Κεφάλαιον ΜΣΤ΄. Εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος
1. Κατὰ τὴν 9ην Ἰανουαρίου 1916, ἐδέχθην εἰς τὸ γραφεῖόν μου, τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ῥωσσικῆς Μονῆς, ὅστις ἐγνώριζεν ἀρκετὰ καλὰ τὴν ἑλληνικήν, καὶ μοῦ εὐχήθη ἔτη πολλὰ καὶ εὐτυχῆ ἐπὶ τῷ νέῳ ἔτει ἐκ μέρους τῆς Μονῆς του. Ἀντηυχήθην δὲ εἰς αὐτὸν τὰ αὐτά, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ διαβιβάσει τὰς εὐχάς μου εἴς τε τὸν Ἡγούμενον καὶ τοὺς ἄλλους πατέρας τῆς Μονῆς. –Εὐχαρίστως, ἀλλ’ οἱ πατέρες τῆς Μονῆς μου καὶ ὁ ἅγιος Ἡγούμενος ἔχουσι κάποιον παράπονον καθ’ ὑμῶν, ἤτοι, ὅτι, ἐν ᾧ σχεδὸν παρῆλθον τέσσαρες μῆνες, ἀφ’ ἧς εὑρίσκεσθε ἐνταῦθα, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐπεσκέφθητε σχεδὸν ὅλας τὰς Μονὰς καὶ τὰς Σκήτας, τὴν Μονήν μας δὲν ἐπεσκέφθητε, καὶ ἀπορῶσι διατί τοῦτο. Μὲ διέταξαν νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις παρ’ ὑμῶν, μήπως ἔχετε κανὲν παράπονον καὶ ποῖον τοῦτο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Νὰ σᾶς παρακαλέσω ἐν πάσῃ περιπτώσει θερμῶς, νὰ λάβητε τὴν εὐγενῆ καλωσύνην καὶ ἐπισκεφθῆτε καὶ ἡμᾶς, ἣν ἐπίσκεψίν σας θὰ θεωρήσομεν τιμήν μας.
2. Τί νὰ εἶπω εἰς τὰ διατυπωθέντα μοι παράπονα καὶ τὴν εὐγενεστάτην πρόσκλησιν τοῦ ἀντιπροσώπου. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀφήσω τὴν εἰλικρίνειαν κατὰ μέρος. Ἀπάντησα ὅτι οὐδὲν παράπονον εἶχον κατὰ τῆς Μονῆς, ὅτι διάφορα ζητήματα μὲ τὰ ὁποῖα μὲ ἀπησχόλησαν αἱ ἄλλαι Μοναὶ δὲν μοὶ ἔδωσαν καιρὸν πρὸς τοῦτο, καὶ ὅτι μὲ προλαμβάνει, καθ’ ὃν χρόνον ἐσκεπτόμην νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν ἄλλως ἥσυχον Μονήν του, μὲ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον ζητήματα ν’ ἀπασχοληθῶ. Τοῦ ὑπεσχέθην, ἐντὸς δύο-τριῶν ἡμερῶν θὰ μετέβαινον εἰς αὐτήν καὶ τὸν παρεκάλεσα θερμῶς νὰ παραλείψωσι ἐκεῖ πᾶσα τυχὸν ἑτοιμαζομένην ὑποδοχήν, καὶ νὰ διαβιβάσει τὴν ἐπιθυμίαν μου νὰ με δεχθοῦν ὡς ἁπλοῦν ἐπισκέπτην. Ὅταν ἀποφασίσητε, νὰ μοῦ ζητήσητε ζῶον νὰ σᾶς δώσω τοιοῦτον. –Περιττὸν πάτερ, καθ’ ὅσον θὰ μισθώσω ἕν. Οὗτος ὅμως ἐπέμενε καὶ τοῦ ὑπεσχέθην νὰ τοῦ ζητήσω τὸ ὅπερ μοῦ προσέφερε ζῶον.
3. Μετὰ δύο ἡμέρας, διὰ χωροφύλακος εἰδοποίησα αὐτόν, ὅτι τὴν ἐπαύριον θὰ μετέβαινα εἰς τὴν Μονήν του καὶ τὸν παρεκάλεσα τὴν ἑπομένη πρωΐαν, νὰ μοὶ ἀποστείλει ἓν ζῶον, καὶ νὰ παραλείψει τὴν διατύπωσιν νὰ μὲ προπέμψει πρὸς τὴν Μονήν του ἀπερχόμενον.
4. Τὴν ἐπαύριον, ἔφιππος ἐπὶ ζώου, συνοδευόμενος ἀπὸ ὑπηρέτην τῆς Μονῆς, πρὶν ἔτι ξημερώσει, ἀνεχώρησα ἐκεῖ. Μετὰ δίωρον εὑρισκόμην εἰς αὐτήν, ἤτοι περὶ τὴν 8ην πρωϊνήν. Συμφώνως πρὸς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἐπιθυμίαν μου, οὐδεὶς μὲ ἀνέμενεν. Ἡ σκέψις μου νὰ ἐπανέλθω ἐντὸς τῆς ἡμέρας, μὲ ἔκαμε νὰ κατέλθω λίαν πρωΐ εἰς αὐτήν.
5. Εἰσῆλθον εἰς ταύτην ἐκ τῆς κυρίας εἰσόδου, καὶ διηυθύνθην εἰς τὴν παλαιὰν ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν, καθ’ ὅσον αὕτη δὲν εἶχε ἀπολύσει ἀκόμη. Ἡ λειτουργία ἐγίνετο ἐξ ὁλοκλήρου Σλαβιστί. Ῥῶσσος ἱερεύς, Ῥῶσσος ψάλτης. Περὶ τὸ τέλος αὐτῆς ἀκούω κάποιον Ῥώσσον ἱερέα νὰ ψάλλει ἑλληνιστί (ὁ Θεὸς νὰ τὸ κάμει ἑλληνικὸ ψάλσιμο): «Ἅϊος ὁ Χεός, Ἅϊος ἰσκυρός κ.τ.λ.» καλλίτερον νὰ ἔλειπε καὶ αὐτὸ μὲ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐψάλετο.
6. Μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ἐξῆλθον τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἐπειδὴ εὑρέθην πρὸ τοῦ κωδωνοστασίου καὶ ἐγγύτατα πρὸς αὐτό, μετέβην νὰ ἴδω τοὺς κώδωνας. Τὶ κολοσσοὶ ἦσαν ἐκείνοι! Ὁ μέγας κώδων ἐμέτρησα μὲ τὸ μαστίγιόν μου 0,90 εκατοστά μήκους, ἤτο περιμέτρου εἰς τὸν κατώτατον κύκλον του δώδεκα μαστιγίων, τοὐτέστιν ἐν ὅλῳ δέκα μέτρων καὶ 0.80 ἑκατοστά. Εἶχε γλωσσίδι ἐκ σκληροῦ ξηροῦ ξύλου μὲ τὸ ὁποῖον ἐκρούετο, κωδωνοκρούστης δὲ ἦτο εἷς αὐτόχρημα γίγας Ῥῶσσος μοναχός. Εἰς τὰς τέσσαρας πλευρὰς τοῦ κωδωνοστασίου, διέκρινα τέσσαρα τρόπον τινὰ καμπανίδια, τοῦ μεγάλου κώδωνος εὑρισκομένου ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν. Ταῦτα, εἶχον περίμετρον ἑπτὰ μαστιγίων, ξύλινα δ’ ὡσαύτως γλωσσίδια. Ἀπεμακρύνθην ἐκεῖθεν καὶ διηυθύνθην εἰς τὸν ξενῶνα, εὑρισκόμενον εἰς ὑψηλὸν διαμέρισμα τῆς Μονῆς.
7. Ἔλαβον ἐκεῖ προσφερθέντα μοι καφέ, ἐδέχθη τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ Ἡγουμένου. Τὸν ἠρώτησα πῶς διάγουν. -Ἤσυχα, ἀπάντησε. Δὲν ἔκρινα ὀρθὸν νὰ ἐκτεθῶ εἰς συζητήσεις μετ’ αὐτοῦ. Τοῦ εἶπον μόνον ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως εὑρίσκω τὴν Μονήν των λαμπρὰν καὶ μεγαλοπρεπῆ καθ’ ὅλα καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ μοὶ ἀποστείλει ἕνα ἑλληνομαθῆ μοναχόν, νὰ μὲ ὁδηγήσει εἰς τὰ ἀξιοθέατα τῆς Μονῆς.
8. Ἀπῆλθεν ὁ Ἡγούμενος καὶ μετὰ δέκα λεπτά, μοὶ ἀπέστειλε τὸν ξεναγόν μου, γνωρίζοντα λαμπρῶς τὴν ἑλληνικήν. Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Ἡγουμένου, ἐξῆλθον εἰς τὸν ἐξώστην. Ἐκεῖ δὲ προσήλκυσε τὴν προσοχήν μου παμμέγιστον κλῖμα, ὅπερ ἔφθανε μέχρι τοῦ ὕψους τοῦ ξενῶνος (τεσσάρων ὀρόφων)· διεκλαδοῦτο δὲ τοῦτο δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ εἰς ὅλα τὰ διαμερίσματα.
***
Κεφάλαιον ΜΖ΄.
1. Παρέλαβον τὸν ἐλθόντα ξεναγόν μου καὶ διηυθύνθημεν εἰς τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν. Ἡ διακόσμησις αὐτῆς εἶναι πλουσιωτάτη, τὰ πολύτιμα μέταλλα καὶ οἱ ἀδάμαντες ἐκεῖ χάνουσι τὴν ἀξίαν των· τῇ ἀληθείᾳ, ἀνυπολόγιστος θησαυρός! Ἡ ἀχανὴς Ῥωσσία εἰργάσθη καὶ ἐνταῦθα διὰ τὴν ἐκκλησίαν ἐκείνην· ῥυθμοῦ αὕτη καὶ ὄχι βυζαντινοῦ ἀλλὰ ῥωσσικοῦ.
2. Ἐκεῖθεν, μετέβην εἰς τὰ περὶ τὴν εἴσοδον τῆς Μονῆς, εἶδον δὲ τὰ παλαιὰ τείχη, ὅπου δὲν μετέβαλον αὐτὰ οἱ Ῥῶσσοι. Τὰ περὶ τὴν εἴσοδον εἰσὶν διατεθημένα σχεδὸν ὡς καὶ ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς Μοναῖς.
3. Μετὰ τοῦτο, ἐζήτησα καὶ εἶδα τὰ διαμερίσματα τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων μοναχῶν. Ταῦτα εὕρηνται εἰς κατώτατον διαμέρισμα. Ὁ Ἕλλην Μάξιμος, πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἦτο Τυπικάρης τῆς Μονῆς, εἴς τε τὴν ῥωσσικὴν καὶ ἑλληνικήν. Ἰδὼν αὐτὸν τοῦ λέγω: -Πῶς τὰ περνᾶς μὲ τοὺς Ῥώσσους. –Καλά, οἱ ἄνθρωποι μὰς περιποιοῦνται. –Καὶ διατί δὲν προσλαμβάνετε καὶ σεῖς ὑποκαταστάτας ἀφοῦ ἔχετε δικαίωμα; -Διότι τὰ παλιόπαιδα δὲν ἔρχονται, δὲν θέλουν νὰ συζήσουν μὲ τοὺς Ῥώσσους. Ἐζήτησα νὰ μὲ συστήσει εἰς ἄλλους δύο-τρεῖς παλαιοὺς Ἕλληνας μοναχούς, ἀλλὰ οὗτοι ἀπουσίαζον τῶν διαμερισμάτων των. –Καὶ πόσοι εἶσθε ἀκόμη; -Οἱ πολλοὶ ἀπέθανον, δὲν μένομεν 7-8 ἀκόμη. –Δὲν τὰ καταφέρατε καλά, νὰ παραδώσητε εἰς Ῥώσσους τὸ Μοναστήρι. -Ἂς ὄψονται, οἱ τότε γέροντες. Ἡμεῖς εἴμεθα μικρὰ παιδιά, ποιός μᾶς ἤκουεν;
4. Ἀποχαιρετήσας τὸν Μάξιμον, διηυθύνθην εἰς τὴν κοινὴν τράπεζαν. Ἦτο αὕτη αἴθουσα εὐρυχωροτάτη, θὰ περιεῖχε περὶ τὰς τρεῖς χιλιάδας καθίσματα. Ἐκεῖ συνεστίαζον οἱ μοναχοί, κατὰ τὸ ἔθιμον τῶν κοινοβίων Μονῶν, ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Ἡγουμένου.
5. Ἐκ τῶν ἑστιατορίων, μετέβην καὶ εἶδον καὶ αὖθις τὴν παλαιὰν ἐκκλησίαν, βυζαντινοῦ ῥυθμοῦ ταύτην, ἐζωγραφισμένην, καλῶς διατηρουμένην· οἱ Ῥῶσσοι τὴν ἐσεβάσθησαν, οὐδὲν μετέβαλον ἐκεῖ.
6. Ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ περιβόλῳ διαμερισμάτων, ὑπάρχουσι διαμερίσματα καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, τριῶν, τεσσάρων καὶ πέντε ὀρόφων, εἰς τὰ ὁποῖα μετέβην καὶ ἔῤῥιψα μία ματιά· ὅλα κατάμεστα Ῥώσσων μοναχῶν!
7. -Εἰς πόσας χιλιάδας ἀνέρχονται οἱ μοναχοὶ τῆς Μονῆς;, ἐρωτῶ τὸν ξεναγόν μου. –Εἰς πέντε χιλιάδας περίπου.
8. Εἰσήλθομεν καὶ αὖθις εἰς τὸν περίβολον τῆς Μονῆς, καὶ ἐκεῖθεν μετέβην εἰς τὸ νεωρεῖον αὐτῆς. Παρετήρησα ἐκεῖ διαφόρους λέμβους καὶ μικρὰ πλοῖα· ἔτι δὲ καὶ δύο μικρὰ ἀτμόπλοια καθορισμένα διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ἀνήκοντα δὲ καὶ ταῦτα εἰς αὐτήν.
9. Ἦτο ἤδη μεσημβρία, ὁ ξεναγός μου μὲ ὡδήγησεν εἰς μικρὸν δωμάτιον ἐν τῷ ὁποίῳ ἦτο ἐστρωμένη τράπεζα. Ἐκάθησα ἐκεῖ μετ’ αὐτοῦ καὶ ἐφάγαμεν λιτὰ φαγητά, ἐκ τοῦ μενοῦ τῶν φαγητῶν τῆς Μονῆς. Ἤτοι σοῦπα ἐκ παντὸς εἴδους χόρτων καὶ ὄσπρια καὶ τὰ τοιαῦτα ἄνευ κρέατος.
10. Ἀπέναντί μου διέκρινα εἰκόνα μὲ ῥωσσικὰ γράμματα, παριστῶσαν τὴν Ἐνσάρκωσιν τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἥτις, ἐν ξυλογλυπτικῷ, ὡς ἀνωτέρω ἐλέγχθη, ἔργῳ, ἀπεδόθην ἐν τῇ Σκήτῃ τῶν Καυσοκαλυβίων. Ἠγέρθην καὶ μετὰ προσοχῆς παρετήρησα αὐτήν· αἱ αὐταὶ λεπτομέρειαι τοῦ ξυλογλυπτικοῦ ἔργου.
11. Μετὰ τὸ γεῦμα, περὶ ὥραν 2 μ.μ. μετέβημεν εἰς τὴν βιβλιοθήκην των. Εἶδον ἐκεῖ διάφορα ἔντυπα καὶ χειρόγραφα χρυσόβουλα καὶ κειμήλια. Τὰ χειρόγραφα σχεδὸν πάντα ἑλληνικά, ἐκτὸς ἐλαχίστων σλαβικῶν. Τὰ ἔντυπα ὡσαύτως, ἐκτὸς τῶν ἀπὸ ἑξήκοντα ἐτῶν καὶ ἐντεῦθεν, δηλαδή, ἀπὸ τῆς μεταβολῆς τῆς Μονῆς εἰς Ῥωσσικήν.
12. Ἐκ τῆς βιβλιοθήκης μετέβην καὶ ἀπεχαιρέτησα τὸν Ἡγούμενον, ηὐχαρίστησα αὐτὸν διὰ τὰς περιποιήσεις του καὶ τὴν καλωσύνην του νὰ μοὶ δείξωσι τὰ ἀξιοθέατα τῆς Μονῆς των, ὡς καὶ κειμήλια καὶ βιβλιοθήκας. Συνεχάρην αὐτὸν διὰ τὴν ἀπόλυτον τάξιν, τὴν κρατοῦσαν εἰς τὴν Μονήν του, ἣν ἐξετίμησα καὶ ἀπῆλθον αὐτῆς ἔφιππος περὶ ὥραν 3 ½ μ.μ., ἀφιχθεὶς περὶ λύχνων ἁφὰς εἰς Καρυάς.
***
ΤΕΛΟΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου