Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2025

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

 

Ἀμέσως μετὰ τὸν Λάκκο τοῦ Καλαθά, ποὺ εἶναι τὸ σύνορο τῶν Μονῶν Διονυσίου καὶ Ἁγίου Παύλου, βρίσκεται μία πλατιὰ κοιλάδα μὲ ἤπια κλίση τοῦ ἐδάφους. Στὸ βάθος, σὰν φράκτης τῆς ἀμφιθεατρικῆς κοιλάδας, ὀρθώνεται ἡ πυραμίδα τοῦ Ἄθω, μὲ τὶς ἐντυπωσιακὲς πτυχώσεις τῶν γκριζόλευκων βράχων. Στὶς χαράδρες τοῦ Ἄθω, τὰ χιόνια μένουν ἄλιωτα ἕως καὶ τὸν Ἰούνιο μῆνα καὶ μοιάζουν σουπιοκόκαλα. Ἡ παραλία εἶναι γεμάτη. Ἡ βλάστηση τῆς κοιλάδας εἶναι πυκνή, πεύκα, πλατάνια, ἐλιές, θάμνοι, καλαμιές, ὀρχεοειδή. Στὴν κοιλάδα, δεσπόζει ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου, χτισμένη σὲ πλάτωμα βράχου, σὲ ὑψόμετρο ἑκατὸν πενήντα μέτρων καὶ πίσω τῆς ὀρθώνεται τὸ ὀχυρωματικὸ τεῖχος,. Βρίσκεται στὴν συμβολὴ δύο χειμάῤῥων ὁ χείμαῤῥος πρὸς τὰ ἀριστερὰ εἶναι μικρός· ὁ ἄλλος, τὸ Ῥέμα τοῦ Ξηροποτάμου, εἶναι μεγάλος καὶ κατεβαίνει ἀπὸ τὶς πλαγιές τοῦ Ἄθω. Τὴν δύναμη τῆς ῥοῆς του μαρτυρούν οἱ πελώριες κοτρόνες καὶ κροκάλες τῆς παραλίας καὶ ἡ βοὴ τοῦ νεροῦ ποὺ ἀκούει κανεὶς ἀνεβαίνοντας στὴν Μονὴ ἀπὸ τὸν ἀρσανὰ.

Ἡ θεομηνία ποὺ έπληξε τὴν Μονὴ Γρηγορίου τὴν 1η Σεπτεμβρίου 1820 ἢ 1821, ἔπληξε ἐπίσης καὶ τὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου καὶ προξένησε πολλές ζημιὲς στὶς καλλιέργειες καὶ στὰ κτίσματα τοῦ παλαιοῦ ἀρσανά, στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τῆς παραλίας. Ἄλλη μεγάλη νεροποντὴ τὸ 1911, ξερίζωσε περισσότερα ἀπὸ ἑπτακόσια λιόδεντρα καὶ παρέσυρε κηπόσπιτα καὶ παρεκκλήσια. Ἀπὸ τὸν παλαιό ἀρσανά, σώζεται ὁ παραθαλάσσιος πύργος. Ἀρχικά, βρισκόταν ἀκριβῶς στὴν παραλία, δίπλα στὴν ἐκβολὴ τοῦ χειμάῤῥου. Ἡ σημερινὴ ἀπόστασή του ἀπὸ τὴν παραλία εἶναι ἀποτέλεσμα προσχώσεων. Ὁ πύργος τοῦ 14ου αἰῶνος ἴσως εἶναι σύγχρονος τῆς ἀνακαίνισης τῆς Μονῆς ἀπὸ Σέρβους κτήτορες. Στὴν δυτικὴ πλευρά του ἔχει μπαρμπακά, δηλαδὴ ὀχυρωματικὸ περίβολο, κτίσμα τοῦ 15ου αἰῶνος. Ἡ κάτοψή του σχηματίζει ὀρθογώνιο μὲ διαστάσεις 8,9Χ9,9 μέτρων καὶ τὸ ὕψος του φτάνει τὰ δεκαοκτὼ μέτρα πάνω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῶν σημερινῶν προσχώσεων. Οἱ τοίχοι εἶναι κατασκευασμένοι μὲ ἀργολιθοδομή ποὺ χρησιμοποιεῖ μεγάλες ποταμίσιες κροκάλες. Στὸν 6ο ὅροφο διακρίνονται τρεῖς κόγχες, ποὺ μαρτυροῦν τὴν ὕπαρξη παρεκκλησίου. Σὲ χαρακτικό τοῦ 1798 διακρίνεται καλώδιο ποὺ συνδέει τὸν παραθαλάσσιο πύργο μὲ τὴν Μονὴ γιὰ τὴν μεταφορά νεροῦ μὲ κουβάδες.

νέος ἀρσανάς, τοῦ 1882, εἶναι στὴν δεξιὰ μεριὰ τῆς παραλίας, κάτω ἀπὸ τοὺς ἀμπελῶνες. Εἶναι διώροφο κτίσμα, στὸ ἰσόγειο ὑπάρχει καμαροσκέπαστο νεώριο γιὰ τὴν ἀνέλκυση πλοίων, στὸν πάνω ὅροφο βρίσκονται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καὶ χώροι διαμονῆς.

Ἀπὸ τὸν νέο ἀρσανά, ἀνηφορίζει ἕνας ἁμαξιτὸς δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Μονὴ ἀκολουθώντας τὸ νότιο κράσπεδο τῆς κοιλάδας. Μετὰ ἀπὸ τὸ βοηθητικὸ κτῆριο μὲ τὶς γεννήτριες, ἀνηφορίζει δεξιὰ τὸ μονοπάτι γιὰ Νέα Σκήτη καὶ Ἁγία Ἄννα, περνώντας μέσα ἀπὸ ἕναν περιποιημένο μικρὸ ἐλαιῶνα. Ἡ παλαιότερη πρόσβαση ἦταν μὲ μονοπάτι ποὺ ἔφτανε στὸν κοιμητηριακὸ ναό. Ἀφήνοντας τὸν δρόμο καὶ ἀκολουθώντας τὸ μονοπάτι ἀριστερἀ, ἔχετε τὴν εὐκαιρία νὰ βαδίσετε σὲ βασιλικὰ χνάρια.

Τὸ 1470, ἡ Μάρω, κόρη τοῦ Σέρβου ἡγεμόνα Μπράνκοβιτς, σύζυγος τοῦ σουλτάνου Μουρὰτ Β΄ καὶ μητριὰ τοῦ Μωάμεθ Β΄ τοῦ Πορθητή, ἀποβιβάστηκε μὲ τὴν συνοδεία της στὸν ἀρσανά, φέρνοντας τὰ Τίμια Δώρα ποὺ πρόσφεραν οἱ Μάγοι στὸν Χριστό, τὰ ὁποία εἶχε διασώσει ἀπὸ τὸ αὐτοκρατορικὸ θησαυροφυλάκιο. Ἄρχισε νὰ ἀνεβαίνει γιὰ νὰ τὰ καταθέσει στὴν Μονή, τὴν ὁποία εἶχε πολλαπλῶς εὐεργετήσει ὁ πατέρας της. Ἀκούστηκε τότε ἡ φωνὴ τῆς Θεοτόκου νὰ λέει: Μάρω, Μάρω, μὴ προβῆς περαιτέρω, διότι τὴν Μονὴν κατοικοῦσι μοναχοί· σὺ δὲ ὑπάρχεις γυνή, ἐδῶ δὲν βασιλεύει ἄλλη Βασίλισσα. Ἐμφανίστηκε ἔπειτα μπροστά της ἡ Παναγία, τῆς ἀπαγόρευσε νὰ συνεχίσει καὶ τὴν διέταξε νὰ ἀναχωρήσει ἀμέσως. Ἡ Μάρω ἐπικαλέστηκε τὸ βασιλικό της ἀξιώμα καὶ ἡ Θεοτόκος τῆς δήλωσε ὅτι Ἐκείνη εἶναι ἡ μόνη Βασίλισσα αὐτοῦ τοῦ τόπου. Τὰ Δώρα, ἐπιδόθησαν στοὺς γέροντες τῆς Μονῆς, ποὺ ἦρθαν ἐν πομπῇ. Στὸ σημεῖο τῆς ἐμφάνισης τῆς Θεοτόκου χτίστηκε τὸ Προσκυνητάρι τῆς Μάρως. Τὸ ἀρχικὸ κτίσμα παρασύρθηκε ἀπὸ τὰ νερὰ τῆς πλημμύρας τοῦ 1911 καὶ ξαναχτίστηκε ἀμέσως μετά, ἐνσωματώνοντας λιθανάγλυφα τοῦ ἀρχικοῦ κτίσματος.

Ἀπὸ μακριά, ἡ Μονὴ φαντάζει πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ ὅ,τι εἶναι στὴν πραγματικότητα. Σὲ αὐτὸ συμβάλλουν τὰ πολλὰ βοηθητικὰ κτίσματα ποὺ ἐκτείνονται σὲ πεζοῦλες πρὸς νότο. Ἡ βόρεια πτέρυγα τοῦ 15ου αἰῶνος, ποὺ ἐνσωματώνει τὸν ἐπιβλητικὸ πύργο τοῦ α΄ μισοῦ τοῦ 16ου αἰῶνος, εἶναι τὸ ἀρχαιότερο τμῆμα τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος καὶ ἀποτελοῦσε τὸν ἀρχικὸ πυρήνα τῆς Μονῆς. Μέχρι τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνος οἱ πτέρυγες κάλυπταν μικρή περιοχή. Ἡ σημερινὴ μορφὴ τῆς Μονῆς εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνακαινίσεων καὶ ἀνοικοδομήσεων ποὺ ἔγιναν κατὰ τὸν 19ο καὶ 20ο αἰῶνα. Ἡ κάτοψή της σχηματίζει ἀκανόνιστο πεντάπλευρο. Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ μορφολογία ὑπαγορεύτηκε ἀπὸ τὸ ἀνάγλυφο τοῦ ἐδάφους· στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ βρίσκεται μόνο τὸ ὸχυρωματικὸ τεῖχος μὲ τὶς χαρακτηριστικὲς ἐπάλξεις καὶ ὁ ἀμυντικὸς πύργος, ἐνῶ ὁ κύριος ὄγκος τῶν κτισμάτων εἶναι στὰ δυτικά. Ἡ νότια πτέρυγα ὁρίζεται ἀπὸ τὸν πύργο τοῦ καμπαναριοῦ καὶ τὴν κύρια εἴσοδο ποὺ βρίσκεται στὴν δυτικὴ ἄκρη της. Οἱ ἐξώστες στὴν βορειοδυτικὴ γωνία ἀπηχοῦν τὴν οἰκεῖα ἀρχιτεκτονικὴ τῶν ἁγιορείτικων Μονῶν, ἡ μορφή ὅμως καὶ ὁ χαρακτῆρας τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος ἐπισφραγίζεται ἀπὸ τὸν νεοκλασικὸ ῥυθμὸ τῆς δυτικῆς πτέρυγας καὶ τὴν νοτιοδυτικὴ γωνία μὲ τὴν προσεγμένη ἰσόδομη λιθοδομὴ καὶ τὰ συμμετρικὰ ὀρθογώνια παράθυρα.

***

Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ποὺ ἀποτυπώνεται στὴν πραγματεῖα τοῦ λαυριώτη μοναχοῦ Διονυσίου Ἀεξανδρέως τὸ 1080, στὸν χῶρο τῆς σημερινῆς Μονῆς, βρισκόταν στὴν ἀρχαιότητα ἱερὸ τοῦ Ἀπόλλωνα. Στὰ ἐρείπιά τοῦυ, κάποιος μοναχὸς Στέφανος, ἔκτισε τὸ 337 μονύδριο ἀφιερωμένο στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Τὸ μονύδριο ἀναφέρεται ὅτι τοιχογραφήθηκε ἀπὸ Ὀλύνθιους ζωγράφους καί, ὅταν ἀργότερα ὑπέστη ζημιὲς ἀπὸ σεισμό, ἀνακαινίστηκε καὶ ἱστορήθηκε ξανὰ ἀπὸ Ῥόδιους ζωγράφους. Ἀναφέρεται ἡ ἵδρυση τῆς Μονῆς τὸ 830 ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τοῦ μονυδρίου καὶ ἡ αφιέρωσή της στὴν Θεοτόκο, ἀπὸ κάποιον μοναχὸ Παῦλο, ὁ ὁποῖος, ἐσφαλμένα ταυτίζεται μὲ τὸ Ὅσιο Παῦλο τὸν Ξηροποταμηνό, ὁ ὁποῖος πράγματι ἵδρυσε Μονὴ ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Γεώργιο. Τὸ 987, ἡ Μονὴ ἐπεκτάθηκε καὶ ἱστορήθηκε μὲ ψηφιδωτά. Ἡ Μονὴ ἦταν τότε γνωστὴ ὡς Ξηροποτάμου, ἐνῶ ἡ σημερινὴ Μονὴ Ξηροποτάμου ἦταν γνωστὴ ὡς Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου. Τὸ 1046, ὁ ηγούμενός της Ἠλίας, ὑπέγραφε 9ος τὸ Τυπικὸ τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου. Ἡ ὀνομασία Ἁγίου Παύλου, ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορά τὸ 1071, σὲ ἀπόφαση γιὰ μία συνοριακὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν μονυδρίων τοῦ Ξυλουργοῦ καὶ τοῦ Σκορπίου, ὅπου ὑπάρχει ἡ υπογραφὴ τοῦ μοναχοῦ Μιχαὴλ ἐκ τοῦ Μοναστηρίου τοῦ κῦρ-Παύλου. Ἡ ὀνομασία Ἁγίου Παύλου ἐπικράτησε ἀπὸ τὸ 1108. Ὡστόσο, χρυσόβουλλο τοῦ Μιχαὴλ Ἡ΄ Παλαιολόγου τὸ 1259 ποὺ ἀφοροῦσε τὴν ἐπικύρωση τῆς κτηματικῆς τῆς περιουσίας, ἀναφέρει τὴν Μονὴ ὡς ἀφιερωμένη στὸν Σωτῆρα Χριστό. Ἡ Μονὴ ὑπῆρχε ἐπὶ Ἀνδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου τὸ 1283 καὶ ὑπέστη σχεδὸν ὁλοσχερὴ καταστροφή καὶ λεηλασία ἀπὸ τοὺς Καταλανοὺς πειρατές κατὰ τὰ ἔτη 1202-1309, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὑποβιβαστεῖ σὲ Κελλί τῆς Μονῆς Ξηροποτάμου.

Σὲ ἔγγραφο τοῦ Πρώτου τὸ 1316, ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς ὑπογράφει 39ος, καὶ στὸ Γ΄ Τυπικό τοῦ Ἁγίου Ὄρους τὸ 1394 ἡ Μονὴ κατέχει τὴν 18η θέση μεταξὺ 25 Μονῶν. Τὸ 1365, τὸ μονύδριο τοῦ Ἁγίου Παύλου παραχωρεῖται ἀπὸ τὴν Ξηροποτάμου στοὺς Σέρβους μοναχούς· Γεράσιμο Ῥαντόνια καὶ Ἀντώνιο Παγάση, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀναστηλώνουν καὶ τὴν ἀνακαινίζουν, καὶ κατατάχθηκε πλέον ὁριστικὰ μεταξὺ τῶν κυρίαρχων ἁγιορείτικων Μονῶν. Στὴν παραχώρηση αὐτή, φαίνεται νὰ ἔπαιξε ῥόλο ἡ παρουσία τοῦ Στέφανου Δουσὰν στὸ Ἅγιον Ὄρος. Σιγίλλιο τοῦ πατριάρχη Ματθαίου τὸ 1404, ποὺ ῥύθμιζε συνοριακὲς διαφορὲς μὲ τὴν γειτονική Μονὴ Διονυσίου, τὴν ἀναφέρει ὡς ἀρχαῖα, γεγονὸς ποὺ ὑπαινίσσεται παλαιότερη ὕπαρξή της. Ἡ παρουσία τῶν Σέρβων ὑπῆρξε ἔντονη μέχρι τὸν 20ο αἰῶνα· ἡ σφραγίδα τῆς Μονῆς εἶχε δίγλωσση ἐπιγραφή, στὰ ἑλληνικὰ καὶ στὰ σερβικά.

Τὸν 15ο αἰῶνα, τὴν Μονὴ συνέδραμαν ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γερασίμου Νικόλαος, ὁ Ραντοσλάβ Σαμπία, ὁ Ἰωάννης Ζ΄ Παλαιολόγος ποὺ ἦταν τὸ 1406 δεσπότης Θεσσαλονίκης, ὁ Σέρβος ἡγεμόνας Γεώργιος Μπράνκοβιτς ὁ ὁποῖος ἔκτισε νέο μεγαλύτερο καθολικό, ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Γεώργιο, ὁ ἀδελφός του Λάζαρος καὶ ὁ Ἰωάννης Ἡ΄ Παλαιολόγος. Ἐκείνη τὴν ἐποχή, ἡ Μονὴ ἀπέκτησε μέρος τοῦ δάσους τῆς ἐρημωμένης Μονῆς τῶν Ἀμαλφηνῶν, στὴν ἀνατολικὴ πλαγιά τοῦ Ἄθω. Υπάρχουν ἀπὸ τότε κελλιὰ στὴν περιοχὴ τῆς σημερινῆς Λακκοσκήτης. Εὐεργέτες τῆς Μονῆς ἀναδείχτηκαν ἐπίσης Ἕλληνες καὶ Ῥουμάνοι ἡγεμόνες τῶν παραδουνάβιων χωρών, ὅπως ὁ Στέφανος ὁ Μέγας, ὁ Νεαγκόε Μπασαράμπ, καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Μπασαράμπ Μπρανκοβάνου. Τὴν Μονή, βοήθησαν ἐπίσης οἱ τσάροι τῆς Ῥωσσίας· Ἰβὰν ὁ Τρομερός, Ἀλέξιος Μιχαήλοβιτς, Μέγας Πέτρος καὶ ἡ Ελισάβετ Πετρόβνα. Χάρη στὴν συνδρομή τους, ἡ Μονὴ γνώρισε περίοδο ἀκμῆς, ποὺ συνεχίστηκε μέχρι καὶ τὸν 17ο αἰῶνα, ὁπότε ἐγκαταβίωναν ἐκεῖ περίπου διακόσιοι μοναχοί. Ὅταν τὸ 1661 ἡ Ἱερὰ Κοινότης ἀναγκάστηκε λόγω χρεῶν νὰ πουλήσει σὲ Μονὲς τὰ Πρωταιτινὰ Κελλιὰ ποὺ εἶχαν περιέλθει στὴν ἰδιοκτησία της μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πρώτου, ἡ Μονὴ Ἁγίου Παύλου ἦταν σὲ θέση νὰ ἀγοράσει τέσσερα. Ὡστόσο, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν βαριά φορολογία καὶ νὰ ἐξυπηρετήσει τὸ ὑπέρογκο χρέος της ἔναντι τῶν τοκογλύφων, ἀναγκάστηκε νὰ πουλήσει μεγάλο τμῆμα τῆς κτηματικῆς της περιουσίας.

Ὁ δραστήριος σκευοφύλακας Γρηγόριος, κατόρθωσε νὰ συγκεντρώσει σημαντικές προσόδους γιὰ τὴν Μονὴ ἀπὸ ἐράνους καὶ περιοδεῖες στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνος, ἕνας ἄλλος ἁγιοπαυλίτης μοναχός, ὁ Ἄνθιμος Κομνηνὸς ἀπὸ τὴν Σηλυβρία τῆς Θράκης, ἡγούμενος τῶν μετοχίων τῆς Μονῆς στὴν Ῥουμανία, ξεκίνησε τὸ ἔργο τῆς ἀνακαίνισής της, ἐνῶ τῆς δώρισε κτηματικὲς ἐκτάσεις στὴν Κασσάνδρα τῆς Χαλκιδικῆς καὶ στὴν Θάσο. Ἡ οἰκονομικὴ κατάσταση ἐπιδεινώθηκε κατὰ τὴν δεκαετία 1821-1830 ὅταν, λόγω τῆς ἐγκατάστασης τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων, ἡ Μονὴ ἐρημώθηκε. Ἰδιαίτερα σημαντικὴ ἦταν ἡ συνδρομὴ τῶν τσάρων τῆς Ῥωσσίας· Ἀλεξάνδρου Α΄ καὶ Νικολάου Α΄. Ἡ Μονή, ὑπέστη σοβαρὲς καταστροφές ἀπὸ διαδοχικὲς πλημμύρες καὶ πυρκαγιές. Στὴν μεγάλη πυρκαγιά τοῦ 1902, κάηκε μεγάλο μέρος τῆς νοτιοδυτικῆς πτέρυγας, ποὺ εἶχε ὁλοκληρωθεῖ μόλις τὸ 1895. Τότε ἔχασε τὴν ζωή του ὁ μοναχὸς Δαβίδ, προσπαθώντας νὰ περισώσει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς βιβλιοθήκης. Ἀπὸ τὸν σεισμό τοῦ 1905, ἡ Μονὴ ὑπέστη σοβαρὲς ζημιές. Ἀκολούθησε ἡ πλημμύρα τοῦ 1911, μετὰ τὴν ὁποία ἡ Μονὴ ἀνοικοδομήθηκε ἐκ βάθρων. Ἐπανέκαμψε στὸ κοινοβιακὸ σύστημα τὸ 1839 μὲ σιγίλλιο τοῦ πατριάρχη Γρηγορίου Στ΄ καὶ πρῶτο ἡγούμενο τὸν Στέφανο Διονυσιάτη.

Στὴν περιοχὴ τῆς Μονῆς, ἀσκήτευσε σὲ σπήλαιο τοῦ Ἀντιάθωνα ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Νέος ὁ ἐν Θεσσαλονίκη. Στὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας ἀσκήτευσε τὸν 14ο αἰῶνα ὁ Ὅσιος Δομέτιος, τὸν ὁποῖο συμβουλεύτηκε ὁ Ὅσιος Διονύσιος σχετικὰ μὲ τὸ ὅραμά του ποὺ ὁδήγησε στὴν θεμελίωση τῆς γειτονικῆς Μονῆς Διονυσίου.

Καύχημα τῆς Μονῆς ἀποτελοῦν τὰ Τίμια Δώρα τῶν Μάγων· χρυσὸς σὲ πλέγμα σὰν δαντέλα, λίβανος καὶ σμύρνα σὲ μορφὴ σφαιριδίων, σὲ ἀργυρὲς θῆκες, καθὼς καὶ τμῆμα τοῦ Τιμίου Ξύλου, μὲ ὀπὴ ἀπὸ τὰ καρφιὰ τῆς Σταύρωσης. Λέγεται ὅτι εἶναι δῶρο τοῦ τσάρου τῆς Βουλγαρίας στὸν Ἅγιο Παῦλο. Φυλάσσονται οἱ τίμιες κάρες τῶν Ἁγίων· Ἀνθίμου Νικοδημείας, Νυμφοδώρας, Δαμιανοῦ Ἀναργύρου, Ἀγάθης, Ὑπατίου Γαγγρῶν, Βασιλείου Παρίου, Φεβρωνίας καὶ Παντελεήμονος.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν κύρια εἴσοδο, εἶναι τὸ κιόσκι, μὲ ἐξαιρετικὴ θέα στὴν ῥεματιὰ τῆς Μονῆς καὶ στὴν Σιθωνία. Τὸ διώροφο κτῆριο νοτιοανατολικὰ τῆς κύριας εἰσόδου εἶναι τὸ παλαιό βουρδουναριό. Στὸ ἰσόγειο ἦταν οἱ στάβλοι γιὰ τὰ μουλάρια καὶ στὸν ὅροφο δωμάτιο γιὰ τοὺς ἡμιονηγούς. Τὸ 1997 μετατράπηκε σὲ βοηθητικὸ ἀρχονταρίκι. Πίσω του εἶναι τὸ λαδαριό. Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ κιόσκι βρίσκεται ἡ κρήνη τοῦ 1804 μὲ ὀφιόσχημο στόμιο. Ἡ πλαγιὰ κάτω ἀπὸ τὸ κιόσκι εἶναι διαμορφωμένη σὲ πεζοῦλες, περιποιημένα περιβόλια καὶ ἀμπέλια.

Στὶς πεζοῦλες βρίσκεται ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τῶν Ἁγίων Πάντων τοῦ 1795. Ἀκολουθεῖ τὸν τύπο τοῦ συνεπτυγμένου σταυροειδοὺς μὲ τροῦλλο χωρὶς τύμπανο.

Σὲ πεζούλια ψηλότερα ἀπὸ τὸ κτηριακὸ συγκρότημα τῆς Μονῆς, στὰ νοτιοανατολικά, βρίσκεται ὁ παλαιός κοιμητηριακὸς ναός, ποὺ σήμερα λειτουργεῖται ὡς παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.

Πιὸ πέρα βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος.

Στὴν πλαγιὰ βόρεια τῆς Μονῆς βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, στὸ κτίσμα ὅπου παλιά λειτουργοῦσε ὡς λεπροκομεῖο. Ὁ τελευταίος ἀσθενὴς ἐκοιμήθη ἐκεῖ ἀπὸ φυματίωση τὸ 1945.

κύρια εἴσοδος, εἶναι στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία. Τὸ προστῶο τοῦ 1902 στηρίζεται μὲ μαρμάρινους κίονες. Στὸ ὑπέρθυρο εἰκονίζεται ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ μορφές τῆς Παλαιὰς Διαθήκης. Ἀριστερὰ τῆς πύλης εἰκονίζεται ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ δεξιὰ ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ξηροποταμηνός.

Ἕνα μικρὸ διαβατικό, ὁδηγεῖ στὴν αὐλή, ὅπου δεσπόζει τὸ Καθολικό. Ἡ αὐλή, μὲ τὴν σημερινή της μορφή εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπέκτασης τῆς Μονῆς ποὺ ἔγινε τὸ 1816 ἀπὸ τὸν Ἄνθιμο. Μέχρι τότε δὲν ὑπῆρχε αὐλή, γεγονός ποὺ πιστοποιεῖται ἀπὸ τὰ σχέδια τοῦ Μπάρσκι τοῦ 1744. Ἡ αὐλή, εἶναι μικρή καὶ πλακόστρωτη. Στὴν ἀνατολικὴ πλευρά καταντᾶ στενός διάδρομος ἀνάμεσα στὴν κόγχη τοῦ ἱεροῦ καὶ στὸν βράχο. Ἡ στενότητά της ἐξηγεῖ τὴν απουσία φιάλης, ἂν καὶ μαρτυρεῖται ὕπαρξή τῆς καὶ σώζονται μαρμάρινα θραύσματα.

Δὲν ὑπάρχουν δένδρα ἢ καλλωπιστικά φυτά. Ἡ μόνη νότα πρασίνου εἶναι τὰ πρασινόχρωμα μάρμαρα. Παντοῦ στὴν Μονὴ εἶναι ἔντονη ἡ παρουσία τοῦ μαρμάρου, γεγονός ποὺ ἐξηγεῖται ἀπὸ τὴν χρονικὴ περίοδο τῶν ἀνακαινίσεων καὶ ἀνοικοδομήσεων, ὅταν τὸ μάρμαρο ἦταν ἐθνικιστικά φορτισμένο ὑλικό. Στὴν ἐπιλογὴ τοῦ μαρμάρου ἴσως ἔπαιξε ῥόλο καὶ ἡ ἀνάγκη γιὰ ἕνα ὑλικὸ ποὺ ἀντέχει στὶς πυρκαγιές καὶ ὁπωσδήποτε ἀπηχεῖ τὰ πολλὰ μαρμάρινα εὑρήματα ἀπὸ ἀρχαῖο πόλισμα στὸ ὁποῖο λατρεύονταν οἱ Διόσκουροι Κάστωρ καὶ Πολυδεύκης. Τὸ πόλισμα βρισκόταν στὴν περιοχή τῆς σημερινῆς Νέας Σκήτης καὶ καταστράφηκε ἀπὸ ἐπιδρομή ἢ πιθανότερα, ἀπὸ σεισμό ἢ κατολίσθηση.

Δεξιά, ἐνσωματωμένος στὴν νότια πτέρυγα, βρίσκεται ὁ ἑξαώροφος πύργος τοῦ καμπαναριού τοῦ 1819.

Τὸ πρῶτο Καθολικὸ τῆς Μονῆς, τῶν ἀρχῶν τοῦ 11ου αἰῶνος, ἦταν ἀφιερωμένο στὴν Θεοτόκο. Τὸ δεύτερο Καθολικό, χτίστηκε τὸ 1447, μὲ δαπάνη τοῦ ἡγεμόνα τῆς Σερβίας Γεωργίου Μπράνκοβιτς, καὶ αφιερώθηκε στὸν Ἅγιο Γεώργιο. Τὸ σημερινὸ Καθολικό, εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ. Θεμελιώθηκε τὸ 1816, στὸ πλαίσιο τοῦ οἰκοδομικοῦ προγράμματος τοῦ Ἀνθίμου, ἀπὸ τὸν πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄. Οἱ ἐργασίες ἀνεστάλησαν κατὰ τὴν περίοδο 1821-1830. Ἡ οἰκοδόμηση ἄρχισε ξανὰ τὸ 1839 καὶ ὁλοκληρώθηκε τὸ 1844 ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Σωφρόνιο. Ὑαλόφρακτος διάδρομος μὲ πολύχρωμα τζάμια συνδέει τράπεζα καὶ Καθολικό. Τὸ Καθολικό, ἔχει δύο μεγάλους κεντρικοὺς τρούλλους καὶ ἑπτὰ μικρότερους. Εἶναι ὀνομαστὸ γιὰ τὴν καλὴ ἀκουστική του. Ὑαλόφρακτος ἐξωνάρθηκας ἐκτείνεται στὴν δυτικὴ πλευρά καὶ σὲ τμῆμα τῆς νότιας. Τὸ Καθολικό, δὲν εἶναι τοιχογραφημένο, καὶ οἱ τοίχοι παρουσιάζουν φθορές, ὑπάρχουν ὅμως πολλὰ λιθανάγλυφα. Ἰδιαίτερα ἀξιόλογες εἶναι οἱ λιθανάγλυφες παραστάσεις τῆς Βάπτισης, τῆς Ἀνάστασης καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, στὸ ἀέτωμα τῆς δυτικῆς πλευρᾶς. Στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Καθολικοῦ, δεκατέσσερις κίονες μὲ κιονόκρανα φτιαγμένα στὴν Τεργέστη, στηρίζουν τόξα καὶ ἡμιθόλια. Οἱ πολλαπλοὶ τροῦλλοι μὲ τὰ χρωματιστὰ τζάμια, δημιουργοῦν ἐντυπωσιακά τόξα καὶ καμπύλες, ποὺ ὑπογραμμίζονται ἀπὸ λεπτὲς δοκοὺς καὶ ἑλκυστήρες.

λιτή, εἶναι οὐσιαστικὰ ἑνιαία μὲ τὸν κυρίως ναό· χωρίζεται ἀπὸ μία μαρμάρινη πύλη μὲ τριγωνικό αέτωμα. Ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Καθολικοῦ νὰ δείχνει πολὺ μεγάλο καὶ εὐρύχωρο. Ἡ πύλη πλαισιώνεται ἀπὸ προσκυνητάρια μὲ ποδιὲς ποὺ φέρουν μπαρὸκ διακόσμηση καὶ εἶναι, ὅπως καὶ ἐκεῖνα στοὺς ἀνατολικοὺς κίονες, ἔργο τοῦ Τηνιακοῦ γλύπτη Ἰωάννου Λυρίτη τοῦ 1901.

Ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ τῆς λιτῆς, εἶναι ἐνσωματωμένα τὰ παρεκκλήσια τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὰ βόρεια καὶ τῶν Ἁγίων Παύλου Ξηροποταμηνοῦ καὶ Γερασίμου τοῦ ἐν Κεφαλληνία στὰ νότια. Καὶ τὰ δύο ἔχουν ξύλινο τέμπλο καὶ οἱ δεσποτικὲς εἰκόνες εἶναι ἔργο τοῦ ἱερομονάχου Κυρίλλου ἀπὸ τὴν Νέα Σκήτη, τοῦ 1898. Στὴν εἰκόνα τῶν Ἁγίων Παύλου καὶ Γερασίμου κρέμεται ὁ σιδερένιος σταυρὸς ποὺ φοροῦσε ὁ Ὅσιος Παῦλος. Στὸν τροῦλλο τοῦ δεξιού παρεκκλησίου εἶναι τοιχογραφημένος ὁ Παντοκράτορας, μοναδικὴ τοιχογραφία σὲ ὅλο τὸ Καθολικό. Ἡ ἀπουσία τοιχογραφημένου διάκοσμου ἀντισταθμίζεται ἀπὸ τὸν μεγάλο ἀριθμὸ φορητῶν εἰκόνων. Ἐνδιαφέρουσες εἶναι οἱ εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ τοῦ 1782 στὸ δεξιὸ παρεκκλήσιο καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τοῦ 1750 στὸ ἀριστερό.

Τὸ δάπεδο, εἶναι στρωμένο μὲ ἄσπρες καὶ μαῦρες μαρμάρινες πλάκες. Ὁ κεντρικὸς πολυέλαιος καὶ ὁ χορός του ἔγιναν στὴν Δρέσδη τὸ 1669 καὶ τὸ 1850 ὁ χορὸς ἀναχύθηκε ἐκ νέου. Τὰ ἕξι μανουάλια κατασκευάστηκαν τὸ 1822 στὴν Βενετία. Τὸ τέμπλο εἶναι φτιαγμένο ἀπὸ πρασινόγκριζο μάρμαρο. Εἶναι κοιλόκυρτο καὶ δίνει τὴν ἐντύπωση κυματισμοῦ. Τὰ βημόθυρα εἶναι περίτεχνα, καὶ οἱ δεσποτικὲς εἰκόνες εἶναι ἔργο τοῦ. Στὸ ἀριστερὸ προσκυνητάρι μπροστὰ στὸ τέμπλο βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ στὸ δεξιὸ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὑπερευλογημένης ἢ Μυροβλύτισσας. Ἰδιαίτερα ἀξιόλογη ἐπίσης εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας ποὺ ὀνομάζεται Καθρέπτης, καὶ φυλάσσεται στὸ ἱερό· φέρει ἐμφυτευμένα γύρω της τμήματα αγίων λειψάνων καὶ τὸ πίσω μέρος της εἶναι καμένο. Ἀνῆκε, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, στὴν αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, σύζυγο τοῦ εικονομάχου αὐτοκράτορος Θεοφίλου καὶ κατὰ πάσα πιθανότητα τὴν ἔφερε στὴν Μονὴ ὁ Ὅσιος Παῦλος. Ἡ ὀνομασία προέρχεται ἀπὸ τὸ γεγονός ὅτι ἡ Θεοδώρα εἶχε τὴν εἰκόνα πίσω ἀπὸ τὸν καθρέπτη τοῦ δωματίου της γιὰ νὰ τὴν προσκυνάει κρυφά. Στὸ ἱερό, φυλάσσεται ἐπίσης ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Νησιώτισσας, δῶρο τοῦ Ἀντωνίου Παγάση τὸ 1385, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν Μονὴ Θεοτόκου Μεσοννησιωτίσσης, στὴν περιοχή τῆς Ἔδεσσας. Ἄλλη σπουδαία εἰκόνα εἶναι ἡ Παναγία Ὁδηγήτρια, ἀμφιπρόσωπη εἰκόνα ποὺ στὴν πίσω ὄψη εἰκονίζεται ἡ Σταύρωση, ἔργο κωνσταντινουπολίτικου ἐργαστηρίου τὸν 14ο αἰῶνα. Στὰ πρόσωπα τῆς εἰκόνας διακρίνονται φθορὲς ἀπὸ ξίφος. Ὀνομάζεται ἐπίσης Ἀντιφωνήτρια τοῦ Λάκκου, γιατί προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τῆς Ὀφφικιάρας, ποὺ βρισκόταν στὴν περιοχὴ τῆς σημερινῆς Λακκοσκήτης. Ἀξιόλογη ἱστορία ἔχει μία μικρὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, διαστάσεων 4Χ6 ἑκατοστά ποὺ βρέθηκε στὶς 26 Δεκεμβρίου 1918 στὴν Γαλλία, ἀπὸ Ἕλληνα ποὺ εἶχε σταλεῖ σὲ στρατόπεδο καταναγκαστικῶν ἔργων. Τὸ προηγούμενο βράδυ παρουσιάστηκε στὸ ὄνειρό του μορφή Ἁγίου, τοῦ είπε ποὺ νὰ σκάψει καὶ τοῦ παρήγγειλε νὰ τὴν ἐπιστρέψει στὴν Μονὴ Παύλου γιατὶ τῆς ἀνῆκε.

Ἐντὸς τῆς Μονῆς, βρίσκονται ἄλλα ἑπτὰ παρεκκλήσια. Στὸν πύργο, τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ποὺ παλαιότερα ἦταν ἀφιερωμένο στοὺς Ἁγίους Πέντε Μάρτυρες. Στὶς πτέρυγες βρίσκονται τὰ παρεκκλήσια· τοῦ Ἁγίου Ανθίμου ὅπου φυλάσσεται ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Φυλάττουσας ἔργο κωνσταντινουπολίτικου ἐργαστηρίου τοῦ 12ου αἰῶνος, τοῦ Ἁγίου Γερασίμου, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης.

Ἰδιαίτερα ἀξιόλογο εἶναι τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἕνα ἀπὸ τὰ πρωϊμότερα κτίσματα τῆς Μονῆς. Βρίσκεται στὸν τελευταῖο ὅροφο τῆς βόρειας πτέρυγας. Γιὰ νὰ φτάσει κανεὶς ἐκεῖ, ἀνεβαίνει ἐνενήντα ἕξι σκαλοπάτια ἢ χρησιμοποιεῖ ἕναν ἀνελκυστήρα. Τὸ παρεκκλήσιο εἶναι δίχωρο. Ἡ ὁροφὴ τῆς λιτῆς εἶναι ἐπίπεδη, ὁ ναός εἶναι καμαροσκέπαστος. Στὸ δάπεδο σώζονται ἀξιόλογα μαρμαροθετήματα. Λιτὴ καὶ ναός εἶναι κατάγραπτοι μὲ ἕξοχες τοιχογραφίες τῆς Κρητικῆς Σχολῆς τοῦ 1554. Ἡ χρονολογία τῆς ἐπιγραφῆς παραποιήθηκε σὲ 1431. Οἱ ἐπιγραφὲς στοὺς ὁλόσωμους Ἁγίους τοῦ δυτικοῦ τοίχου τῆς λιτῆς εἶναι στὰ σλαβονικά, ὑπόμνηση τῆς ἔντονης σερβικῆς παρουσίας. Οἱ στρατιωτικοὶ Ἅγιοι εἰκονίζονται μὲ ἐνδύματα ἀνωτέρων αὐλικῶν. Φαίνεται ὅτι πάνω ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο αὐτὸ ὑπῆρχε ἄλλο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο σώζεται μόνο ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ, κάτω ἀπὸ τὴν στέγη.

τράπεζα βρίσκεται στὸ ἰσόγειο τῆς δυτικῆς πτέρυγας, ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Καθολικό. Ἡ ἐγκάρσια τομή της συμπίπτει μὲ τὸν ἄξονα ἀνατολὴ-δύση τοῦ Καθολικοῦ καὶ καταλήγει σὲ κόγχη. Κόγχη ὑπάρχει ἐπίσης στὴν νότια πλευρά. Οἱ κόγχες εἶναι τοιχογραφημένες. Στοὺς τοίχους ὑπάρχουν πολλές φορητές εἰκόνες. Ἐπιγραφὴ πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο πληροφορεῖ ὅτι διαμορφώθηκε τὸ 1820. Καταστράφηκε στὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1902 καὶ ἀνοικοδομήθηκε στὴν ἴδια θέση. Ἡ εἴσοδος πλαισιώνεται ἀπὸ γεωμετρικὸ διακοσμητικὸ τοιχογράφημα. Ἡ τράπεζα εἶναι ἰδιαίτερα φωτεινὴ καὶ πρόσχαρη. Οἱ κίονες εἶναι ἀπὸ χυτοσίδηρο καὶ εἶναι βαμμένες γαλάζιοι. Τὸ δάπεδο εἶναι μαρμάρινο καὶ μαρμάρινα εἶναι ἐπίσης τὰ τραπέζια. Δίπλα στὴν τράπεζα εἶναι τὸ μαγειρεῖο.

Τὸ ἀρχονταρίκι, βρίσκεται στὸν πρῶτο ὅροφο τῆς δυτικῆς πτέρυγας πάνω ἀπὸ τὴν τράπεζα. Ἡ αἴθουσα ὑποδοχής ἔχει ἐνδιαφέρουσες φωτογραφίες πανηγύρεων καὶ πορτρέτα ἡγουμένων. Διάσπαρτες στοὺς διαδρόμους εἶναι ἐπιγραφές μὲ πατερικὰ ἀποφθέγματα καὶ παραινέσεις.

Ὁ ἀμυντικὸς πύργος, χτίστηκε ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Βλαχίας Νεαγκόε Μπασαρὰμπ καὶ τὸν γιό του Θεοδόσιο τὸ 1522, στὰ θεμέλια τοῦ πύργου ποὺ εἶχαν χτίσει οἱ Σέρβοι ἀνακαινιστές τῆς Μονῆς τὸ 1365, καὶ ὁλοκληρώθηκε ἀπὸ τὸν βοεβόδα Πέτρο Ῥάρες τὸ 1527. Ἔχει ὀρθογώνια κάτοψη διαστάσεων 10Χ9,5 μέτρων καὶ ὕψος εἴκοσι πέντε μέτρων ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τοῦ περιβάλλοντος χώρου. Ἔχει ἕξι ὁρόφους πάνω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τοῦ ισογείου, στὸ ὁποῖο ὑπάρχει στέρνα. Οἱ τοίχοι εἶναι κατασκευασμένοι ἀπὸ ἀργολιθοδομή δίχως ἐπίχρισμα, μὲ κονίαμα καὶ ἐλάχιστους πλίνθους. Ἡ βόρεια καὶ ἀνατολικὴ ὄψη διατηροῦν ἀναλλοίωτο τὸ φρουριακό τους χαρακτῆρα, ἔχουν μόνο πολεμίστρες. Ἡ νότια καὶ δυτικὴ ὄψη μὲ τὰ παράθυρά τους, δίνουν τὴν αἴσθηση κατοικίας. Παλαιότερα, τὸν 18ο αἰῶνα, ὑπῆρχε ξύλινη τετράριχτη σκεπή. Ἐπέμβαση στὴν δεκαετία τοῦ 1960 ἀντικατέστησε ξύλινους ὁρόφους καὶ σκεπὴ μὲ πλάκες ἀπὸ ὁπλισμένο σκυρόδεμα. Αὐτὸ δημιούργησε προβλήματα ὑγρασίας, ποὺ ὑπαγόρευσαν τὴν μεταφορὰ τῆς βιβλιοθήκης

βιβλιοθήκη, βρίσκεται στὸν 2ο ὅροφο τῆς νοτιοδυτικῆς πτέρυγας. Φυλάσσονται περί τοὺς πεντακόσιους χειρόγραφους κώδικες, ὁ ἀρχαιότερος ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι μία περγαμηνή τοῦ 9ου ἢ 10ου αἰῶνος, καὶ δεκαοκτὼ χιλιάδες ἔντυπα βιβλία. Ἡ ἐπιμελημένη ὀργάνωσή της εἶναι ἔργο τοῦ λογίου μοναχοῦ Θεοδοσίου Αγιοπαυλίτη, συγγραφέα τοῦ ἔργου: Ὁ Ἀγνοημένος Θησαυρός, ὅπου τονίζεται ἡ σημασία τῆς συχνῆς Θείας Κοινωνίας.

Ἀξιόλογο κειμήλιο τῆς Μονῆς εἶναι ἕνα ξύλινο δίπτυχο 30Χ21 ἑκατοστῶν, μὲ εἴκοσι ἕξι ἐξαιρετικὲς μικρογραφίες σὲ μεμβράνη διακοσμημένες μὲ μαργαριτάρια. Ἐπίσης, μία μικρὴ εἰκόνα πάνω σὲ γυαλὶ τοῦ Χριστοῦ μὲ Ἀγγέλους καὶ Ἀποστόλους· οἱ ἐπιγραφὲς εἶναι στὰ λατινικὰ καὶ χρησιμοποιήθηκαν φύλλα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου ποὺ στερεώθηκαν πάνω στὸ πορφυρὸ γυαλί καὶ οἱ σκιὲς ἔγιναν μὲ ἀποξέστη. Ἀξιόλογος εἶναι ἐπίσης ἕνας ξύλινος σταυρὸς μὲ μικρογραφίες τοῦ Δωδεκάορτου Ἁγίων καὶ Ἀγγέλων ποὺ στηρίζεται σὲ νεότερη ὀρειχάλκινη βάση μὲ ἀραβικὰ ῥητά· πρόκειται πιθανόν γιὰ δῶρο τῆς βασίλισσας τῆς Σερβίας Ἀγγελίνας.

Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς, περιλαμβάνουν τὴν ἰδιόῤῥυθμη Νέα Σκήτη καὶ τὴν ἐπίσης ἰδιόῤῥυθμη Σκήτη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἢ Λακκοσκήτη, τρία Κελλιά, δύο Καθίσματα, ἔξι ἡσυχαστήρια καὶ τὸ Σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Παύλου.

Στὶς Καρυές, βρίσκεται τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ στεγάζει τὸ ἀντιπροσωπεῖο, τὸ Κελλὶ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, καὶ τὸ Κελλὶ τῆς Ὑπαπαντῆς, ποὺ ἀναφέρεται σὲ ἔγγραφο τοῦ 1456.

Τὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας, βρίσκεται βορειοδυτικὰ τῆς Μονῆς, σὲ ἀπόσταση τριάντα λεπτῶν. Στὴν ἴδια κατεύθυνση, ἀλλὰ πιὸ κοντά στὴν Μονὴ, εἶναι τὸ Κάθισμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Τὰ ἕξι Ἡσυχαστήρια τῆς Μονῆς· τῆς Ἁγίας Τριάδος, Δανιήλ, Δαμασκηνοῦ, Ἰωσήφ, Ζαρκάδι καὶ Χαΐρι, βρίσκονται μεταξὺ Μονῆς καὶ Νέας Σκήτης. Στὸ Κάθισμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ διακρίνεται μισοχωμένο σὲ μία σπηλιά, ἀνάμεσα στὴν Μονὴ καὶ στὸ ἀκρωτήριο Ζαρκάδι μόνασε ἐπὶ πενταετία ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μετόχι τοῦ Μονοξυλίτη, ποὺ βρίσκεται ἐντὸς Ἁγίου Ὄρους, μετόχια τῆς Μονῆς ἀναφέρονται στὴν Κασσάνδρα, στὴν Συκιὰ τῆς Σιθωνίας καὶ στὴν Θάσο. Ἀπὸ τὸ μετόχι τῆς Κασσάνδρας, σώζεται ὁ πύργος στὶς σημερινές Νέες Φώκαιες, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ χτίστηκε πρὶν ἀπὸ τὸ 1407. Ὁ πύργος τῶν Μαριανῶν ἦταν ἐπίσης μετόχι τῆς Μονῆς.

***

 

Μονοπάτια/Δρόμοι:

Μονοπάτι Ἁγίου Παύλου-Διονυσίου: 2,5 χλμ., 1 ὥρα, διαδρομὴ ὡραία, σχετικά εὔκολη, ὄχι πάντα βατή.

Μονοπάτι Ἁγίου Παύλου-Νέα Σκήτη: 2,5 χλμ., 30 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, εὔκολη, βατή.

Δρόμος Ἁγίου Παύλου-Καρυές: 25 χλμ., 6 ώρες καὶ 30 λεπτά.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...