Κεφάλαιον ΙΔ΄. Εἰς τὴν Μονὴν Παντοκράτορος.
1. Ἡ ὁδὸς μεταξὺ τῶν Μονῶν Ἰβήρων καὶ Παντοκράτορος εἶναι ὁμαλή, διέρχεται αὕτη διὰ μέσου δασῶν καὶ καταφύτων ἐκτάσεων, ἔφθασα ἐκεὶ περὶ ὥραν 3 μ.μ. Ἡ Μονὴ αὕτη θεωρεῖται ἐκ τῶν μικρῶν, ἡ ἀδελφότης της πρόθυμος καὶ αὕτη, ἐχάρη ὅταν μὲ εἶδε, μὲ ὑπέδεχθη καὶ ἐτέθη εἰς τὴν διάθεσίν μου διὰ πᾶν ὅτι ἤθελον. –Θὰ ἀναχωρήσω μετὰ δύο ὥρας, εἶπον, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω τὴν ἐκκλησίαν σας καὶ εἰ δυνατὸν νὰ λάβω ποιάν τοινα γνῶσιν τῆς βιβλιοθήκης σας. –Εὐχαρίστως, μοῦ εἶπον καὶ μετέβημεν εἰς αὐτήν.
2. Εἶναι ἐδῶ ἡ ἐκκλησία, τῇ ἀληθείᾳ θαυμασία, μὲ ὡραίας εἰκόνας, διὰ χρυσῶν καλυμμάτων κεκοσμημένας τὰς πλείστας, πλουσίους καὶ πολυτελεῖς πολυελαίους καὶ μανουάλια, τύπου βεβαίως καὶ αὕτη βυζαντινοῦ, τὸ κτίσιμόν της ἐξ ἐκείνων ἅπερ δίδουσιν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι εἶναι προορισμένη διὰ χιλιετηρίδας. Ἐκεῖθεν μετέβημεν εἰς τὴν Βιβλιοθήκην, ὑπάρχουσι καὶ ἐδῶ πλεῖστα ὅσα Χειρόγραφα καὶ ἔντυπα Χρυσόβουλα καὶ ἄλλα κειμήλια. –Αἱ ἐντυπώσεις σας;, μοῦ λέγουν οἱ μοναχοί. -Ἔχω θαυμασίας ἐντυπώσεις, ἀπαντῶ, δὲν ἤλπιζον νὰ ἴδω τόσα πράγματα στὴν Μονήν σας. Ἐκολακεύθησαν οὗτοι καὶ ἐπέμενον τὸ ἑσπέρας νὰ μείνω νὰ μὲ περιποιηθοῦν. τοὺς εἶπον: -Διὰ σᾶς ἐπιφυλάσσω νὰ κάμω θαλάσσια λουτρά τὸ προσεχὲς καλοκαίρι, καὶ οὕτως ἔπεισα αὐτοὺς νὰ μὴν ἐπιμείνωσι, καὶ ἀνεχώρησα διὰ τὴν Μονὴν Σταυρονικήτα, τὴν μικροτέραν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἔξωθι τοῦ Παντοκράτορος καὶ εἰς μικρὰν ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόστασιν, ὑπάρχει μεγάλη Ῥωσσικὴ Σκήτη, ἐφάμιλλος πρὸς τὸ Σεράγι.
3. Φέρουσι καὶ οἱ Παντοκρατορινοί, τὸ στίγμα, ὅτι, τίς εἶδε διὰ τίνος χρυσίου, ἐπέτρεψαν πρὸ ἐτῶν, νὰ κτισθῆ ὁ κολοσσὸς ἐκεῖνος, ὅστις καραδοκεῖ καὶ οὗτος τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀνακηρυχθῆ εἰς Μονήν.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου