Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2025

ΘΑΥΜΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ ΜΟΝΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΟ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

 

ΘΑΥΜΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ ΜΟΝΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΟ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Ἡ Μονὴ Διονυσίου, εἶναι ἰδιαιτέρως εὐτυχής, διότι κατέχει καὶ τιμᾷ τὴν εἰκόνα τῶν Χαιρετισμῶν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

Μεγάλο θαῦμα τῆς Εἰκόνος αὐτῆς εἶναι ἡ τελεία ἴαση τοῦ ἐκ καρκίνου σκληρῶς βασανισθέντος τότε ἀειμνήστου Σχολάρχου τῆς Ἀθωνιάδος Ἀκαδημίας καὶ μεγάλου διδασκάλου τοῦ Γένους μας Εὐγενίου Βουλγάρεως. Τὸ περιγράφει ὁ ἴδιος ὡς ἑξῆς:

«Κατὰ τὸ ἔτος 1758, κατὰ τὸ ὁποπιο ἔτυχε νὰ διατρίβω στὸ Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθωνος καὶ τὰ καθήκοντα τῆς Σχολαρχίας τῆς ἐκεῖ Ἑλληνικῆς Ἀκαδημίας, ὅσο μοῦ ἦταν δυνατὸ νὰ ἐκπληρῶ, καὶ ἀκριβῶς στὰ μέσα τῆς ἀνοίξεως, πρῶτα ἀπὸ πυρετὸ ποὺ μοῦ παρουσιάσθηκε ἐντελῶς ἀπότομα, καὶ ἀπὸ κάποια σοβαρὴ καταβολὴ δυνάμεων, ποὺ κατέληγε σὲ ταλαιπωρία μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ὀφείλεται σὲ πυρετό, ὅπως πίστευα, μοῦ παρουσιάσθηκε ἕνα βλάστημα βαθειὰ κάτω ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ μασχάλη, ποὺ ἀπέβη ὀλεθριώτατο. Τὸ πρήξιμο, σὺν τῷ χρόνῳ, μεγάλωνε μὲν σὲ ὄγκο καὶ προώδευε σὲ σταθερότητα, σὲ σημεῖο ποὺ κατ’ ἀρχὰς μὲν ὅλη τὴν κοιλότητα τῆς μασχάλης, στὸ ἑξῆς δὲ καὶ ὅλο τὸ μέρος τοῦ ἀριστεροῦ μαστοῦ νὰ κατασκληρυνθῇ καὶ νὰ γίνει σχεδὸν ὅπως ἡ πέτρα· νὰ σπάσει δὲν ἐννοοῦσε, οὔτε μὲ πασπαλίσματα εἶχε σκοπὸ νὰ φθάσει σὲ κρίση καὶ νὰ ἀποβῇ ἀπόστημα πυῶδες, ὅπως ἐκεῖνα ποὺ εἴτε μὲ καταπλάσματα εἴτε μὲ χειρουργικὸ ἐργαλεῖο σπάζουν τελικῶς καὶ ἔτσι αὐτοὶ ποὺ τὰ ἔχουν ἰατρεύονται ἀπὸ τοὺς πόνους.

Ἦτο δέ, ὅπως λένε οἱ ἰατροί, ὄχι συνέπεια φλεγμονῆς τοῦ αἵματος, ποὺ κἄποτε στάση, ζέση καὶ φθορὰ μπορεῖ νᾶ πάθει, ἀλλὰ ἕνα ἀπόστημα ἀπὸ τὰ ὑγρὰ τῶν ἀδένων, ὑγρὸ κατὰ τὴν φύση του, σκληρό, ἄκαμπτο, καὶ δυσκολογιάτρευτο καὶ ἀνυποχώρητο στὶς χειρουργικὲς ἐπεμβάσεις. Αὐτὰ λέγουν ὅτι εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα προκύπτουν οἱ γάγγραινες στὶς σάρκες καὶ οἱ σήψεις στὰ ὀστᾶ, ποὺ εἶναι παθήσεις ἀνίατες.

Μὲ ἕνα τέτοιο λοιπὸν κακὸ παλεύοντας ἐγώ, καὶ ἀπὸ τὴν δριμύτητα τῶν πόνων ἀθλίως ταλαιπωρούμενος, μὴ δυνάμενος νὰ σταθῶ ὄρθιος μποροῦσα, οὔτε νὰ καθίσω, οὔτε ἀνάσκελα, οὔτε μπρούμυτα νὰ ξαπλώσω, οὔτε στὰ πλευρὰ νὰ κλίνω, οὔτε νὰ ἀγρυπνήσω, διότι ὁ διαρκὴς καὶ ὑπερβολικὸς πόνος οὔτε νὰ ἀναπνεύσω ἐλεύθερα μὲ ἐπέτρεπε, ἀπελπίσθηκα πλέον καὶ γιὰ αὐτὴν τὴν ζωή μου, καὶ εἶχα συμφωνήσει παναληθέστατα μὲ αὐτὸ ποὺ ἔχει λεχθῆ, πὼς ἦταν μικρότερο σὲ συμφορὰ τὸ νὰ πεθάνω μία φορά, παρὰ πολλὲς φορὲς κοντὰ στὸν θάνατο νὰ πηγαίνω.

Ἐνῷ δὲ βρισκόμουν σὲ τέτοια κατάσταση, μὲ ἐπισκεπτονταν κάποιοι φίλοι, καὶ ἐπειδὴ κανέναν ἰατρὸ δὲν θέλουν νὰ τρέφουν οἱ ἐρημιὲς τοῦ Ἄθω, ἀπὸ κάπου ἀλλοῦ πρότειναν νὰ ἀναζητηθῇ ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ. Καὶ οἱ μὲν συνιστοῦσαν νὰ πλεύσουμε γιὰ τὴν Χίο, οἱ δὲ στὴν Σμύρνη, ἄλλοι στὴν Θεσσαλονίκη, διότι ἔκριναν ὅτι σὲ νοσοκομεῖό των ἔπρεπε νὰ βιαστῶ νὰ βρεθῶ. Καὶ δὲν ἦταν αὐτὸ εὔκολο, οὔτε ἀκίνδυνο, ἀφοῦ βρισκόμουν σὲ τόσο κακὴ κατάσταση, νὰ ἐπιχειρήσω τόσο μακρυνὸ καὶν θαλασσινὸ ταξίδι, καῖ ἤ, βέβαια, μέσα στὸ πέλαγος ἢ σὲ κάποιο ἀκρωτήρι ἢ σὲ ἔρημο λιμάνι ἐλεεινῶς νὰ ξεψυχήσω, χωρὶς νὰ μοῦ εἶναι δυνατὸ νὰ τύχω τῆς βοηθείας καὶ τῆς συμπαραστάσεως τῶν ἱερέων κατ’ ἐκείνη τὴν φοβερὴ ὥρα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ μικρὰ καὶ κανεὸς λόγου ἄξια ἀναγκαστικὰ τὰ καθιστοῦσε ἡ ἀνυπόφορη κόλασις. Καὶ ἤδη καταλήξαμε, σηκωτὸς πάνω σὲ φορεῖο νὰ τοποθετηθῶ μέσα σὲ πλοῖο, σὰν ἐμπόρευμα ζωῆς καὶ ὑγείας, ἐὰν βέβαια κάποιο ἀποφάσιζε τότε καὶ ἦταν ἕτοιμο νὰ πλεύσει γιὰ κάποιο ἀπὸ αὐτὲς τὶς πόλεις

Ἦταν ὅμως ὅπως φαίνεται καὶ αὐτὸ πρὸς ὄφελός μου, ποὺ δὲν πετύχαμε πλοῖο, διότι, μόλις ἀπελπισθήκαμε ἀπὸ τὸ ἐνδεχόμενο ἀποπλέυσεως, μᾶς ἦλθε ἡ πληροφορία ὅτι κάποιος γέροντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, Νικηφόρος ὀνόματι, μοναχὸς στὸ σχῆμα, νοσοκόμος στὸ διακόνημα, καὶ κοινοβιακὸ βίο θεαρέστως πολιτευόταν στὸ Μοναστήρι τοῦ Διονύσιου. Ἔλεγαν δὲ ὅτι δὲν ἦταν ὅποιος καὶ ὅποιος παρακατιανὸς στὴν χειρουργική, καὶ μάλιστα ἱκανώτατος στὸ νὰ χειρουργῇ ἰδίως τέτοια ἀποστηματικὰ πάθη· πρὸς τὸν ὁποῖο καὶ ἔπρεπε νὰ πάω μὲ κάθε τρόπο ἀφοῦ ἐπιθυμοῦσα τὴν ὑγεία μου, καὶ ἐπειδή, κατὰ τὸν ὅρο ποὺ αὐτὸς γιὰ τὸν ἑαυτό του εἶχε θέσει, δὲν ἔβγαινε ποτὲ ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς μετανοίας του.

Καὶ λοιπόν, μόλις τὸν περίπλου τοῦ Ἄθωνος, δὲν μπορούσαμε νὰ κάνουμε διαφορετικά, μὲ ἕνα μικρὸ καΐκι κάναμε, μὲ παρέδωσαν στὴν Μονὴ Διονυσίου καὶ στὴν φροντίδα τοῦ νοσοκόμου της, ὁ ὁποῖος, καὶ ὅ,τι σχετικὸ ζήτησε νὰ πληροφορηθῆ τοῦ τὸ πρόσφερα, καὶ τὸ ἴδιο τὸ πάθος, ὅπως ἦταν φυσικό, μὲ πολλὴ προσευχὴ καὶ περίσκεψη ἀφοῦ ἐξέτασε, μὲ ἐλπίδες ὄχι εὐκαταφρόνητες μὲ ἀνεπτέρωσε, λέγοντας ὅτι χρειάζομαι τὴν χάρη τοῦ Προδρόμου καὶ ὅτι αὐτὴν πρέπει ἐναγωνίως νὰ περιμένουμε, γνώριζε δὲ ὅτι ἐμένα θὰ μὲ θεωρῇς εἶπε, μόνο σὰν ὑπηρέτη σου, τῆς θεραπείας ποὺ τὴν κάνει ὁ Ἅγιος.

Καὶ ἀμέσως καταπιάσθηκε μὲ τὸ ἔργο τῆς ἰάσεως, ἀποπειρώμενος νὰ θέσει ἐπάνω στὸ μέρος ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἦταν ἱκανὰ τὴν σὰν πέτρας σκληρότητα καὶ ἀκαμψία τοῦ ἀποστήματος κάπως νὰ μαλακώσει. Ἀλλά, ὁ Νικηφόρος, στὴν ἀρχὴ μὲν μὲ μεταχειριζόταν μὲ πολὺ ἐνθουσιασμὸ καὶ ὁρμή, τὰ μαλακτικὰ συνεχῶς ἐπάνω στὸ πάσχον μέρος ἐναποθέτων, καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο μεταπηδώντας, μὐρια εἴδη ἐπινοοῦσε, χόρτα, ῥίζες, φύλλα, φροῦτα, λύπη, σαλιγκάρια, λάδια διάφορα λαὶ τοῦτο δὲν παρέλειψε γιὰ νὰ μπορέσει τὴν σκληρότητα καὶ τὸ ἀνυποχώρητο νὰ κατανικήσει. Αὐτὸ ὅμως καθόλου δὲν ἐνέδιδε, οὔτε νὰ ὑποχωρήσει λίγο ἤθελε, οὔτε παῦση μικρη νὰ κάνει τῆς σκληρότητός του, ἀλλὰ ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα πρὸς τὸ χειρότερο προχωρῶντας, ἔδειχνε ὅτι ἦταν ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ καμμία ὑπόσχεση δὲν ἔδιναν γιὰ τὴν διάλυση τῆς συνθέσεώς των.

Μόνη δὲ ἀπέμεινε ἀκόμη στὸν γέροντα, ἡ ἀπόπειρα μὲ τὸ χειρουργικὸ νυστέρι. Διότι, συμπέρανε ὅτι, στὸ βάθος καὶ στὸ κέντρο τοῦ βλαστήματος, σὰν κάποια ῥίζα ἴση μὲ τὸ μέγεθος ἑνὸς ῥεβυθιοῦ, ὅπως ἔλεγε, ὑπῆρχε. Ἐὰν λοιπὸν ἔσπρωχνε τὸ χειρουργικὸ ἐργαλεῖο βαθειά, ποὺ νὰ μποροῦσε νὰ φθάσει στὴν πρωταίτια ῥίζα, θὰ πετύχαινε ὅπως πίστευε νὰ ἐξαφανίσει τὸ κακὸ ἀπὸ τὴν ῥίζα του. Ἐγὼ ὅμως, τὴν σιδερένια τοῦ γέροντος καὶ χεῖρα καὶ γνώμη ἀποποιήθηκα ἐντόνως καὶ λέγοντας: «τὴν φωτιὰ μὲ τὴν φωτιὰ μὴν σκαλίζεις με σίδερο», ἀπόστημα ποὺ δὲν ἔχει ὡριμάσει ἀκόμα ἐλάχιστα νὰ χειρουργῇς, παραφράζοντας τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ Πυθαγόρα: «πῦρ μαχαίρᾳ μὴ σκαλεύειν». Καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἐκεῖνος μὲν ἐγκατέλειψε τὶς ἐλπίδες γιὰ θεραπεία, ἐγὼ δὲ ἐγκατέλειψα τὶς ἐλπίδες γιὰ ζωή.

Καὶ  ἦλθε ἐπὶ τέλους ἡ ἡμέρα τῆς θεραπείας μου, ποὺ ἦταν ἡ δωδεκάτη τῆς περιθάλψεώς μου στὸ νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς καὶ ποὺ πρὸς τὸ ἑσπέρας της ἤδη εἶχε προσκλίνει. Καὶ ἐνῶ οἱ βαθεῖς πόνοι συσσωρεύονταν σὲ ὅλο τὸ πρήξιμο, σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ πιστεύω ὅτι ὁ θάνατός μου ἦταν ἀναπόφευκτος, καὶ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου, καὶ ἀφοῦ εἶχα ἤδη ἀπελπισθῆ τελείως ἀπὸ ἀνθρώπινη βοήθεια, πρὸς τὴν Παναγία στράφηκαν ὅλοι οἱ λογισμοί μου καὶ αὐτὴ μόνη νὰ μοῦ γίνει ἰατρὸς καθικέτευα, καὶ μὲ ψυχὴ πράγματι συντετριμμένη, κάποια ᾠδὴ μὲ ὀδυρμοὺς καὶ δάκρυα ἀνάλαβα θρηνώδη καὶ πένθιμη, συνεχῶς ὑποψάλλων τὸ ἱκετευτικὸ ἐκεῖνο κομμάτι τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος: «Βλέψον ἱλέῳ ὄμματί σου, καὶ ἐπίσκεψε τὴν κάκωσιν ἣν ἔχω», καὶ τὰ ὑπόλοιπα. Μέχρις ὅτου πλέον, ἀφοῦ στράφηκα πρὸς τοὺς παρόντας -ἦταν δὲ παρὼν καὶ κάποιος ἐκ τῶν ὑποτακτικῶν μου, διάκονος στὴν ἱερωσύνη, ὀνόματι Ταράσιος, ποὺ καὶ τώρα διάγει μαζί μου, καὶ ὁ Γέροντας Θεοκλητος, προϊστάμενος τῆς ὀρθοδόξου κοινότητος καὶ τοῦ ναοῦ τῆς νήσου Minorea- τοὺς εἶπα νὰ μὲ παραπετάξουν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

Καὶ ἐυθὺς μὲ κατέβασαν σηκωτὸ στὸν ναό, ἐνῶ ἤδη εἶχε ἤδη νυχτώσει καὶ ὁ γέροντας Θεόκλητος ἔκανε γιὰ ἐμένα τὴν Μεγάλη Παράκληση. Ἐγὼ δὲ καθ’ ὅλη τὴν ἀκολουθία πενθοῦσα καὶ ἔκλαιγα καὶ στὸ τέλος, ἀφοῦ ἔπεσα μπροστὰ στὴν εἰκόνα καὶ μὲ δάκρυα κατέβρεχα τὸ δάπεδο, καὶ τὴν Παναγία μας ἐπεκαλούμην, ἱκέτευα καὶ ἐπέμενα νὰ παρακαλῶ, νὰ μὴν μὲ περιφρονήσει, ἔτσι ἐλεεινῶς ποὺ ἔλιωνα, ἀλλὰ νὰ σταματήσει τὸ κακό, ἀφοῦ μπορεῖ νὰ κάνει ὅσα θέλει ὡς Μητέρα τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ.

Καί, ὢ τῶν θαυμασίων Σου Δέσποινα! Κάποια ζωοποιὸ ἱκανότητα ἀμέσως καὶ κάποια πνοὴ δυνάμεως αἰσθάνθηκα νὰ παίρνω, συγχρόνως δὲ χαρούμενος βγῆκα ἀπὸ τὸν ναὸ καὶ ἀνέβηκα ἀμέσως στὸ δωμάτιο στὸ ὁποῖο φιλοξενούμουν, ἀπὸ τὴν μία μεριὰ ὑποβασταζόμενος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μὲ μπαστούνι βοηθούμενος. Καὶ ἀφοῦ ξάπλωσα στὸ κρεβάτι, ὕπνο ἔδωσα στὰ μάτια μου τὴν νύκτα ἐκείνη καὶ ἀνάπαυση στὰ βλέφαρά μου, μὲ ἄνεση καὶ ὁλονυκτίως ἀποκοιμηθείς, ἐγὼ ποὺ οὔτε τὰ μάτια μου δὲν μποροῦσα νὰ κλείσω καθόλου ἐπὶ τόσες νύκτες λόγῳ τῆς δριμύτητος τῶν πόνων, εἰμὴ πολὺ λίγο, διακεκομμένως καὶ ἐκ διαλειμμάτων μὲ ἔπιανε σὰν σὲ λήθαργο, ὅπως συμβαίνει μὲ αὐτοὺς ποὺ κατακαίονται ἀπὸ σφοδρὸ πυρετὸ καὶ κοντεύουν νὰ παραφρονήσουν, αἰσθάνθηκα καλλίτερα, ἀφοῦ μετριάσθηκε ὁ κλύδωνας τῆς ἀφορήτου ἐκείνης καταστάσεως, καὶ σὰν ἀπὸ καταιγίδα καὶ ζάλη δυνατὴ σὲ πλήρη ἠρεμία καὶ βαθειὰ γαλήνη πίστεψα πὼς βρισκόμουν. Καὶ στὸ ἑξῆς, ἀφοῦ τὸ ἀπόστημα ἄρχισε νὰ μουδιάζει, ἀπέκτησα καλλίτερη διάθεση. Ὕστερα, μέσα σὲ λίγες ἡμέρες, τὸ ἀπόστημα τελείως μαράθηκε καὶ ἐξαφανίσθηκε.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...