 ἐρήμωσε ἐντελῶς. Τὸν χειμῶνα τοῦ 1972, κηδεύτηκε ὁ μοναχὸς Σαμψών, ὁ τελευταῖος τῶν Ῥώσσων μοναχῶν. Τὸ 1992, ἡ Σκήτη ἐπανδρώθηκε ἀπὸ ὀλιγομελή συνοδεῖα Ἑλλήνων μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέστησαν στὸ ὑπόγειο τοῦ Κυριακοῦ σύγχρονο ἐργαστήριο συντήρησης εἰκόνων. Μετὰ τὸ 2000, τὴν θέση τους πῆρε μία ἀδελφότητα μοναχῶν ἀπὸ τὴν Μονὴ Φιλοθέου μὲ Δικαίο τὸν προηγούμενο Ἐφραίμ.
Τὸ μέγεθος καὶ ὁ μεγαλειώδης χαρακτῆρας τῆς Σκήτης, τονίζουν ἀκόμη περισσότερο τὴν αἴσθηση φθορᾶς καὶ ἐγκατάλειψης. Διασχίζοντας τὸ πομπώδες προστῶο, ὁ ἐπισκέπτης, ἔχει τὴν αἴσθηση ὅτι βρίσκεται σὰν δύτης στὸ ναυάγιο ἑνὸς γιγάντιου ὐπερωκεάνιου, καὶ ἂν τύχει νὰ εἶναι κινηματογραφόφιλος, δὲν θὰ δυσκολευτεῖ νὰ περιγράψει τὸ συγκρότημα τῆς Σκήτης, ὡς Τιτανικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Τὸ Κυριακό, ἄρχισε νὰ χτίζεται τὸ 1867, καὶ ἐγκαινιάστηκε τὸ 1900 ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ πατριάρχη Ἰωακεὶμ τὸν Γ΄. Ἀκολουθεῖ τὴν τυπολογία τῆς Βασιλικῆς καὶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ναοὺς τῶν Βαλκανίων, μὲ μῆκος ἑξήντα μέτρων, πλάτος τριάντα τριῶν καὶ ὕψος εἴκοσι ἐννέα. Τὸ ξύλινο τέμπλο εἶναι ἰδιαίτερα ὑψηλὸ καὶ φέρει πολλὲς εἰκόνες σὲ ἀλλεπάλληλα διαζώματα, στὶς περισσότερες οἱ Ἅγιοι εἰκονίζονται ὁλόσωμοι, σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τῆς ῥωσσικῆς τέχνης τῆς ἐποχῆς. Εἶναι ὅλο ἐπιχρυσωμένο καὶ ἐκθαμβωτικό. Ὁ ζωγράφος Νίκος Γαβριὴλ Πεντζίκης έλεγε πως, ἂν δεῖ κανεὶς τὸ τέμπλο αὐτό, καταλαβαίνει ἀμέσως γιατὶ ἔγινε ἡ Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση στὴν Ῥωσσία. Τὸ δάπεδο τοῦ ναοῦ εἶναι στρωμένο μὲ σανίδια ῥαμποτὲ ποὺ σχηματίζουν ψαροκόκαλο. Ἐνῶ εἶναι ἐπίπεδο, προκαλεῖται προοπτικὰ ἡ ψευδαίσθηση ὅτι δημιουργεῖ κυματισμό. Σὲ προσκυνητάρι δεξιὰ τῆς πύλης τοῦ ἱεροῦ βήματος, φυλάσσεται ἡ κάρα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα.
Οἱ ἐπισκέπτες τῆς Σκήτης, συνήθως περιορίζονται στὸ ἐκθαμβωτικό Κυριακό καὶ παραβλέπουν τὸ τριώροφο κτίσμα ἀπέναντι ποὺ στεγάζει τὸν ναὸ τοῦ Κελλίου τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου καὶ ἀποτελεῖ ἴσως πολὺ σημαντικότερο κτίσμα ἀπὸ ἀρχιτεκτονικῆς ἄποψης. Ὁ κτήτοράς του, πατριάρχης Σεραφεὶμ ὁ Β΄, ὑπῆρξε δραστήριος ἱεράρχης, ποὺ διατηροῦσε φιλικὲς σχέσεις μὲ λογίους τῆς ἐποχῆς, ὅπως ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς Εὐγένιος Βούλγαρις καὶ ὁ Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφκσι. Ἔμεινε μόνο τρία χρόνια στὸν πατριαρχικὸ θρόνο -1757 μὲ 1760- καὶ σὲ αὐτὸ τὸ διάστημα καθιέρωσε γιὰ πρώτη φορὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέα ὡς θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀφοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας, χειροτόνησε τὸν πρῶτο ἐπίσκοπο Βυζαντίου. Κατηγορήθηκε γιὰ φιλορωσσικὴ στάση καὶ οἰκονομικὲς ἀτασθαλίες μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο. Τὸ 1763, ἐγκαταστάθηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Κατὰ τὸν Ῥωσσο-Τουρκικὸ Πόλεμο τὸ 1771, ἐπιβιβάστηκε σὲ ῥωσσικὸ πολεμικὸ πλοῖο καὶ ὑποκινοῦσε τοὺς κατοίκους τῶν νησιῶν τοῦ Αἰγαίου νὰ ἐπαναστατήσουν. Ἀναγκάστηκε κατόπιν νὰ διαφύγει στὴν Ῥωσσία, ὅπου ἔγινε δεκτὸς μὲ τιμὲς καὶ συνεργάστηκε στὴν χάραξη τῆς ἀνατολικῆς πολιτικής τῆς Αἰκατερίνης τῆς Μεγάλης. Κατὰ τὴν παραμονή του στὶς Καρυές, ἀνακαίνισε ἐκ βάθρων τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου καὶ τὸ ἀφιέρωσε στὸν Ἅγιο Ἀνδρέα. Ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ κτίσματος ἔκανε τοὺς συγχρόνους του νὰ τὸ ονομάσουν Σεράϊ. Ὁ Καισάριος Δαπόντες, τὸ χαρακτήρισε σπίτι μεγάλο καὶ τρελλό. Σήμερα σώζεται μόνο τὸ τριώροφο κτίσμα ποὺ στὸν πάνω ὅροφο στεγάζει τὸν ναό. Δύο ἐντοιχισμένες ἐπιγραφές –ἡ μία σὲ ψευδοομηρικὸ ὕφος, ἡ ἄλλη λαϊκότροπη καὶ ὁμοιοκατάληκτη εἶναι πιθανόν ἔργο τοῦ Δαπόντε- μᾶς πληροφοροῦν ὅτι ἡ οἰκοδόμηση ὁλοκληρώθηκε τὸ 1768 καὶ ὅτι ἀρχιτέκτονας ἦταν ὁ μοναχὸς Παχώμιος ἀπὸ τὴν Χίο. Ὁ τύπος τοῦ ναοῦ εἶναι ἀσυνήθιστος στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος· παρεμφερὴ τυπολογία συναντάμε μόνο στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόμου, τὸ σημερινό τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου στὰ Καυσοκαλύβια, καὶ λιγότερο στὸν ναό τῆς Παναγίας στὴν Μονὴ Χιλανδαρίου. Τὸ ἀσυνήθιστο τοῦ ναοῦ εγκειται στὸ ὅτι, ἐνῶ σαφέστατα μιμεῖται τὴν Ἁγία Σοφία τῆς Κωνσταντινούπολης, εἶναι κατάφορτος μὲ στοιχεῖα μπαρόκ, ἐμφανέστατα στὰ τόξα, τὰ ὁποία ἀπηχοῦν τὸ ἀνατολίτικο μπαρὸκ τῆς Κωνσταντινούπολης, ἀλλὰ καὶ τὸ εὐρωπαϊκὸ μπαρὸκ τῶν παραδουνάβιων ἡγεμονιῶν· πρόκειται δηλαδή, γιὰ σπάνιο τεκμήριο λόγιας ἀρχιτεκτονικῆς τῆς ἐποχῆς.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου