Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΧΑΙΡΟΒΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Ἡ θαυματουργὸς εἰκὼν τῆς Παναγίας τοῦ Ἀκαθίστου («Χαίροβο»), ποὺ βρίσκεται στὴν Μονὴ τοῦ Ζωγράφου, σχετίζεται μὲ τὰ διαδραματισθέντα στὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ τὴν ἄφιξη σὲ αὐτῶν τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Η΄ τοῦ Παλαιολόγου καὶ τοῦ Πάπα, γιὰ νὰ φροντίσουν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποφασισθείσης καὶ ὑπογραφείσης στὴν Σύνοδο τοῦ Λουγδούνου (Λυών, 1274) «Ἑνώσεως» τῶν δύο Ἐκκλησιῶν.
Σὲ ἐμᾶς, πατριάρχευσε ὁ δυστυχὴς Ἰωάννης Βέκκος, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ στὴν ἀρχὴ ὀρθοδοξοῦσε ὅσο λίγοι («μάχαιρα δίστομος κατὰ λατίνων ἱστάμενος», κατὰ τὸν Γρηγορᾶ), γιὰ αὐτὸ καὶ φυλακίστηκε, ἀκολούθως μετεγνώμησε καὶ ἔγινε ὄχι ἁπλῶς ὑποστηρικτὴς τῆς «ἑνώσεως», ἀλλὰ καὶ πολέμιος τῶν ἀνθενωτικῶν, καὶ ἰδιαιτέρως σκληρὸς καὶ ἀμείλικτος κατὰ τῶν Ἁγιορειτῶν. Ἐν γνώσει τοῦ τί σήμαινε γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τί θὰ μποροῦσε νὰ προκύψει σὲ βάρος τῶν ἀνὰ τὴν αὐτοκρατορία ἑνωτικῶν ἐὰν ὁ Ἄθωνας ἔῤῥιχνε ὅλο τὸ βάρος του πρὸς τὸ μέρος τῆς πλάστιγγος τῶν ἀνθενωτικῶν, σκέφθηκαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτηρήσουν ἀρκούντως τοὺς ἁγιορείτας. Ἦλθαν λοιπὸν γιὰ νὰ ἐξετάσουν τὰ πράγματα ἐπιτοπίως, νὰ διαφωτίσουν περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ ἀναγκαίου τῆς τηρήσεως τῆς συμφωνίας τῆς «ἑνώσεως», νὰ τὴν ἐπισημοποιήσουν μὲ τὸ κῦρός των, καὶ νὰ τὴν ἐπιβάλλουν ἐν ἀνάγκῃ μὲ τὴν βία.
Ἔτσι, βρέθηκαν τὰ ὄργανα τοῦ Μιχαὴλ Η΄ τοῦ Παλαιολόγου (1204-1282), καὶ τοῦ Πάπα στὸ Ὄρος μας, καὶ ἀφοῦ ἔκαναν ὅ,τι ἔκαναν στὸ Πρωτᾶτο τῶν Καρυῶν καὶ σὲ μερικὰ ἀκόμα Μοναστήρια, κατευθύνθηκαν πρὸς «ἐπίσκεψη» καὶ τῆς Μονῆς Ζωγράφου.
Σὲ μία τοποθεσία ποὺ ἀπέχει ἀρκετὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ Ζωγράφου καὶ ἐπὶ τῆς ἀτραποῦ, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ αὐτό, ἀσκήτευε τότε ἐν ἡσυχίᾳ ἕνας πολὺ ἐνάρετος γέροντας, ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ αἰσθανόταν μεγάλη ψυχικὴ εὐφροσύνη ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῶν τροπαρίων καὶ τῶν Χαιρετισμῶν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ἀπέκτησε τὴν συνήθεια νὰ τὸν διαβάζει ὄρθιος ἐνώπιον τῆς περὶ ἧς πρόκειται εἰκόνος τῆς Θεοτόκου πολλὲς φορὲς στὸ εἰκοσιτετράωρο. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα, καὶ ἐνῷ ἐντός του βίωνε ὑπέροχη κατάσταση καὶ τὰ χείλη του πρόφεραν ἐκφώνως τό: «Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε», ἄκουσε τὴν Παναγία νὰ τοῦ ἀντιφωνῇ ἀπὸ τὴν εἰκόνα της: «Χαῖρε καὶ σὺ Γέρων τοῦ Θεοῦ». Τρόμος κυρίεψε τὸν Γέροντα· τὸν καθησύχασε ὅμως ἡ φωνὴ τῆς Θεοτόκου μὲ τὰ πρόσθετα: «Μὴ φοβοῦ, ἀλλὰ ἀπελθὼν ταχέως εἰς τὴν Μονήν, ἀνάγγειλον τοῖς ἀδελφοῖς καὶ τῷ καθηγουμένῳ, ὅτι οἱ ἐχθροὶ ἐμοῦ τε καὶ τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν· ὅστις οὖν ὑπάρχει ἀσθενὴς τῷ πνεύματι ἐν ὑπομονῇ κρυβήτω, ἕως τοῦ παρελθεῖν τὸν πειρασμόν· οἱ δὲ στεφάνων μαρτυρικῶν ἐφιέμενοι παραμενέτωσαν ἐν τῇ Μονῇ· ἄπελθε οὖν ταχέως».
Μόλις συνῆλθε ὁ Γέροντας ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ γεγονός, ὑπήκοος στὴν ἐντολὴ τῆς Θεοτόκου, ἄφησε τὸ ἡσυχαστήριό του καὶ ἔδραμε πρὸς τὸ Μοναστήρι, νὰ ἐξαναγγείλῃ τὰ ὁσονούπω καταφθάνοντα δεινὰ καὶ τὴν εἰσήγησή Της, ὥστε νὰ ἀποφασίσουν ἐγκαίρως περὶ τῶν πρακτέων. Ἀλλά, στὰ προπύλαια τῆς Μονῆς, γνώρισε καὶ βίωσε καὶ δεύτερη θαυμαστὴ καταξίωση. Στὴν Πύλη, στεκόταν καὶ τὸν περίμενε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς κέλλας του, μπροστὰ στὴν ὁποία ἐδῶ καὶ χρόνια ἀπήγγελνε τοὺς ἀρχαγγελικοὺς Χαιρετισμούς, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία ἤκουσε τὴν ἴδια φωνὴ καὶ ἐντολή. Μὲ βαθυτάτη συγκίνηση προσέπεσε καὶ τὴν προσκύνησε, καὶ στὴν συνέχεια τὴν πῆρε στὰ χέρια του καὶ μαζί της παρουσιάσθηκε στὸν Ἡγούμενο καὶ στοὺς ἀδελφούς, ἐξιστόρησε τὸ θαῦμα καὶ γνωστοποίησε τὴν προειδοποίηση τῆς Παναγίας.
Μὲ ἔντονη ἀνησυχία ἀλλὰ καὶ μὲ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη προσκύνησαν τὴν εἰκόνα οἱ Ζωγραφῖτες Πατέρες καὶ ἀναλογιζόμενοι ὅτι ἐπίκειται ὁ κίνδυνος, ἔπραξαν κατὰ τὴν ὑπόδειξη τῆς Θεομήτορος. Οἱ ἀσθενέστεροι πνευματικά, ἔσπευσαν νὰ κρυφθοῦν στὰ γειτονικὰ δύσβατα καὶ δασώδη μέρη, εἴκοσι ἕξι δὲ θαῤῥαλέοι, μὲ πρῶτον τὸν Ἡγούμενό τους ἀμπαρώθηκαν μέσα στὸν Πύργο τῆς Μονῆς καὶ ἑτοιμάσθηκαν γιὰ μαρτυρικὸ θάνατο κατὰ τὴν πρόῤῥηση τῆς Παναγίας.
Κατέφθασαν σὲ λίγο καὶ οἱ ἑνωτικοὶ τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαήλ, καὶ οἱ παπικοὶ συνοδοί τους, καὶ ἄρχισε μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἐγκλείστων διάλογος. Ἄκρως κολλακευτικοὶ καὶ ὑποσχετικοὶ γιὰ πολλὰ «καλὰ καὶ ὠφέλιμα» γιὰ τὴν Μονὴ καὶ τὸ Ὄρος, ἀποδείχθησαν οἱ πρῶτοι· ἀπολύτως ἀρνητικοὶ οἱ ἔγκλειστοι καὶ αὐστηρότατα ἐπικριτικοὶ τῶν ἑνωτικῶν προσπαθειῶν, ἀπολύτως δὲ ἀποῤῥιπτικοὶ τῆς λατινικῆς κακοδοξίας. Ἡ τελευταία δήλωσή των ἦταν ὅτι προτιμοῦσαν νὰ πεθάνουν παρὰ νὰ ἀνοίξουν τὶς πύλες καὶ παραδώσουν τὴν Μονή των στὴν ὑποταγὴ τοῦ Πάπα καὶ στὴν αἱρετικὴ βεβήλωση.
Αὐτὰ ακούσαντες οἱ Λατῖνοι, ἐφρύαξαν ἀπὸ θυμὸ καὶ ὀργὴ καὶ φώναξαν: «Ἔ, τότε πεθάνετε λοιπόν». Καὶ ἀμέσως, ἀφοῦ περικύκλωσαν τὸν Πύργο, μὲ μεγάλες ποσότητες φρυγάνων καὶ ξύλων τὸν πυρπόλησαν. Οἱ πατέρες, προσευχόμενοι θερμῶς ὑπὲρ ἑαυτῶν καὶ ὑπὲρ τῶν πυρπολητῶν των, κατεκάησαν φρικτῶς.
Ὅταν, μετὰ τὴν συμφορὰ καὶ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν κακούργων ἐπέστρεψαν οἱ κρυφθέντες πατέρες, ἄρχισαν νὰ βγάζουν καὶ νὰ ἀπομακρύνουν τἀ ἀποκαΐδια ἀπὸ τὸν Πύργο, σὲ εὐλαβῆ προσπάθεια, μήπως καὶ εὕρουν κατάλοιπα τῶν λειψάνων τῶν πατέρων. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐρεύνης, μέσα σὲ ἐκεῖνες τὶς καρβουνιασμένες ἢ στάχτινες μάζες καὶ ἀσχημίες, ἦταν νὰ βροῦν κεχωσμένη ἀλλὰ ἐντελῶς ἀκεραία καὶ ἄβλαπτη τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα, τὴν ὁποία εἶχαν πάρει μαζί τους ὅταν κλείσθηκαν στὸν Πύργο οἱ ὅσιοι πατέρες, εἰς βοήθεια καὶ ἱκάνωσή των στὸ μαρτύριο.
Μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ εὐχαριστίες πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν Μητέρα Του, τὴν μετέφεραν καὶ τὴν τοποθέτησαν στὸ τέμπλο τοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὅπου τὴν βλέπουμε καὶ τὴν προσκυνοῦμε σήμερα. Οἱ Ζωγραφῖτες Πατέρες, θεωροῦν χρέος των καὶ φροντίζουν μεγάλως, ὥστε τὸ κανδήλι της νὰ καίει ἀκοιμήτως εἰς τοὺς αἰῶνας. Τὴν ἀποκαλοῦν «Χαίροβο», ποὺ εἶναι τὸ ἀρχαγγελικὸ «Χαῖρε», ἀλλὰ βουλγαροποιημένο. Χαίροβο ἐπίσης ἀποκαλοῦν καὶ τὴν τοποθεσία στὴν ὁποία ἡσυχάζων ἐκεῖνος ὁ ἅγιος Γέρων, κατηξιώθη τοῦ Θεομητορικοῦ χαιρετισμοῦ.
***

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου