Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2025

ΘΑΥΜΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΗΣ ΣΤΟΝ ΜΟΝΑΧΟ ΠΑΝΑΡΕΤΟ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΙΝΟ

 

ΘΑΥΜΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΗΣ ΣΤΟΝ ΜΟΝΑΧΟ ΠΑΝΑΡΕΤΟ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΙΝΟ


 

Κατὰ τὰ ἔτη τῆς θητείας μου στὴν Γραμματεία τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1956-1958), ἔβλεπα νὰ καταφθάνει καθημερινῶς στὶς Καρυὲς πεζῇ ἀπὸ τὴν Μονὴ Παντοκράτορος (τὰ αὐτοκίνητα ἦσαν ἄγνωστα τότε στὸν Ἄθωνα, τὸ δὲ ἱππεύειν πολυτέλεια ἀνεπίτρεπτη γιὰ τὴν περίπτωσή του), καὶ νὰ παρουσιάζεται στὴν Ἱερὰ Ἐπιστασία, γιὰ τὴν παράδοση καὶ παραλαβὴ τῶν ἀφορώντων τὴν Μονή του ἐγγράφων, ὁ πατὴρ Πανάρετος (Βασιλειάδης Παντελεήμων, τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῆς Μαρίας, ἐκ Προύσσης Μικρᾶς Ἀσίας, ἔτος γεννήσεως 1901, προσέλευσις 1938, κουρὰ 1939, κοίμησις 28/10/1969)· ἕνας ψηλός, λιπόσαρκος, ῥυτιδωμένος, σκληραγωγημένος καὶ μὲ ἐμφανεῖς κάθε φορὰ τὶς συνέπειες τῆς δίωρης περίπου ἀνηφορικῆς πορείας, μοναχός, τοῦ ὁποίου ὅμως τὸ βλέμμα, ἡ ἱλαρότης τοῦ προσώπου καὶ τὰ λίγα, καὶ πάντοτε μετρημένα, λόγια του μὲ προβλημάτιζαν, ἀφοῦ καθόλου δὲν σχετιζόταν μὲ τὴν φήμη ποὺ τοῦ φόρτωσαν οἱ συμμονασταί του, καὶ τὴν ὁποία ποτὲ δὲν φρόντισε νὰ ἀποσείσῃ ἀπὸ πάνω του, καὶ ποὺ μᾶλλον σοφῶς καὶ ἐκ προγραμματισμοῦ, ἀδιαμαρτυρήτως καὶ ἀγογγύστως, τὴν κατέστησε σύμβιο καὶ συνθάφτηκε μαζί της.

Ἀπρόσεκτος, χαζούλης, ἐλαφρόμυαλος, καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι συνώνυμοι ἢ παρεμφερεῖς χαρακτηρισμοὶ ἦσαν οἱ συνήθεις ποὺ τοῦ ἀπηύθυναν καθημερινῶς φανερὰ καὶ ἀπροσχημάτιστα οἱ Παντοκρατορινοὶ Πατέρες, καὶ μὲ ἀκόμη σκληροτέρους τὸν καταστόλιζαν στὶς κατ’ ἰδίαν συζητήσεις των, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης πυρκαϊᾶς, ποὺ ξέσπασε τὸ 1948, καὶ κατέστρεψε τὴν ἀνατολικὴ κόρδα (πτέρυγα), ποὺ ἦταν ἡ ὡραιότερη τῆς Μονῆς καὶ ποὺ τὴν ἀπέδωσαν στὴν ἀπροσεξία καὶ ἀμέλειά του, γιατὶ ἀπὸ τὸ δωμάτιό του εἶχε ξεκινήσει.

Ἔκτοτε, οἱ Ἐπίτροποι, γιὰ «κανόνα», πέρα ἀπὸ τὴν χλεύη καὶ τὴν κατακραυγή, τοῦ ἀνέθεταν τὰ πιὸ βαρειὰ διακονήματα καὶ τὶς πιὸ κοπιαστικὲς ἀποστολές, καὶ τελικῶς τοῦ φόρτωσαν καὶ τὸ διακόνημα τοῦ ταχυδρόμου, καθὼς καὶ τὸ τῆς ἐκτελέσεως θελημάτων καὶ παραγγελιῶν τῶν Πατέρων. Καθὼς δὲ τὸ Μοναστήρι ἦταν τότε ἰδιόῤῥυθμο, ὁ ταλαίπωρος πατὴρ Πανάρετος, κατήντησε νὰ εἶναι ὑποτακτικὸς ὅλων καὶ νὰ κάνει ἀνεξέταστη ὑπακοὴ στὸν καθένα.

Πάντοτε ἡ Μονὴ εἶχε τὰ σαμαροφόρα της καθὼς καὶ διακονητὴ βουρδουνάρη. Ποτὲ ὅμως δὲν τὸν εἴδαμε ἱππεύοντα. Νὰ τοῦ ἦταν ἆραγε ἀπαγορευμένο; ἢ ἡ πεζοπορία καὶ τὸ πάντοτε γεμᾶτο δισάκι στοὺς ὤμους του ἠθελημένη αὐτοτιμωρία καὶ ἄσκησις συνειδητή; Συνηθίσαμε καὶ ἐμεῖς ἔτσι νὰ τὸν βλέπουμε, τὴν ἴδια γνώμη νὰ ἔχουμε γιὰ αὐτόν, χωρὶς κανείς μας ποτὲ ἀπὸ περιέργεια νὰ θελήσει νὰ γίνει ἐξεταστικὸς γιὰ τὰ κατ’ αὐτόν.

Φορτωμένος, κάθιδρος, καὶ ἀσθαίμων, κατέφθανε στὶς Καρυές, καὶ μὲ διπλάσιο συνήθως βάρος ἐπέστρεφε, ἀφοῦ τώρα τὸ καλντερίμι τὸν διευκόλυνε μεταβαλλόμενο σὲ κατηφορικό. Τὸν βλέπαμε νὰ ῥοβολάει στὶς μετὰ τὸ κιόσκι τοῦ Ἀγᾶ χαραδροπλαγιές, νὰ διακρίνεται ἀμυδρὰ στὰ ξέφωτα τῆς Καψάλας καὶ νὰ χάνεται ὕστερα ὁριστικὰ πίσω ἀπὸ τὰ διάσελα καὶ τὴν τελευταία θεατὴ ἀκρολοφιά. Ὑπολογίζαμε, πὼς ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, σὲ μία ὥρα ἀκόμα, θὰ βρισκόταν στὸ Μοναστήρι του. Δὲν θυμᾶμαι ὅμως ποτὲ νὰ τὸν μνημονεύσαμε ἢ νὰ τὸν σκεφθήκαμε συμπονετικά, γιὰ τὸ ὅτι καὶ πῶς τὸ ἴδιο τὸ καθημερινὸ δρομολόγιο τὸ πραγματοποιοῦσε καὶ στοῦ καλοκαιριοῦ τὶς κάψες καὶ στοῦ βαρυχειμωνιὰ τὶς παγωνιές.

Κάποτε, ὁ «κανόνας» του σταμάτησε. Ἦταν, γιατὶ τὸ γῆρας καὶ ἡ ἀσθένεια τὸν κρεββάτωσαν γιὰ καλά. Πολὺ καθυστερημένα πληροφορηθήκαμε ὅτι τὸν ἀνέπαυσε ὁ Κύριος ἀπὸ τοὺς κόπους καὶ ἀπὸ τὰ δεινὰ τοῦ παρόντος κόσμου, παίρνοντάς τον κοντά Του, καὶ ἀρκεσθήκαμε σὲ ἕνα τυπικό: «Θεὸς σχωρές τον», ποὺ μᾶλλον βιαστήκαμε νὰ τὸν λησμονήσουμε ὅλωσδιόλου.

***

Ἀναβίωσαν μέσα μου ἡ μορφὴ καὶ ἡ βασανιστικὴ διακονία του, δεκαετίες μετὰ ταῦτα καὶ δὴ ὡς ἑξῆς. Τὸ 1978, ὅτε καὶ ἡ χειροτονία μου, προσκλήθηκα τὸ πρῶτον ὡς ἐπίσκοπος ἀπὸ τὴν Μονή, νὰ προεξάρξω τῆς πανηγυρικῆς ἀγρυπνίας στὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. Ὁ Προηγούμενος Ἀθανάσιος, λόγῳ παλαιᾶς γνωριμίας καὶ οἰκειότητος, καὶ γιὰ νὰ μὲ τιμήσει ἰδιαιτέρως, ἔκρινε πὼς στὸ εὐρύχωρο διαμέρισμά του, ἀκριβῶς στὸν ἄνω ὅροφο τῆς ἀνατολικομεσημβρινῆς γωνιᾶς τῆς Μονῆς, θὰ αἰσθανόμουν πιὸ ἥσυχα καὶ αναπαυτικὰ μετὰ τὴν κόπωση τῆς ἀγρυπνίας καὶ γιὰ αὐτὸ εὐθὺς μετὰ τὴν ἄφιξη καὶ τὴν κατὰ τὰ καθιερωμένα τελετικὴ ὑποδοχή μου στὸ Καθολικό, μὲ ὁδήγησε ἐκεῖ καὶ ὄχι στὸ συνεπείᾳ καταφθάσεως πολλῶν ἑορταστῶν πολυθόρυβο Συνοδικὸ ἢ στὸ Ἀρχονταρίκι.

Στὸ διαμέρισμά του, λοιπόν, καὶ περιεργαζόμενος τὶς βιβλιοθῆκες, τὴν ἐπίπλωση, τὸν συνετὸ διάκοσμο, καὶ τὶς παληὲς κορνιζαρισμένες φωτογραφίες σεβασμίων γεροντάδων, κατέληξα στὰ πολλά του εἰκονίσματα, γιὰ νὰ σταματήσω ὁριστικὰ σὲ μία παράξενη ἀπεικόνιση, ποὺ οὔτε στὶς ἱερὲς εἰκόνες θὰ μποροῦσα νὰ τὴν κατατάξω, μλονότι τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο ἱστορούμενα πρόσωπα ἔφερε τὸν γνωστὸ φωτοστέφανο ἁγιότητος, ἀλλὰ οὔτε, λόγῳ τούτου, καὶ στοὺς οὕτω λεγομένους ζωγραφικοὺς πίνακες.

Φόντος, ὁ συνήθης ἁγιορειτικὸς καὶ ὅλως ὑποκειμενικόχρωστος, μὲ χιονοσκεπῆ τὴν ὁροσειρὰ καὶ τὰ πλησιέστερα δένδρα· ἕνα σαφῶς διακρινόμενο καὶ ἑλικοειδῶς ἐπεκτεινόμενο μονοπάτι, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οἱ σιλουέτες ἑνὸς κομποσχοινοκρατοῦντος μοναχοῦς καὶ μιᾶς σεμνοτάτης προπορευομένης μοναχῆς –μὲ φωτοστέφανο στὸ κεφάλι- ποὺ κρατοῦσε φανὸ θυέλλης, βαδίζουσες πρὸς τὸ Μοναστήρι, ποὺ σμικροϊχνογραφικῶς καὶ μᾶλλον συμβολικῶν κατελάμβανε τὸ δεξιὸ τερματικὸ μέρος τοῦ πολὺ σμικρῶν διαστάσεων γιὰ τέτοιο θέμα πίνακος.

Ὁ Προηγούμενος Ἀθανάσιος, καὶ ἐπειδὴ φρόντιζε τὰ τῆς πανηγύρεως, καὶ διότι θέλησε νὰ μοῦ δώσει εὐκαιρία λίγης ἀναπαύσεως ἐν ὄψει τῆς ὁλονυκτίου ἀγρυπνίας, ἐν ἐκτιμήσει καὶ τῆς κοπώσεώς μας ἕως ὅτου καταφθάσουμε στὴν Μονὴ ἔστω καβάλα στὰ μουλάρια –δὲν εἶχε κατασκευασθῆ ἀκόμη τότε ὁ πρὸς τὰ ἐκεῖ αὐτοκινητόδρομος- ἀπουυσίασε γιὰ κάμποσο ἀπὸ τὸ διαμέρισμα. Καλὴ ἦταν ἡ εὐκαιρία γιὰ χαλάρωση καὶ ψυχικὴ ἡρεμία· ἀλλὰ οἱ ἀπορίες καὶ τὰ ἐρωτηματικά μου γιὰ τὴν εἰκόνα-πίνακα δὲν μὲ βοήθησαν νὰ ἡσυχάσω.

Μὲ τὸ ποὺ ἄκουσα κάποια στιγμὴ νὰ ἀνοίγῃ τὴν πόρτα, παρουσιάστηκα ἀμέσως καὶ παρακάλεσα γιὰ συγκεκριμένες ἐξηγήσεις. Ἐντυπωσιάστηκα ποὺ εὐθὺς ἀμέσως ἡ ὄψις καὶ ἡ διάθεσίς του ἔδειξαν ἐμφανῶς ἠλλοιωμένες. Τὶς ἄρχισε πάντως μὲ προθυμία καὶ σοβαρότητα:

-Τὸν θυμᾶσαι, Δεσπότη μου, τὸν πατέρα Πανάρετο;

-Ἂν τὸν θυμᾶμαι; Σἂν νὰ τὸν βλέπω ὁλοζώντανο μπροστά μου.

-Εὐαρέστησε, φαίνεται, τὸν πανάγαθο Θεὸ καὶ τὴν Γερόντισσα Παναγιά μας μὲ τὴν ὑπομονή του στὶς δικές μας κατηγορίες, προσβολὲς καὶ κακολογίες, καὶ μὲ τὰ βασανιστικὰ καὶ ἀγόγγυστα πήγαιν-έλα του στὶς Καρυὲς γιὰ ἐξυπηρέτηση τῆς Μονῆς καὶ ὅλων μας. Ὁμολογῶ ὅτι κάθε φορὰ ποὺ τὸν θυμᾶμαι στενοχωριέμαι καὶ αἰσθάνομαι τύψεις, γιατὶ τὸν τιμωρήσαμε αὐστηρὰ γιὰ τὸ ἐξ ἀμελείας του κάψιμο τῆς Μονῆς μας. Ἐκεῖνος ὅμως, ὁ εὐλογημένος, χωρὶς νὰ διαμαρτυρηθῇ ἢ παραπονεθῇ καθόλου, δέχθηκε τὸν κανόνα, τὸν ἀσπάσθηκε μᾶλλον εὐχαρίστως καὶ τὸν μετέβαλε σὲ τρόπο ζωῆς καὶ σὲ εὐκαιρία ἀσφαλοῦς ἐξιλασμοῦ καὶ σωτηρίας. Δὲν ζήτησε ποτὲ τὴν κατάπαυσή του καί, σὲ κατάκρισή μας, οὔτε καὶ ἐμεῖς συσκεφθήκαμε ποτὲ νὰ τοῦ τὸν σταματήσουμε. Γιὰ αὐτὸ ἡ Κυρία Θεοτόκος ἔκανε τὸ θαῦμά Της, γιὰ νὰ φανερώσει τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιότητά του καὶ γιὰ νὰ δώσει γερὸ μάθημα σὲ ἐμᾶς τοὺς ἐπιπολαίους καὶ ἀπερισκέπτους;

Ἔδειχνε καλὴ ἐκείνη ἡ ἡμέρα καὶ ἂς ἦταν Γενάρης μῆνας. (Ἄλλοι λένε γιὰ ἄλλο μῆνα καὶ ἡμέρα). Ποῦ τὸ εἶχε ὅμως κρυμμένο ἐκεῖνο τὸ τυφάνι, καὶ ἀπότομα καὶ ξέφρενα τὸ ἀμόλησε πρὸς τὸ βράδυασμα; Ἔπηξε ὁ τόπος ἀπὸ σκοτεινίλα, καὶ ἕως ποὺ νὰ καταλάβουμε τί γίνεται, κύματα-κύματα ἔφερνε ὁ τρελλοβοριὰς τὸ χιόνι καὶ κατασκέπαζε τὰ πάντα. Ὅλοι χωθήκαμε στὶς κάβιες μας, καὶ μόνη μας σκέψη καὶ προσοχὴ ἦταν νὰ καῖνε καλὰ οἱ σόμπες. Κλειδαμπάρωσε καὶ ὁ Πορτάρης νωρίτερα τοῦ Μοναστηριοῦ τὴν Πόρτα καὶ ἀποσύρθηκε καὶ αὐτὸς στὰ ἴδια. Ψυχὴ πλέον δὲν κινιόταν ἔξω, ἀφοῦ τὰ πάντα τὰ σάρωνε ἡ χιονοθύελλα.

Ποιὸς νὰ σκεφθῇ τὸν πατέρα Πανάρετο; Ἁπλῶς ξέραμε ὅτι πῆγε στὶς Καρυές.

Ξάφνου, ἄκουσα φωνὲς κάτω ἀπὸ τὰ παράθυρά μου καὶ χτυπήματα δυνατὰ στὴν Πόρτα τοῦ κάστρου. Παραξενεύτηκα γιὰ τὸ ποιὸς ξέμεινε ἔξω τέτοια ὥρα καὶ μὲ τέτοιον καιρό. Εἰδοποιήσαμε τὸν Πορτάρη καὶ ἀπὸ περιέργεια ἴσως περισσότερο, πήγαμε καὶ ἄλλοι γιὰ νὰ δοῦμε ποιὸς ἦταν αὐτὸς ὁ ἀπερίσκεπτος καὶ γιὰ νὰ τὸν περιποιηθοῦμε ἀκολούθως, ἀφοῦ ἦταν δεδομένο πὼς θὰ εῑχε δεινοπαθήσει καὶ θὰ ἦταν τρεμάμενος καὶ καταποντισμένος. Καὶ νὰ μπροστά μας ὁ πατὴρ Πανάγερος.

-Ἔ, εἶσαι πέρα γιὰ πέρα τρελλὸς Πανάρετε. Βρὲ εὐλογημένε, δὲν εἶδες τὸν καιρό, δὲν σὲ ἔκοψε νὰ μείνεις στὶς Καρυὲς καὶ νὰ διανυκτερεύσεις στὸ Κονάκι μας; Πῶς μπόρεσες καὶ βάδιζες μὲ τόσο χιόνι καὶ μὲ σκοτάδι πίσσα; τοῦ εἶπα.

-Δὲν ἦταν ἔτσι, Γέροντα, ὅταν ξεκίνησα, καὶ νόμισα πὼς θὰ ἔφτανα ἔγκαιρα στὸ Μοναστήρι. Σὰν πέρασα τὸ διάσελο, ἀπὸ τῆς βρύσης τὸ ἰσιάδι καὶ δῶθε, σκοτείνιασε ὁλότελα καὶ χάλασε ὁ κόσμος. Ὁμολογῶ πὼς κινδύνεψα καὶ φοβήθηκα πολὺ μὴ καὶ μείνω στὸν δρόμο, ἀφοῦ οὔτε πιθαμὴ δὲν διέκρινα τίποτα μπροστά μου, καὶ παρακάλεσα θερμὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία μας νὰ μὲ σώσου. Κόκκαλο θὰ μὲ βρίσκατε στὸν δρόμο, ἂν δὲν τύχαινε τούτη ἡ μοναχή, νὰ ἔρχεται καὶ αὐτὴ στὸ Μοναστήρι καὶ νὰ προχωράει πιὸ μπροστά. Αὐτὴ εἶχε φροντίσει προνοητικὰ καὶ εἶχε μαζί της φανάρι ποὺ φώτιζε καλὰ τὸ μονοπάτι καὶ ἀκολουθοῦσα καὶ ἐγώ.

Δεσπότη μου, πῶς νὰ παραστήσω· ἀκούγοντας τὰ λόγια ταῦτα, ἀλληλοκοιταζόμασταν μὲ συμπόνια, γιατὶ μᾶς πέρασε ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Πανάρετος, ἀπὸ τὸν φόβο καὶ ἀπὸ τὸ κρύο, τὰ ἔχασε ὁλοσδιόλου καὶ παραμιλοῦσε· ἐνῷ ἐκεῖνος ἐν τῷ μεταξύ, κοίταζε ὁλόγυρα καὶ ῥωτοῦσε τί ἔγινε καὶ ποῦ πῆγε ἡ μοναχή, γιὰ νὰ τὴν φιλοξενήσουμε.

Τότε ἦταν ποὺ ξέσπασα, καὶ τοῦ μίλησα πολὺ σκληρα: Βρὲ Πανάρετε, σοῦ ἔστριψε καὶ τὸ λίγο ποὺ εἶχες; Ὄνειρο βλέπεις; Ἀπὸ πότε ἄρχισες νὰ πιστεύεις ὅτι ἔρχονται καὶ φιλοξενοῦνται στὸ Μοναστήρι μας καλόγριες; Πάτησε ποτὲ γυναίκα στὸ Ἁγιονόρος μας; Ἄντε μέσα καὶ σῦρε στὸ δωμάτιό σου νὰ συνέλθεις, γιατὶ μὲ τὰ λεγόμενά σου θὰ τρελλάνεις καὶ ἐμᾶς.

Ἄρχισε νὰ κλαίει καὶ νὰ διαβεβαιώνει ὅτι εἶναι πολὺ καλά, ὅτι λέει τὴν ἀλήθεια, καὶ ὅτι ὄντως χάρις στὴν σεμνοτάτη, μαυροφόρα, καὶ ἐν ἄκρᾳ σιωπῇ μὲ τὸ φανάρι προπορευομένη ἐκείνη μοναχή, μπόρεσε νὰ ἔρθει στὸ Μοναστήρι· καὶ ἡ ἀνησυχία του στὸ ἑξῆς ἦταν τί ἀπέγινε, ποῦ πῆγε καὶ δὲν τὴν βλέπει πλέον.

Ἡ Παναγία μας ἡ Γερόντισσα, Δέσποτα, ἦταν ἡ μοναχὴ ποὺ ἔσπευσε σὲ βοήθεια τοῦ ταπρινοῦ, ὑπηκόου καὶ εὐλαβεστάτου ἀδελφοῦ μας Παναρέτου· ἐνῷ ἐκεῖνος, ἁπλοῦς καὶ ἀγαθώτατος καὶ ζῶντας στὸν δικό του κόσμο, ἔμενε μὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι κάποια μοναχὴ συμπτωματικῶς βρέθηκε προπορευομένη μὲ θυελλοφάναρο στὸ μονοπάτι καὶ τυχαίως ἔγινε ἐκεῖνος συνοδοιπόρος καὶ ἀκόλουθός της. Οὔτε τὸ ἄβατο τοῦ Ἁγίου Ὄρους μας σὲ γυναῖκες θυμήθηκε κατὰ τὴν συμπορεία οὔτε καὶ λέξη θέλησε νὰ ἀνταλλάξει μαζί της, ἀπὸ ὑπερβολικὴ αἰδημοσύνη καὶ συστολή, ὅπως μοῦ ἐξήγησε ἀργότερα σὲ διερευνητικὲς συζητήσεις μαζί του, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ γυναικὸς καὶ μάλιστα μοναχῆς. Πιστεύω ὅμως ὅτι ἔτσι τὰ θέλησε καὶ τὰ οἰκονόμησε ἡ Παναγία. Ἀπὸ τότε καὶ μέχρι σήμερα, μένω μέσα στὶς τύψεις μου γιὰ τὶς αὐστηρὲς κρίσεις μου καὶ τὶς συμπεριφορές μου σὲ ὅσα τὸν ἀφοροῦσαν ἐξ αἰτίας τῆς πυρκαϊᾶς ἐκείνης, ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ δωμάτιό του καὶ ἀπετέφρεωσε τὴν καλλίτερη κόρδα τοῦ Μοναστηριοῦ μας.

Μολονότι, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατηγορία, ὅλοι ἀναγνωρίζαμε τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν ἀφελότητα τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ἀνεπίληπτη ζωή του, κανείς μας ποτὲ δὲν ὑποψιάστηκε ὅτι ἕνας τόσο ἀγαπητὸς στὴν Παναγία μας ἀδελφὸς κυκλοφοροῦσε ἀνάμέσά μας. Φυσικά, μετὰ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ θαυμαστὸ γεγονός, ἡ συμπεριφορὰ ὅλων μας ἄλλαξε ῥιζικῶς. Δὲν ἄλλαξε ὅμως καθόλου τὴν ζωή του ὁ πατὴρ Πανάρετος· ἔμεινε ἴδιος καὶ ἀναλλοίωτος ἕως τέλους τῆς ζωῆς του. Δὲν θέλησε κᾂν νὰ τὸν λυτρώσουμε ἀπὸ τὸ βαρὺ διακόνημά του. Παρακάλεσε νὰ τὸν ἀφήσουμε νὰ ἀνεβοκατεβαίνει τὸ μονοπάτι, ποὺ συνδέθηκε τόσο πολὺ μὲ τὴν ἐπίγεια καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή του καὶ νὰ χαίρεται, ὅπως ἔλεγε, στὴν σκέψη ὅτι διακονεῖ τὸ Μοναστήρι καὶ τοὺς ἀδελφούς.

Σὲ διαρκὴ ἀνἀμνηση αὐτοῦ τοῦ θαύματος τῆς Γεροντίσσης Παναγίας μας καὶ γιὰ νὰ ἐξιλεωθῶ τόσο ἀπέναντί της ὅσο καὶ ἀπέναντι τοῦ ἀγαπητοῦ μας Παναρέτου, παρήγγειλα σὲ ἁγιογράφο τὴν εἰκόνα, ποὺ βλέπετε, καὶ τὴν ἀνήρτησα στὸ ἀρχονταρικάκι μου.

-Ἐκφράζω τὶς θερμές μου εὐχαριστίες καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου, Προηγούμενε, γιὰ τὴν ἀφήγηση καὶ γνωστοποίηση καὶ σὲ ἐμένα τοῦ θαύματος, ποὺ τὸ ἀγνοοῦσα παντελῶς· ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ διατυπώσω καὶ τὴν ταπεινὴ γνώμη μου, πὼς μᾶλλον θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποδείξετε στὸν ἁγιογράφο νὰ ἔβαζε φωτοστέφανο καὶ στοῦ πατρὸς Παναρέτου τὸ κεφάλι, εἶπα καὶ κατακλείσαμε ἐκείνη τὴν ἀλησμόνητη καὶ ψυχοτερπῆ συζήτηση.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...