Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2025

ΜΟΝΗ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

 

Μετὰ τὸν κάβο τοῦ Γραβανιστή, Ἀνοίγεται μία πλατιὰ παραλία μὲ μεγάλες λευκὲς κροκάλες, στὶς ἐκβολὲς τοῦ χειμάῤῥου Ἀεροποτάμου. Τὸ ὄνομά τοῦ ὀφείλεται στοὺς δυνατοὺς βοριάδες ποὺ κατεβαίνουν τὴν ῥεματιὰ σχηματίζοντας στροβίλους. Στὴν ἀριστερὴ ὄχθη τοῦ Ἀεροποτάμου, ἡ πλαγιὰ ἔχει πεζοῦλες μὲ λιόδεντρα. Στὸ κέντρο τῆς παραλίας, στὸ ἐσωτερικό, διακρίνεται τὸ Κάθισμα τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, ὅπου ἐγκαταβίωνε ὁ λόγιος μοναχὸς Θεόκλητος Διονυσιάτης, συγγραφέας βιβλίων.

Στὴν δεξιὰ ἄκρη τῆς παραλίας, σκαρφαλωμένη πάνω σὲ ἕναν ἀπόκρημνο βράχο, ὀγδόντα μέτρα ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας, βρίσκεται ἡ Μονὴ Διονυσίου. Ψηλότερα, ὑψώνονται οἱ ἀπότομες βουνοπλαγιες τοῦ Ἀντιάθωνα, ὁ ὁποῖος φτάνει σὲ ὕψος χιλίων τριάντα ὀκτὼ μέτρων, οἱ πρόποδές του καλύπτονται ἀπὸ πυκνὸ δάσος καστανιάς, ἐνῶ χαμηλότερα ἡ πυκνὴ βλάστηση εἶναι θαμνώδης. Ὁ ἔντονος ὀχυρωματικὸς χαρακτῆρας τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος μὲ τὸν πύργο, τὰ πολυώροφα τείχη καὶ τὶς ἐπάλξεις διασκεδάζεται ἀπὸ τοὺς ἀλλεπάλληλους ἐξώστες καὶ τὰ σαχνισιὰ ποὺ προβάλλουν κλιμακωτὰ στὴν ὄψη πρὸς τὴν θάλασσα. Ἡ θέση της, τὴν προστάτευσε ἀπὸ ἐπιδρομὲς πειρατῶν, καθὼς καὶ ἀπὸ τὶς πλημμύρες τοῦ χειμάῤῥου. Εἶναι τὸ μόνο Μοναστήρι στὸ Ἅγιον Ὄρος ποὺ ἀπὸ τὸ 1535 καὶ μετὰ δὲν ὑπέστη καταστροφές ἀπὸ πυρκαγιά, καὶ διαθέτει ἰδιαίτερο πλοῦτο τοιχογραφιῶν καὶ φορητῶν εἰκόνων. Ὑπέστη ζημιὲς ἀπὸ χιονοπτώσεις καὶ ἀπὸ πλημμύρες. Ἐπίσης, πυρκαγιές κατέκαυσαν τὸ δάσος τῆς.

Στὴν ῥίζα τοῦ βράχου, βρίσκεται ὁ ἀρσανάς της. Τὰ κτήριά του χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1618 καὶ ἀνακαινίστηκαν πρόσφατα. Τὸ ἀρσανόσπιτο ἔχει κιόσκι καὶ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου μὲ τοιχογραφίες καὶ φορητὲς εἰκόνες τοῦ 17ου αἰῶνος, ποὺ ἀποδίδονται στὸ εἰκονογραφικὸ ἐργαστήριο τῆς Μονῆς καὶ στοὺς μαθητὲς τοῦ μοναχοῦ Δανιήλ. Μέχρι τὸ 1930, διατηροῦσε πλοῖο δικό της γιὰ νὰ μεταφέρει τὴν πλούσια ἐσοδεία ἀπὸ τὸ μετόχι της στὸ Ὀρφάνι τῆς Καβάλας, ἕνα μετόχι ποὺ ἀπαλλοτριώθηκε ὑπὲρ τῶν Μικρασιατῶν προσφύγων.

Ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸν ἀρσανὰ τὸ λιθόστρωτο ἀνηφορικὸ δρόμο πρὸς τὴν Μονή, συναντάμε τὸ προσκυνητάρι ποὺ χτίστηκε σὲ ἀνάμνηση τοῦ θαύματος τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὁ ὁποῖος σταμάτησε ἐκεῖ τοὺς πειρατές καὶ ἔσωσε τὴν Μονὴ ἀπὸ λεηλασία. Ἐδῶ ἔγινε καὶ ἡ ἐπίσημη ὑποδοχὴ τοῦ πατριάρχη Νήφωνος, ὅταν φανερώθηκε ποιός ἦταν.

 ***

Ἡ Μονὴ εἶναι ἀφιερωμένη στὸ Γενέσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ ἐμφανίζεται μερικὲς φορές σὲ ἔγγραφα μὲ τὴν ὀνομασία αὐτή. Μαρτυροῦνται ἐπίσης οἱ ονομασίες Νέα Πέτρα καὶ Μεγάλου Κομνηνοῦ· ἡ πρώτη παραπέμπει στὴν Μονὴ Πέτρας σὲ νησάκι ἔξω ἀπὸ τὴν Σωζόπολη τοῦ Εὐξείνου Πόντου ποὺ ἦταν ἀφιερωμένη στὸν Τίμιο Πρόδρομο καὶ καταστράφηκε ἀπὸ πυρκαγιά· ἡ δεύτερη διαιωνίζει τὶς γενναιόδωρες χορηγίες καὶ δωρεὲς τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Τραπεζοῦντας Ἀλεξίου Γ΄ Κομνηνοῦ.

Ἱδρυτῆς τῆς Μονῆς ἦταν ὁ Ὅσιος Διονύσιος ἀπὸ τὴν Κορησσὸ τῆς Καστοριάς. Ὁ Ὅσιος, ἀρχικὰ μόνασε στὴν περιοχὴ τῆς Μονῆς Φιλοθέου, ἡγούμενος τῆς ὁποίας ἦταν ὁ κατὰ σάρκα ἀδελφός του Θεοδόσιος. Κατόπιν ἐγκαταστάθηκε στοὺς πρόποδες τοῦ Μικροῦ Ἄθωνα, ἀργότερα, μετακινήθηκε μὲ τὴν συνοδεία του πρὸς τὴν θάλασσα. Δύο φορές εἶδε σὲ ὅραμα νὰ ὑψώνεται φωτεινὴ στήλη στὴν θέση τῆς σημερινῆς Μονῆς καὶ κατάλαβε ὅτι ἦταν θείᾳ βουλήσῃ νὰ χτιστεῖ ἐκεῖ Μοναστήρι. Ὁ Θεοδόσιος, εἶχε γίνει στὸ μεταξὺ μητροπολίτης Τραπεζοῦντος καὶ μὲ τὴν μεσολάβησή του, ὁ Διονύσιος ζήτησε τὴν βοήθεια τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου Γ΄ Κομνηνοῦ γιὰ τὴν οἰκοδόμηση καὶ προικοδότηση τῆς Μονῆς. Εξεδόθη χρυσόβουλλο τὸ ὁποῖο θέσπιζε πλούσιες χορηγίες γιὰ τὴν Μονή, μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ἐσαεῖ μνημόνευση τοῦ αὐτοκράτορος καὶ τῆς οἰκογενείας του. Τὸ 1389, ἡ Μονὴ ἀναγνωρίστηκε ὡς πατριαρχική, καὶ κατοχυρώθηκε τὸ κοινοβιακὸ σύστημα τὸ ὁποῖο εἶχε ἐφαρμοστεῖ ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της. Διάδοχος τοῦ Ὁσίου Διονυσίου, ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1390, ὑπῆρξε ὁ φίλος καὶ συνασκητής τοῦ ὁ Ὅσιος Δομέτιος ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1403 ἢ τὸ 1405. Τὸ Γ΄ Τυπικό τοῦ Ἁγίου Ὄρους τὸ 1394 κατονομάζει 25 Μονές, καὶ ἡ Μονὴ Διονυσίου βρίσκεται στὴν 19η θέση.

Τὸν 16ο αἰῶνα, χάρη στὴν ὑποστήριξη τῶν ἡγεμόνων τῆς Μολδοβλαχίας, ἡ Μονὴ Διονυσίου διευρύνθηκε καὶ ἐπεκτάθηκε. Τὸ 1520 ὁ ἡγεμόνας Νεαγκόε Μπασαράμπ, ἀνέλαβε τὴν δαπάνη τῆς ἀνέγερσης τοῦ ἀμυντικοῦ πύργου καὶ τοῦ νέου χτιστοῦ ὑδραγωγείου καὶ δώρησε στὴν Μονὴ τὴν κάρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ τὴν ναόσχημη λειψανοθήκη μὲ τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Νήφωνος, τοῦ ὁποίου ἦταν πνευματικό του τέκνο. Τὸ 1535, πυρκαγιά κατέστρεψε τὸ μεγαλύτερο τμῆμά της καὶ ὁ ἡγεμόνας τῆς Μολδαβίας Πέτρος Ῥάρες (1527-1538) ἀνέλαβε τὴν οἰκοδόμηση τῆς ἀνατολικῆς πτέρυγας καὶ τοῦ Καθολικοῦ. Ἡ κόρη του Ῥωξάνδρα, καὶ ὁ σύζυγός της Ἀλέξανδρος Λεπουσνεάνου, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Παχώμιος, ἀνέλαβαν τὴν δαπάνη τῆς οικοδόμησης τῆς ἐξαώροφης πτέρυγας ποὺ βλέπει πρὸς τὴν πτέρυγα. Ἡ Ῥωξάνδρα καὶ ὁ γιός της, ἡγεμόνας Μπόγδαν, ἐξαγόρασαν ἐπίσης μεγάλο μέρος τῆς κτηματικῆς περιουσίας τῆς Μονῆς ποὺ δημεύτηκε ἐπὶ σουλτάνου Σελὶμ Β΄ τὸ 1568. Οἱ ἀδελφοὶ Λάζαρος καὶ Μπόϊος ἀπὸ τὸν Ἴσβορο –σημερινὴ Στρατονίκη- τῆς Χαλκιδικῆς ἔχτισαν τὴν προέκταση πρὸς τὸν κῆπο τῆς νοτιοανατολικῆς ἑπταώροφης πτέρυγας καὶ τὴν ἴδια ἐποχὴ οἱ ἀδελφοὶ Μανουὴλ καὶ Θωμᾶς ἀπὸ τὶς Σέῤῥες, ἔχτισαν τὸν ἀρσανὰ καὶ φρόντισαν γιὰ τὴν ἐπανασύσταση τοῦ μετοχίου τῆς Μονῆς στὸ Ὀρφάνι τοῦ Παγγαίου. Τὸ 1574, ἡ Μονή, ἀγόρασε τὰ δικαιώματα τῆς Μονῆς Ξηροποτάμου καὶ ἀπὸ τότε βρίσκεται ἱεραρχικά στὴν 5η θέση μεταξὺ τῶν εἴκοσι Μονῶν καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ διορίζει πρωτεπιστάτη.

Ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος, ἡ Μονή, ἀναγκάστηκε, γιὰ οἰκονομικοὺς κυρίως λόγους, νὰ ἐφαρμόσει ἕνα σύστημα μεικτὸ ἰδιόῤῥυθμο ἢ ἡμικοινοβιακό. Τὸ ἁμιγὲς κοινοβιακὸ καθεστῶς, ἐπανῆλθε μὲ σιγίλλιο τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Καλλινίκου Ε΄ τὸ 1805.

Ἡ Μονὴ Διονυσίου, ὐποστήριξε ἐνεργὰ τὴν Ἐπανάσταση τῆς Χαλκιδικῆς τὸ 1821. Τὸ κανόνι τοῦ πύργου της μεταφέρθηκε στὴν Κασσάνδρα γιὰ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἐξεγερθέντες Ἕλληνες. Ὅταν, στὰ τέλη τοῦ 1821, τουρκικὰ στρατεύματα ἐγκαταστάθηκαν στὸ Ἅγιον Ὄρος, πολλοὶ Διονυσιάτες μοναχοὶ ἔφυγαν μὲ εἰκόνες καὶ λείψανα καὶ ἐγκαταστάθηκαν σὲ ἀσφαλέστερα μέρη, ὅπως Πόρο, Ζάκυνθο, Σκόπελο. Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1830 οἱ μοναχοὶ αὐτοί, ἐπανέκαμψαν στὴν Μονή. Δημιουργήθηκαν προστριβὲς μεταξὺ τῶν μοναχῶν ποὺ εἶχαν φύγει καὶ ἐκείνων ποὺ εἶχαν παραμείνει. Οἱ μοναχοὶ ποὺ ἐπέστρεψαν, εἰσῆγαν ἤθη καὶ συνήθειες ἀπὸ τὰ Μοναστήρια ὅπου εἶχαν φιλοξενηθεῖ καὶ ἐξαιτίας τοῦ αὐξημένου ἀριθμοῦ τῶν λαϊκῶν, ἐπῆλθε χαλάρωση τοῦ ἀσκητικοῦ φρονήματος. Ὁ οἰκουμενικός πατριάρχης Κωνστάντιος Α΄, ἀναγκάστηκε τὸ 1830 νὰ ἐκδώσει σιγίλλιο γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ τάξη.

Μέγας Ἅγιος τῆς Μονῆς, ὁ Ἅγιος Νήφων, ποὺ ἐπέστρεψε μετὰ τὴν τελευταία του θητεία στὴν Μονή του, ὡς ἄγνωστος, ἐκτελώντας τὸ διακόνημα τοῦ βουρδουνάρη, ἕως ὅτου ἀποκαλύφθηκε στὸν ἡγούμενο, θείᾳ ὁράσει, ποιός ἦταν. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχός καὶ ἐγκαταβίωσε ἐπὶ ἑξήντα χρόνια καὶ χωρὶς ποτέ νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν πύλη τῆς Μονῆς ὁ Ὅσιος Λεόντιος ὁ Μυροβλύτης. Ἐγκαταβίωσε ἐπίσης ὁ Ὅσιος Φιλόθεος ἀπὸ τὴν Χρυσούπολη τῆς Καβάλας. Ἐδῶ ἐκάρη μοναχός ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Διονυσιάτες μοναχοί ἦταν οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες· Γεννάδιος Κωνσταντινούπολης, ὁ Ἰωσήφ ὁ Ζωγράφος, Χριστόφορος Ανδριανούπολης καὶ ὁ Παῦλος Τρίπολης.

Παρ’ ὀλίγον Νεομάρτυς Διονυσιάτης μοναχός, ἦταν ὁ Εὐδόκιμος, ὁ ὁποῖος δύο φορές, τὸ 1818 καὶ τὸ 1819 δείλιασε πρὸ τοῦ μαρτυρίου καὶ στάθηκε ὑπαίτιος γιὰ τὸ μαρτυρικό θάνατο τοῦ Γενναδίου καὶ τοῦ Ἰωσήφ, ποὺ τὸν εἶχαν συνοδέψει γιὰ νὰ τὸν ἐμψυχώσουν. Μεταμελήθηκε, ἐπέστρεψε στὴν Μονή, καὶ ἔζησε τριάντα χρόνια σὲ μία καλύβα ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Μοναστήρι· ἔργο του εἶναι οἱ πεζοῦλες μὲ τὰ λιόδεντρα. Ἀξιώθηκε νὰ προειδεῖ τὸ τέλος του, πῆγε στὴν πύλη τῆς Μονῆς, ζήτησε συγχώρεση, κοινώνησε τῶν Αχράντων Μυστηρίων, δὲν εἰσῆλθε στὴν Μονὴ παρὰ τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου, σταύρωσε τὰ χέρια στὸ στῆθος, στράφηκε πρὸς τὴν ἀνατολή καὶ ἐκοιμήθη.

Στὴν Μονή, μόνασε ἐπὶ ἑβδομήντα χρόνια ὁ γέροντας Ἰσαὰκ ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ Θράκη. Ἁπλὸς καὶ ὀλιγογράμματος, ἄφησε τὰ πρόβατα τοῦ πατέρα του καὶ ἦρθε στὴν Μονή. Ἐπὶ δύο χρόνια εἶχε τὸ διακόνημα τοῦ ἀρτοποιοῦ καὶ εἶχε συντροφιά του ἕνα φίδι τοῦ εἴδους λαφιάτης, ἑνάμιση μέτρο μακρύ, τὸ τάἱζε χυλό καὶ τὸ φίδι κυνηγοῦσε ποντίκια καὶ κοιμόταν ἤμερο πλάϊ στὸν γέροντα. Ὅταν ἄλλαξε διακόνημα ὁ Ἰσαάκ, καὶ ἦρθε ἄλλος μοναχὸς στὸν φοῦρνο, τὸ φίδι δὲν ξαναεμφανίστηκε.

Μεγάλη ἁγιορείτικη φυσιογνωμία τοῦ 20ου αἰῶνα ἦταν ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς κατὰ τὰ ἔτη 1936-1976 Γαβριὴλ Διονυσιάτης, ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1983, ἀπὸ τὸν Μεσενικόλα Καρδίτσας. Ὑπῆρξε χαρισματοῦχος πνευματικὸς ταγός, δεινὸς συζητητῆς, ἔξυπνος παρατηρητῆς τῶν καιρῶν, ὑποδειγματικὰ ὀρθόφωνος στὶς ἀναγνώσεις του ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιο. Σὲ στιγμὲς δύσκολες, στάθηκε εὐέλικτος διπλωμάτης καὶ σκληροτράχηλος διεκδικητῆς τῶν δικαίων τοῦ Ἁγίου Ὄρους. 

Μέγιστος θησαυρὸς τῆς Μονῆς εἶναι τὸ λείψανο τῆς δεξιάς χείρας τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ποὺ ἄγγιξε τὴν κεφαλὴ τοῦ Θεανθρώπου κατὰ τὴν βάπτισή Του στὸν Ἰορδάνη ποταμό.. Ἡ ναόσχημη λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου Νήφωνος εἶναι ὅλη ἀπὸ ἄργυρο, χρυσὸ καὶ σμάλτο· δῶρο τοῦ ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας Νεαγκόε Μπασαράμπ καὶ ἀποτελεῖ αντίγραφο τοῦ ναοῦ ποὺ ἔκτισε ὁ ἡγεμόνας πρὸς τιμήν τοῦ Ἁγίου στὴν Μονὴ Cortea d’ Arges, ἔξω ἀπὸ τὸ Βουκουρέστι.

Σὲ μία περίτεχνη ἀργυρὴ θήκη, φυλάσσεται μύρο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καὶ σὲ μία ἄλλη ἡ δεξιὰ τῆς Ἁγίας Ματρώνης Χιοπολίτιδος, μαζί μὲ ἕνα χαρτώο χειρόγραφο Ψαλτήρι -8Χ5,5 ἑκατοστῶν- ποὺ ἀποτελεῖ τὸ πιὸ μικρὸ σὲ σχῆμα χειρόγραφο στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἡ κάρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἐκλάπη τὸ 1768 ἀπὸ πειρατές, τὴν ὥρα ποὺ Διονυσιάτες μοναχοὶ τὴν μετέφεραν στὸ μετόχι τῆς Μονῆς στὸν Ἅγιο Εὐστράτιο. Σήμερα φυλάσσεται σὲ εἰδικὸ κουβούκλιο στὸ Τζαμὶ τῶν Ὀμμαγιαδῶν στὴν Δαμασκὸ τῆς Συρίας. Φυλάσσονται ἐπίσης οἱ κάρες τῆς Ἁγίας Κυριακῆς, τῆς Ἁγίας Θωμαΐδος τῆς σώφρονος, τῶν Ἁγίων Γρηγορίου Ακραγαντίνων, Πέτρου ἱερομάρτυρος, Μερκουρίου μάρτυρος, Θεοφανοὺς τῆς βασιλίσσης. Φυλάσσεται ἐπίσης, τμῆμα τῆς Ἁγίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου, τὸ ὁποῖο πήραν οἱ Διονυσιάτες ἀπὸ τὴν Μονὴ Βατοπεδίου σὲ ἀντάλλαγμα γιὰ ἕνα δάχτυλο τῆς δεξιὰς τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

 ***

εἴσοδος τῆς Μονῆς εἶναι στὴν ἀνατολικὴ πτέρυγα καὶ ἔχει θολωτὸ προστῶο μὲ τοιχογραφία τοῦ 1837 τοῦ Γενεσίου τοῦ Τιμίου Προδρόμου, μπροστὰ στὴν ὁποία καίει ἀκοίμητος κανδήλα. Φτάνει κανεὶς στὸ πλακόστρωτο μπροστὰ στὴν εἴσοδο περνώντας ἀπὸ τὴν πύλη ποὺ βρίσκεται στὴν βόρεια πτέρυγα.

αὐλὴ εἶναι οὐσιαστικὰ τρεῖς διάδρομοι γύρω ἀπὸ τὸ Καθολικό. Ἐξαιτίας τῆς στενότητας τοῦ χώρου δὲν ὑπάρχει φιάλη. Μπαίνοντας δεξιά, βρίσκεται κρήνη τοῦ 19ου αἰῶνος. Ὁ διάκοσμός της εἶναι αὐστηρὰ κλασικιστικός, μὲ πτυχωτὸ παραπέτασμα ποὺ κρέμεται ἀπὸ πόρπες, ἀέτωμα μὲ δάφνινο στεφάνι, φυτικοὺς ἔλικες καὶ ἀνθεμωτὰ ἀκρωτήρια.

Ἐνσωματωμένος στὴν βόρεια πτέρυγα, βρίσκεται ὁ πύργος τοῦ 1520. Ἔχει τετράγωνη κάτοψη, ὕψος εἴκοσι τριῶν μέτρων καὶ ἐνενήντα ἑκατοστῶν, καὶ τέσσερις ὁρόφους. Μέχρι τὸ ὕψος τῶν πέντε μέτρων εἶναι συμπαγῆς μὲ μία μικρή μόνο δεξαμενὴ νεροῦ, στὶς ὄψεις τοῦ ὑπάρχουν ἀντηρίδες ποὺ σχηματίζουν τυφλά τόξα. Στὴν ἐπίστεψη φέρει ἐπάλξεις, καὶ στὴν ὄψη πρὸς τὴν αὐλὴ ὑπάρχει καταχύστρα καὶ ἐξώστης. Πρόσφατα ἀνακαινίστηκε καὶ στεγάζει τὴν βιβλιοθήκη.

Στὴν ἀνατολικὴ πτέρυγα, βρίσκεται τὸ καμπαναριό. Ἔχει τρεις ὁρόφους καὶ ῥολόϊ στὴν δυτικὴ ὄψη· θεωρεῖται ἀπὸ τὰ παλαιότερα κτίσματα τῆς Μονῆς. Κάτω ἀπὸ τὸ καμπαναριό βρισκόταν ἡ παλιά κυρία εἴσοδος τῆς Μονῆς.

Τὸ Καθολικό, εἶναι χτισμένο σὲ βράχο. Ὁ ναός εἶναι τρίκογχος, μὲ πέντε τρούλλους, μολυβδοσκέπαστος, ἐξωτερικὰ ἐπιχρισμένος καὶ βαμμένος μὲ πορφυρὸ χρῶμα. Στὰ μολύβδινα φύλλα ποὺ σκεπάζουν τὴν ὁροφή του, ὑπάρχουν πολλὰ σκαριφήματα, σχέδια καὶ ὀνόματα ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τοὺς τεχνίτες. Ἔχει μῆκος μαζί μὲ τὸν ἐξωνάρθηκα εἴκοσι ὀκτὼ μέτρα, πλάτος δεκαοκτὼ μέτρα, ὕψος στὴν κορυφὴ τοῦ κεντρικοῦ τρούλλου εἴκοσι μέτρα ἀπὸ τὸ δάπεδο. Ἰδιαιτερότητα τοῦ Καθολικοῦ εἶναι ἡ ὕπαρξη τῶν λεγομένων τυπικαριῶν· οἱ κόγχες τῆς προθέσεως καὶ τοῦ διακονικοῦ ἔχουν διευρυνθεῖ σὲ κυκλικοὺς χώρους ποὺ στεγάζονται μὲ τρούλλους καὶ εξωτερικά ἔχουν σχῆμα ὀκτάγωνο. Τὸ Καθολικό, ἀνοικοδομήθηκε τὸ 1535-1547 καὶ ἁγιογραφήθηκε τὴν ἴδια ἐποχή. Τὴν δαπάνη ἀνέλαβε ὁ βοεβόδας Πέτρος Ράρες, ποὺ εἰκονίζεται σὲ τοιχογραφία τοῦ δεξιού κλίτους μαζί μὲ τὴν οἰκογένειά τοῦυ.

ἐξωνάρθηκας, ἐξέχει ἀπὸ τὸν βράχο τῆς Μονῆς. Ἐκτείνεται σὲ ὅλο τὸ πλάτος τοῦ Καθολικοῦ καὶ τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τοῦ Ἀκαθίστου. Στὶς τοιχογραφίες του, εἰκονίζονται οἱ εἴκοι τέσσερις οἶκοι τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου καὶ μαρτύρια Ἁγίων.

λιτή, εἶναι κατάγραπτη. Οἱ τοιχογραφίες της, ὅπως καὶ ἐκεῖνες τοῦ κυρίως ναοῦ, καθαρίστηκαν τὸ 1995. Πάνω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσοδο στὸν ναό, τὴν λεγομένη βασιλικὴ πύλη, εἰκονίζεται ὁ Χριστὸς ὡς Ἀναπεσῶν. Οἱ ἀπεικονίσεις τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τῶν Τριῶν Παίδων τῶν ἐν Καμίνὡ, συμβολίζουν τὴν Ἁγία Τριάδα. Τὸ δάπεδό της, ὅπως καὶ τοῦ κυρίως ναοῦ, εἶναι στρωμένο μὲ ἄσπρες καὶ μαῦρες τετράγωνες πλάκες ἀπὸ τηνιακὸ μάρμαρο, χρονολογούμενες στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος. Ἡ ὁροφὴ τῆς λιτῆς στηρίζεται σὲ δύο κίονες καὶ σχηματίζει ἕξι σταυροθόλια. Τὰ θυρόφυλλα τῆς Βασιλικῆς πύλης ἀποτελοῦν ἔξοχο δεῖγμα βυζαντινῆς ξυλογλυπτικῆς.

Οἱ τοιχογραφίες τοῦ κυρίως ναοῦ, εἶναι ἔργο τοῦ μεγάλου ζωγράφου τῆς Κρητικῆς Σχολῆς Τζώρτζη. Στὸν δεξιὸ κίονα μπροστὰ στὸ τέμπλο βρίσκεται ἡ ἐπιβλητική ἐφέστια εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Δίπλα στὸν κίονα βρίσκεται ἕνα ἐξαιρετικῆς τέχνης προσκυνητάρι ἀπὸ φίλντισι καὶ σεντέφι τοῦ 1707. Στὸ ἐρεισίνωτο τοῦ ξυλόγλυπτου δεσποτικοῦ θρόνου, ἀντὶ τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως εἰκονίζεται ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Στὸν κίονα πίσω ἀπὸ τὸν δεσποτικὸ θρόνο βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ Παλαιοῦ Προδρόμου, ποὺ σώθηκε ἀπὸ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1535.

Τὸ ἐπιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο τοῦ 1796, μὲ ἐπιχρύσωση τοῦ 1803, χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἐξαιρετικά πλούσιο φυτικὸ διάκοσμο. Τὸ παλαιό τέμπλο τοῦ 1553, εἶχε κατασκευαστεῖ μὲ δαπάνη τοῦ ἡγεμόνα Ἀλεξάνδρου. Σώζονται τμήματά του πίσω ἀπὸ τὸν σημερινό. Σώζεται ἐπίσης ὁ Ἐσταυρωμένος τοῦ παλαιοῦ τέμπλου, πλάϊ στὴν εἴσοδο τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας. Τὸ Δωδεκάορτο τοῦ τέμπλου, τοῦ α΄ μισοῦ τοῦ 16ου αἰῶνος, εἶναι ἔξοχο δεῖγμα τῆς Κρητικής Σχολῆς. Ἡ εἰκόνα τῆς Σύναξις τῶν Ἀρχαγγέλων εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἰωσὴφ τοῦ Ζωγράφου. Οἱ εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου τοῦ 16ου αἰῶνος, προέρχονται ἀπὸ τὸ παλαιὸ τέμπλο.

Στὴν κόγχη τοῦ ἱεροῦ βήματος βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Γλυκοφιλούσης, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ Μετόχι Χοταράνι στὴν Ῥουμανία, καθὼς καὶ ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἀπὸ τὸ Μετόχι τῆς Μεταμόρφωσης, κοντά στὴν Νικήτη τῆς Χαλκιδικῆς. Μέσα στὸ ἱερὸ βῆμα φυλάσσεται ἐπίσης ἡ λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου Νήφωνος καὶ ἡ ράβδος του.

Ἐνσωματωμένο στὰ ἀριστερὰ τῆς λιτῆς εἶναι τὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τοῦ Ἀκαθίστου, εἶναι μονόχωρο μὲ τροῦλλο. Οἱ ἀρχικὲς τοιχογραφίες ἐπιζωγραφίστηκαν ἀπὸ τὸν Μιχαήλ Καισαρέα τὸ 1890. Ἐδῶ, στὸ δεξί τμῆμα τοῦ περίτεχνου τέμπλου βρίσκεται ἡ ὁμώνυμη εἰκόνα τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου. Εἶναι φτιαγμένη ἀπὸ κηρομαστίχη, φέρει ἀργυρεπίχρυση ἐπένδυση τοῦ 1786 καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ εἶναι δυσδιάκριτα. ‘Ἀνέβλυσε κατὰ καιρούς μύρο καὶ θεωρεῖται ἡ ἀρχαιότερη θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Πρόκειται πολύ πιθανόν, γιὰ τὴν εἰκόνα ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια του ὁ πατριάρχης Σέργιος, ὅταν περιερχόταν τὰ τείχη τῆς Βασιλεύουσας προσευχόμενος, γιὰ νὰ ἐμψυχώσει τοὺς μαχητὲς ποὺ ὑπερασπίζονταν τὴν Πόλη εναντίον τῶν Ἀβαροσλάβων τὸ 624, ἐνῶ ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος ἔλειπε σὲ ἐκστρατεία κατὰ τῶν Περσῶν. Ἀπὸ θαῦμα τῆς Παναγίας, ξέσπασε αἰφνίδια τρικυμία, ὁ στόλος τοῦ εχθρού καταποντίστηκε καὶ ἡ πολιορκία λύθηκε. Τότε ἐψάλη γιὰ πρώτη φορά ὁ Υμνος: Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ. Στὸ πίσω μέρος τῆς εικόνος σώζεται ἡ παράσταση τῆς παράδοσής της ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιο Γ΄ Κομνηνό στὸν Ὅσιο Διονύσιο τὸ 1374. Ἡ εἰκόνα εκλάπη ἀπὸ πειρατές, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ μεγάλη θαλασσοταραχή, ἡ Θεοτόκος ἐμφανίστηκε στὸν ἀρχηγό τους καὶ τοὺς εἴπε νὰ τὴν γυρίσουν πίσω. Ἀμέσως ἡ εἰκόνα ἄρχισε νὰ ἀναβλύζει μύρο καὶ ἔντρομοι οἱ πειρατές, τὴν ἐπέστρεψαν, καὶ δύο ἀπὸ αυτούς ἔγιναν μοναχοί. Χάρη σὲ θαῦμα τῆς εἰκόνας θεραπεύτηκε ἀπὸ κακόηθες σάρκωμα στὴν μασχάλη ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς Εὐγένιος Βούλγαρης τὸ 1753.

Πάνω ἀπὸ τὴν λιτή, βρίσκονται τὰ παρεκκλήσια· τοῦ Ὁσίου Διονύσιου καὶ τῶν Ἀρχαγγέλων, σύγχρονο τοῦ Καθολικοῦ καὶ κατάγραπτο μὲ τοιχογραφίες τῶν τελῶν τοῦ 16ου καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 17ου αἰῶνος, τῶν ἁγιογράφων μοναχῶν Μερκουρίου καὶ Γερμανοῦ. Ἐντὸς τῆς Μονῆς βρίσκονται ἐπίσης τὰ παρεκκλήσια· τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων στὸν βράχο κάτω ἀπὸ τὸ καθολικό, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου μὲ ἀσυνήθιστο τέμπλο, τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ καμπαναριό, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ Ἁγίου Νήφωνος, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου δίπλα στὸ προηγούμενο, καὶ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Πλάϊ στὸ εἰκονοφυλάκιο δημιουργήθηκε πρόσφατα τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, στὸ τέμπλο τοῦ ὁποίου προστέθηκαν βημόθυρα τοῦ 15ου αἰῶνος.

κοιμητηριακὸς ναός τῶν Ἁγίων Πάντων, βρίσκεται ἀνατολικὰ τῆς Μονῆς, στὸ μονοπάτι γιὰ τὴν Ἁγίου Παύλου. Χρονολογεῖται ἴσως ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἵδρυσης τῆς Μονῆς. Εἶναι μικρός, χωρὶς νάρθηκα, μὲ θολωτὴ ὁροφή, κατάγραπτος, μὲ τοιχογραφίες τοῦ 1627. Οἱ περισσότερες παραστάσεις ἀναφέρονται στὸν βίο τῆς Θεοτόκου, ὁπότε ἴσως ἡ ἀρχικὴ ἀφιέρωση τοῦ ναοῦ ἦταν στὴν Θεοτόκο. Τὸ ὀστεοφυλάκιο εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν ναό. Έξω ἀπὸ τὸν ναό, στὴν νότια πλευρά, βρίσκεται ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου Νήφωνος, μὲ παράσταση τῆς κοιμήσεώς του.

Ἐκτὸς τῆς Μονῆς βρίσκονται ἐπίσης τὰ παρεκκλήσια-καθίσματα· τοῦ Ἁγίου Νήφωνος πλάϊ στὴν σπηλιά τοῦ Ἁγίου, τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Αδελφοθέου ποὺ ἀπέχει τρία τέταρτα πεζοπορίας στὴν ῥεματιὰ τοῦ Ἀεροποτάμου, τοῦ Ἁγίου Ὀνουφρίου ποὺ απέχει μιάμιση ὥρα πεζοπορία βορειοδυτικά τῆς Μονῆς στὴν θέση τοῦ παλιού Κελλιοῦ τοῦ Δρουβανιστή, τῆς Παναγίας ποὺ βρίσκεται ψηλότερα ἀπὸ τὸ προηγούμενο ἀπέναντι ἀπὸ τὴν σπηλιά ὅπου μόναζε ὁ Ὅσιος Διονύσιος.

τράπεζα, βρίσκεται στὴν νότια πτέρυγα ἀπέναντι ἀπὸ τὸ καθολικό. Ἔχει κάτοψη σχήματος Τ. Τὸ τμῆμα ποὺ εἶναι παράλληλο πρὸς τὸ καθολικό εἶναι τὸ ἀρχαιότερο. Οἱ τοιχογραφίες εἰκονίζουν ευαγγελικές σκηνές καὶ σκηνές ἀπὸ τὸν βίο τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Εικονίζεται ἐπίσης ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ οἱ Ἅγιοι Διονύσιος καὶ Νήφων. Στὸν ανατολικό τοῖχο βρίσκονται δύο μεγάλες τοιχογραφίες τοῦ 1603· ἡ Σύναξις τῶν Ασωμάτων καὶ ἡ Πτώση τοῦ Εωσφόρου, καὶ ἡ Ουρανοδρόμος Κλίμαξ· μετὰ τὸ δέκατο πέμπτο σκαλί, ἡ κλίμακα τσακίζει καὶ τὰ υπόλοιπα δεκαπέντε σκαλοπάτια ἀνεβαίνουν κατακόρυφα

Μπροστὰ ἀπὸ τὴν τράπεζα ἐκτείνεται ἕνας σκεπαστὸς διάδρομος 20Χ4 μέτρων μὲ ξύλινη διακοσμημένη ὁροφὴ καὶ δοξάτα, ὁ ὁποῖος φτάνει ἕως τὴν λιτή. Εἶναι τοιχογραφημένος μὲ ἐξαιρετικῆς τέχνης τοιχογραφίες τῶν μέσων τοῦ 16ου αἰῶνος. Εικονίζουν· τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ Ἐμπεσόντος στοὺς λῃστές, δηλαδή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου ὅπου στὴν θέση τοῦ πανδοχέα εἰκονίζεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Μωϋσῆς στὸ Σινά, ὁ Δανιὴλ στὸν λάκκο τὸν λεόντων, ἡ κοίμηση τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου. Εἰκονίζονται ἐπίσης εἴκοσι μία σκηνές τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννου. Πολλοί, τὶς χαρακτηρίζουν προφητικές, ἐντοπίζοντας στὶς τοιχογραφίες αὐτὲς σύγχρονα γεγονότα, ὅπως τὸ μανιτάρι τῆς ἀτομικῆς ἔκρηξης. Πλάϊ στὴν ὄγδοη σκηνή –Πέμπτη Σάλπιγγα μὲ τὸ φρέαρ τῆς Ἀβύσσου καὶ τὶς ἀνθρωπόμορφες ἀκρίδες- ὑπάρχει τοξωτὸ ἄνοιγμα μὲ ὁλόσωμες παραστάσεις τῶν Ἀρχαγγέλων. Ἐκεῖ στάθηκε ἀποσβολωμένος καὶ θεραπευμένος μετὰ ἀπὸ θαῦμα τῶν Ἀρχαγγέλων ὁ ἀνιψιὸς τοῦ ἥρωα τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων στρατηγοῦ Δουσμάνη, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο τὸ 1913.

Στὸ εἰκονοφυλάκιο, ποὺ βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὴν τράπεζα, σώζονται πολλές φορητές -14ου-19ου αἰῶνος. Ἰδιαίτερα ἀξιόλογη εἶναι ἡ ἀμφιπρόσωπη εἰκόνα τοῦ 14ου αἰῶνος ποὺ εἰκονίζει τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιο Γ΄ Κομνηνό νὰ εὐλογεῖται ἀπὸ τὸν Χριστό, καὶ νὰ κρατάει σκάριφο ναοῦ μαζί μὲ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο. Στὴν πίσω ὄψη εἰκονίζονται οἱ τέσσερις Τραπεζούντιοι Ἅγιοι· Εὐγένιος, Κάνδιδος, Οὐαλεριανός καὶ Ἀκύλας.

βιβλιοθήκη εἶναι μία ἀπὸ τὶς πλουσιότερες καὶ καλλίτερα οὀργανωμένες στὸ Ἅγιον Ὄρος. Κατὰ τὰ τέλη τοῦ 16ου αἰῶνος καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 17ου στὴν Μονὴ λειτούργησε ἐργαστήριο ἀντιγραφῆς χειρογράφων. Φυλάσσονται περίπου χίλια ἑκατὸ χειρόγραφα, εἰλητάρια καὶ κώδικες, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκατὸν σαράντα ὀκτὼ εἶναι περγαμηνὰ καὶ τὰ ἄλλα βαμβύκινα καὶ χαρτώα. Περίφημο εἶναι τὸ αὐτοκρατορικὸ Εὐαγγέλιο τοῦ 11ου αἰῶνος μὲ ὀγδόντα μικρογραφίες. Φέρει ξύλινη στάχωση μὲ ἀργυεπίχρυση ἐπένδυση μὲ παραστάσεις. Λίγο ἀρχαιότερο εἶναι τὸ Τετραευάγγελο, ἡ στάχωση τοῦ ὁποίου εἶναι ἀργυεπίχρυση τοῦ 1665, καὶ φέρει παραστάσεις τῆς Σταύρωσης καὶ τῆς Ανάστασης. Ἡ βιβλιοθήκη περιλαμβάνει περίπου δέκα χιλιάδες βιβλία, ἀπὸ τὰ ὁποία πέντε χιλιάδες εἶναι παλαίτυπα. Σώζονται ἕξι ἀρχαιότυπα, ποὺ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ β΄ μισὸ τοῦ 14ου αἰῶνος.

Στὸ σκευοφυλάκιο φυλάσσονται χρυσοκέντητα ἄμφια, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ ἀρχιερατικὸς σάκος τοῦ Ἁγίου Νήφωνος, ἕνας ἐξαιρετικῆς τέχνης επιτάφιος τοῦ 16ου αἰῶνος, δῶρο τοῦ ἡγεμόνα Πέτρου Ῥάρες, ὁ σταυρός ποὺ δώρησε στὴν Μονὴ ἡ Ἑλένη Παλαιολογίνα, μητέρα τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ἡ μετονομασθείσα σὲ Ὑπομονή μοναχή. Φυλάσσονται ἐπίσης μία μικρή παράσταση τῆς Σταύρωσης τοῦ 10ου αἰῶνος σὲ πλακίδιο ἀπὸ ἐλεφαντόδοντο, έξοχο δεῖγμα βυζαντινῆς μικροτεχνίας, καὶ ἕνα ξυλόγλυπτο ἐξώφυλλο χειρογράφου τοῦ 13ου αἰῶνος μὲ παραστάσεις δεσποτικῶν ἑορτῶν, Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων, ὅπου εἰκονίζονται συνολικὰ διακόσια ἑβδομήντα πρόσωπα.

Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς περιλαμβάνουν ἕξι κελλιά, ποὺ βρίσκονται ἐντὸς ἢ πέριξ τῶν Καρυῶν. Τὸ Κελλί τοῦ Ἁγίου Στεφάνου χρησιμοποιεῖται ὡς ἀντιπροσωπεῖο. Τὸ Κελλί τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου βρίσκεται στὸν Λάκκο τοῦ ᾌδειν.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Μετόχι τοῦ Μονοξυλίτη ποὺ βρίσκεται ἐντὸς Ἁγίου όρους, ἀναφέρονται μετόχια τῆς Μονῆς στὴν Κασσάνδρα, στὰ Μαρτανά καὶ στὸ Μεταγγίτσι τῆς Χαλκιδικῆς, στὸ Ὀρφάνι τοῦ Παγγαίου, στὴν Ζάκυνθο, στὴν Θάσο, στὴν Μυτιλήνη, στὶς Κυδωνιὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, στὶς Βόρειες Σποράδες, στὶς Κυκλάδες, στὴν Φιλιππούπολη τῆς Βουλγαρίας καὶ στὸ Χοταράνι τῆς Ῥουμανίας.

 ***

Μετὰ τὴν Μονὴ Διονυσίου, βρίσκεται ὁ κάβο καὶ ὁ Λάκκος τοῦ Καλαθά. Ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπὸ τὸ ἐργόχειρο ἑνὸς ἀσκητὴ ποὺ ζοῦσε σὲ Κελλὶ τῆς περιοχῆς. Ἡ ὀνομασία μαρτυρεῖται ἤδη ἀπὸ τὸ 1401, σὲ ἔγγραφο τοῦ Πρώτου, ποὺ ὁριοθετεῖ τὰ σύνορα τῶν Μονῶν Διονυσίου καὶ Ἁγίου Παύλου. Στὴν ἄκρη τοῦ κάβου ὁ πρασινόχρωμος ῥιζιμιαίος βράχος τοῦ Καλαθά, ὁρίζει τὴν μεθόριο.

 

Μονοπάτια:

Μονοπάτι Διονυσίου-Γρηγορίου: 2,5 χλμ., 1 ὥρα καὶ 10 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, μετρίως δύσκολη, βατή.

Μονοπάτι Διονυσίου-Ἁγίου Παύλου: 2,5 χλμ., 1 ὥρα, διαδρομὴ ὡραία, σχετικά εὔκολη, ὄχι πάντα βατή.

Μονοπάτι Διονυσίου-Φιλοθέου: 15 χλμ., 4 ώρες καὶ 30 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, δύσκολη, ὄχι πάντα βατή.

Μονοπάτι Διονυσίου-Καρυές, 20 χλμ., 5 ώρες καὶ 30 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, δύσκολη, ὄχι πάντα βατή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...