ΜΟΝΗ ΧΙΛΑΝΔΑΡΙΟΥ
Ἀπὸ τὴν Γιοβάνιτσα, τὸν ἀρσανὰ τῆς Χιλανδαρίου, ἀπὸ τὴν μεριὰ τῆς Οὐρανούπολης, ξεκινάει ἁμαξιτὸς δρόμος, ποὺ ἀνηφορίζει στοὺς λόφους τῆς ἐνδοχώρας καὶ ὁδηγεῖ στὴν Μονὴ Χιλανδαρίου. Δεξιά, χαμηλὰ στὴν ῥεματιά, φαίνεται τὸ ζωγραφίτικο Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. Τὸ ἔδαφος εἶναι ἀμμῶδες, τὸ ἀνάγλυφο μᾶλλον ἤπιο· ἐπικρατεῖ τὸ πεύκο. Τὸ τοπίο θυμίζει τὴν χερσόνησο τῆς Κασσάνδρας. Μία διακλάδωση στὰ δεξιά, ποὺ ἔχει φράκτη μὲ συρματόπλεγμα, ὁδηγεῖ στὸν Ἅγιο Φίλιππο, τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος. Ὁ ναὸς εἶναι ἐγκαταλειμμένος· σώζεται τὸ ἐξαιρετικὸ πολύχρωμο ξύλινο τέμπλο. Τὰ διπλανὰ κτίσματα –μαγειρεῖο, τράπεζα, βαγεναριό- εἶναι σὲ ἐρειπιώδη κατάσταση. Ὁ δρόμος συνεχίζει ἀνηφορικός. Λίγο πιὸ πέρα, σχηματίζει διχάλα. Ἀκολουθήστε τὴν δεξιὰ διακλάδωση μὲ τὴν πινακίδα: ΧΙΛΑΗΔΑΡ ΗΟΒΙ ΠΥΤ. Ὁ δρόμος συνεχίζει μὲ πολλές στροφές, καὶ διασχίζει τὴν Ταυροκαλύβα, ποὺ ἦταν χειμαδιὰ γιὰ ταύρους ποὺ ἐκτρέφονταν παλαιότερα στὴν χερσόνησο. Φτάνει σὲ ἕνα ὀροπέδιο, σὲ υψόμετρο τριακοσίων πέντε μέτρων, μὲ θέα καὶ στὶς δύο ἀκτὲς τῆς ἀθωνικῆς χερσονήσου, μέχρι τὴν Βουρβουροῦ τῆς Σιθωνίας, τὸ ἀκρωτήριο Ἀράπης, τὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθω, τὸν Χολομῶντα καὶ τὸ Παγγαῖο. Ἡ περιοχὴ πρὸς τὸν βοῤῥά εἶναι τὸ Πρῶτο Νερό, μὲ λίμνη καὶ ἀμπελῶνες. Ἐκεῖ στρατοπέδευσε ὁ Στέφανος Δουσὰν τὸ 1347· λέγεται ὅτι παραβίασε τὸ Ἄβατο, φέρνοντας μαζί του τὴν γυναῖκά του. Στὸ τμῆμα αὐτὸ τῆς διαδρομῆς, συναντάει κανεὶς τὰ λαυράτα, πετρόχτιστους ὁριοδείκτες τῆς κτηματικῆς ἔκτασης τῶν Μονῶν. Στὶς δύο ἀπέναντι ὄψεις, ὑπάρχουν μαρμάρινες πλάκες μὲ χαραγμένο τὸ σῆμα τῆς Μονῆς, τὸ ἴδιο σῆμα ποὺ χρησιμοποιοῦσαν γιὰ τὴν σήμανση τῶν ὑποζυγίων. Ὁ δρόμος ἀρχίζει νὰ κατηφορίζει. Συναντάμε στὰ δεξιὰ τὴν διακλάδωση τοῦ μονοπατιού γιὰ τὴν Μονὴ Ζωγράφου. Ἀριστερά, συναντάμε μέσα στὴν ῥεματιὰ τοῦ χειμάῤῥου Γερακοφωλιά, τὰ ἐρείπια τοῦ Καθίσματος τῆς Ἁγίας Τριάδος, μὲ τοιχογραφίες τοῦ 1680. Πρόσφατες ἀνασκαφές, ἔφεραν στὸ φῶς ἐξαιρετικὲς τοιχογραφίες τοῦ 13ου αἰῶνος στὴν κόγχη παλαιότερου ναοῦ. Στὴν περιοχὴ τοῦ Καθίσματος, γνωστὴ ὡς Σπάσοβα Βόντα, δηλαδὴ Πηγή τοῦ Σωτῆρος, ἔκτισε ὁ κράλης Στέφανος ὁ Πρωτοστεφῆς, τὸ 1262, τὸν Πύργο τῆς Μεταμόρφωσης ποὺ δὲν σώζεται. Τὸν 19ο αἰῶνα, τὸ Κάθισμα λειτουργούσε ὡς σκήτη καὶ εἶχε καλύβες ὅπου εγκαταβίωναν Ῥῶσσοι μοναχοί. Λίγο πιὸ πέρα, προβάλλει μέσα στὴν ῥεματιὰ ἡ Μονὴ Χιλανδαρίου. Φαίνεται ἡ ἀνατολικὴ πτέρυγα μὲ τὸν πύργο τοῦ Ἁγίου Σάββα, καὶ ὁ πύργος τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ὁ δρόμος φτάνει στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς. Γιὰ νὰ σχηματίσει ὅμως κανείς σωστότερη εἰκόνα τοῦ οἰκοδομικοῦ συγκροτήματος, πρέπει νὰ δεῖ τὴν Μονὴ ερχόμενος ἀπὸ τὴν θάλασσα.
***
Ὁ ἀρσανὰς τῆς ἀνατολικῆς ἀκτῆς, απέχει δυόμιση χιλιόμετρα ἀπὸ τὴν Μονή. Βρίσκεται στὸν μυχὸ ἑνὸς ὅρμου ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὸν λόφο τῆς Σαμάρειας στὰ ἀνατολικά, καὶ τὸ ἀκρωτήριο Συμεὼν στὰ δυτικά. Οἱ παλαιότεροι δύο ἀρσανάδες τῆς Μονῆς βρίσκονταν ἀνατολικὰ καὶ δυτικὰ τοῦ Καθίσματος τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Ἐγκαταλείφθηκαν γιατί δὲν πρόσφεραν ἀσφαλῆ ἐλλιμενισμὸ καὶ ἐρείπωσαν. Τὰ κτίσματα τοῦ σημερινοῦ ἀρσανά, χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1584. Τὸ 1622, ἐκδόθηκε ἄδεια ἐπισκευῆς τοῦ λιμανιοῦ. Τὸ κτίσμα τοῦ ἀρσανὰ εἶναι διώροφο. Ὑπάρχουν δύο ἐργατόσπιτα καὶ ὁ πύργος Καραούλι. Κοντὰ στὸν πύργο, διακρίνονται τὰ ἐρείπια τῆς κατοικίας τοῦ Τούρκου φύλακα. Στὸ ἀρσανόσπιτο στεγάζεται ὁ ἀστυνομικὸς σταθμός.
Ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ἀρσανά, εἶναι ἡ βραχονησίδα Ἅγιος Βασίλειος, καὶ δυτικότερα ἀπὸ τὸν ἀρσανά, πάνω σὲ ἕνα βραχώδες ἔξαρμα τῆς ἀκτῆς, βρίσκεται τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, γνωστὸ καὶ ὡς Παλαιομονάστηρο. Ὁ ἔντονος ὀχυρωματικὸς χαρακτῆράς του, ὁ ἀμυντικὸς περίβολος καὶ ὁ πύργος, δὲν ἀφήνουν ἀμφιβολία γιὰ τὸν σκοπό τῆς οἰκοδόμησής του καὶ τὴν λειτουργία του. Τὸ ἀρχαιότερο κτίσμα εἶναι ὁ πύργος, ποὺ χτίστηκε τὸ 1300-1302 ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῆς Σερβίας Μιλούτιν μετὰ ἀπὸ αίτημα τῶν μοναχῶν, ποὺ ζητοῦσαν προστασία ἀπὸ ἐπιδρομὲς πειρατῶν. Ὁ πύργος, ἦταν ἐπίσης γνωστὸς ὡς ὀχυρὸ τῆς Χρυσῆς, ἀπὸ τὴν ἀρχαῖα πόλη Χρυσή, ποὺ ἔδωσε στὴν περιοχὴ τὴν ὀνομασία της. Ὁ πύργος, μὲ κάτοψη 11Χ13,5 μέτρα καὶ ὕψος δεκαπέντε μέτρα ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς αὐλῆς, εἶχε στὸν πάνω ὅροφο παρεκκλήσιο ποὺ κατέῤῥευσε. Τὸ μονύδριο, ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Ὅσιο Βασίλειο, μαθητή τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου τοῦ Νέου, καὶ ἦταν ἀφιερωμένο στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Οἱ μοναχοὶ τοῦ μονυδρίου, ζοῦσαν σχεδὸν μαζὶ μὲ τοὺς μοναχοὺς τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου, καὶ φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε τὸ ἔθιμο, μετὰ τὴν ἀγρυπνία τῆς Ἀναλήψεως, οἱ Χιλανδαρινοὶ καὶ οἱ Ἐσφιγμενίτες μοναχοί, νὰ κάνουν λιτανεία καὶ νὰ συναντιοῦνται στὸν Ἅγιο Βασίλειο. Τὸ ὀχυρό, ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὴν ξηρὰ μὲ κινητὴ γέφυρα. Ἡ θέση του μὲ τὴν βραχονησίδα ἀπέναντι καὶ ἡ ὀχυρωματικὴ ὑποδομή, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὁ ἀρσανάς, ποὺ εἶναι ἐνσωματωμένος στὸν ἀμυντικὸ περίβολο, τὸ ἀνέδειξαν σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα σημεῖα ἐλλιμενισμοῦ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καὶ καθὼς ὁ Μιλούτιν τὸ εἶχε προικοδοτήσει μὲ τίτλους καὶ μετόχια, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἔχαιρε μίας σχετικῆς οἰκονομικῆς αὐτονομίας, ἀπὸ τὴν κυρίαρχη Μονὴ. Ἦταν άλλωστε, γνωστὸς μὲ τὴν ὀνομασία Παλαιομονάστηρο, ποὺ δείχνει ὅτι ὁ Ἅγιος Βασίλειος λειτουργοῦσε ὡς μονύδριο, γεγονὸς ποὺ τεκμηριώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τράπεζας καὶ πτερύγων μὲ κελλιά. Γύρω στὸ 1330, ὁ γιὸς τοῦ Μιλούτιν, Στέφαν Ντετσάνσκι, ἔκτισε μέσα στὸ ὀχυρό, ναὸ μὲ τριμερὲς ἱερό, ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Βασίλειο καὶ ἀπὸ τότε ἐπικράτησε ἡ σημερινὴ ὀνομασία.
Στὶς πλαγιές τῆς Σαμάρειας, σώζονται τὰ ἐρείπια τοῦ Παλαιοκάστρου, παλαιοῦ ὀχυρωματικοῦ τείχους, τὸ ὁποῖο προφανῶς χρησιμοποιοῦσαν ὡς παρατηρητήριο.
Τὸ ἀκρωτήριο Συμεών, διασώζει τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχαῖου μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Βοροσκόπου, τὸ ὁποῖο ἐνσωματώθηκε στὴν Μονὴ Χιλανδαρίου.
Στὸν ὁρίζοντα, φαίνονται οἱ διαδοχικὲς παραλίες Καλίτσι καὶ Μηνίτσι, ποὺ ἐπίσης διασώζουν τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχαίων μονυδρίων τοῦ Κάλυκος καὶ τοῦ Μηνίτζη.
Πιὸ πέρα, εἶναι ὁ πλατὺς ὅρμος τῆς Χιλιαδούς. Τὸ τοπωνύμιο, ὑποδηλώνει μεγάλο ψαρότοπο, ὅπου μπορεῖ κανεὶς νὰ ψαρέψει ἕως καὶ χίλια χιάδια, δηλαδή τοῦνες. Ἡ ἀκτὴ μετὰ τὴν Χιλιαδού, ἀνῆκει στὴν χερσόνησο τοῦ Πετροβουνίου, ποὺ ἀπολήγει στὸ ἀκρωτήριο Ἀράπης καὶ στὶς νησίδες Στυλιάρια.
Πεντακόσια μέτρα περίπου ἀπὸ τὸν ἀρσανά, πρὸς στὸ ἐσωτερικό, στὴν εὔφορη παραλιακὴ πεδιάδα, βρίσκεται ὁ πύργος τοῦ Μιλούτιν. Ὁρισμένοι μελετητές, θεωροῦν ὅτι αυτός ἦταν στὴν πραγματικότητα ὁ Πύργος τῆς Χρυσῆς καὶ ὄχι ὁ Ἅγιος Βασίλειος. Ὁ πύργος εἶναι ἐπίσης γνωστός ὡς Πύργος τοῦ Καβαλάρη. Εἶναι σύγχρονος τοῦ πύργου τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Χτίστηκε ἀπὸ τὸν Στέφανο Βούρος Μιλούτιν σὲ μία ἐποχὴ ποὺ οἱ πειρατικές ἐπιδρομὲς ἦταν σὲ ἔξαρση. Ὁ πύργος ἔχει ἰσόγειο καὶ πέντε ὁρόφους. Στὴν βόρεια, δυτική, καὶ ἀνατολικὴ ὄψη, ἔχει ἀπὸ τρεῖς πεσσούς, ἀνάλογους μὲ ἐκείνους τοῦ πύργου τοῦ Ἁγίου Σάββα. Στὴν νότια ὄψη, δύο ἀπὸ τοὺς πεσσούς, εἶναι ἑνωμένοι μὲ λιθοδομή, ποὺ περικλείει τὴν κοχλιωτὴ σκάλα ἀνόδου στοὺς ὁρόφους. Σώζονται ἐπίσης ἐρείπια ἑνὸς ἐργατόσπιτου τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ου αἰῶνος. Φαίνεται ὅτι τὸν 18ο αἰῶνα ὑπῆρχαν τρία ἢ τέσσερα ἐργατόσπιτα μέσα στὸν μπαρμπακά. Στὸν τελευταῖο ὅροφο ὑπῆρχε παρεκκλήσιο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο σώζονται οἱ κόγχες τοῦ ἱεροῦ. Ἡ ἀφιέρωση τοῦ ναοῦ δὲν ἔχει ἐπιβεβαιωθεῖ. Ἡ εἴσοδος βρίσκεται στὴν νότια ὄψη καὶ ἡ αρχική ἀπόστασή της ἀπὸ τὸ ἔδαφος θὰ πρέπει νὰ ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν σημερινή. Ἡ νότια ὄψη προστατεύεται ἀπὸ ὀχυρωματικὸ περίβολο, ὁ ὁποῖος ἀρχικὰ ἦταν μεγαλύτερος. Ὁ πύργος ἀποτέλεσε ἀντικείμενο σωστικῆς ἐπέμβασης τὸ 1963-1964.
Στὸ βάθος, στὶς ὑπώρειες τοῦ λόφου τῆς Σαμάρειας, διακρίνεται τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ἐξάρτημα τῆς Μονῆς.
Ἀπὸ τὸν πύργο τοῦ Μιλούτιν μέχρι τὴν Μονὴ Χιλανδαρίου, ὁ δρόμος προχωρὰ μέσα σὲ ἕναν ἐντυπωσιακὸ κυπαρισσῶνα. Συναντάμε τὴν διακλάδωση στὰ ἀριστερὰ τοῦ δρόμου πρὸς τὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου, τὸ προσκυνητάρι μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Στέφανου Δουσάν, καὶ τὴν κρήνη μὲ τὴν ἀναμνηστικὴ ἐπιγραφὴ τῆς επίσκεψης τοῦ βασιλέα Ἀλεξάνδρου Α΄ Ὀβρένοβιτς τῆς Σερβίας τὸ 1896. Ἀνεβαίνοντας πρὸς τὴν Μονὴ, σχηματίζει κανείς σαφέστερη εἰκόνα, βλέποντας τὰ περιβόλια, τὰ ἐργατόσπιτα καὶ τὰ βοηθητικὰ κτήρια.
Ἀφήνουμε τὸν ἁμαξιτὸ δρόμο καὶ ἀκολουθοῦμε τὸν λιθόστρωτο δρόμο στὰ δεξιά, ὥστε νὰ περάσουμε ἀπὸ τὸ προσκυνητάρι τῆς Παναγίας τῆς Τριχερούσας, μὲ ἐνδιαφέρουσες τοιχογραφίες τοῦ 1809 σχετικὲς μὲ τὸ ἱστορικὸ τῆς εἰκόνας καὶ τὴν ἕλευσή της στὴν Μονή. Ἡ κάτοψη τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου σχηματίζει ἀκανόνιστο πολύγωνο. Ἡ ποικιλότητα τῆς αρχιτεκτονικής τῶν πτερύγων ἀντανακλᾶ διάφορες οἰκοδομικὲς φάσεις.
***
Πολλὲς ἐτυμολογίες, οἱ περισσότερες μᾶλλον εὐφάνταστες, ἔχουν προταθεῖ γιὰ τὸ ὄνομα τῆς Μονῆς. Θεωρούν ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ χίλιοι+ἄνδρες, ἀπὸ τὸ χίλιοι+ἀντάρα, ἀπὸ τὸ χίλιοι+ἄντρα, ἀπὸ τὸ περσικὸ Χιλὰν Τίρ, δηλαδὴ ἐπαρχία τοῦ θεοῦ Τίρ, ἀπὸ τὸ χελάνδιο ποὺ εἶναι εἶδος βυζαντινοῦ πλοίου μὲ τὸ ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι μοιάζει σχηματικὰ ἡ Μονή. Τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ πρόκειται γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ κτήτορα -Χελανδράριος ἢ Χελανδράρις- μικροῦ μονυδρίου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται σὲ ἔγγραφο τοῦ 10ου αἰῶνος. Τὸ μονύδριο ἔπεσε σὲ παρακμὴ καὶ ἐρημώθηκε· ἔγγραφο τοῦ 1015 τὸ περιγράφει ὡς ἑλληνικό, καὶ παντελῶς ἐγκαταλειμμένο. Τὸ 1169, μαρτυρεῖται ἡ τελευταία ἐμφάνιση τῆς ὀνομασίας Χελανδάρι· ἀπὸ τότε, ἡ Μονή, εἶναι γνωστὴ ὡς Χιλανδαρίου.
Ἡ ἵδρυση τῆς Μονῆς, συνδέεται μὲ τὸν κράλη Στέφανο Νεμάντα, καὶ τὸν νεαρότερο γιό του Ῥάτσκο. Ὁ Ῥάτσκο, ἀπαρνήθηκε τὰ ἐγκόσμια, ἔγινε μοναχὸς στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Σάββας. Ὁ κράλης Στέφανος ἀκολούθησε τὸ παράδειγμα τοῦ γιοῦ του· παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ ἀσπάστηκε καὶ ἐκεῖνος τὸν μοναχικὸ βίο. Ἐκάρη μοναχὸς στὴν Στουντένιτσα, ἐγκαταβίωσε γιὰ ἕνα διάστημα στὸ Παπίκιον Ὄρος, ὅπου ὑπῆρχε ἀκμάζουσα μοναστικὴ πολιτεία, καὶ, τέλος, ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ μόνασε μαζὶ μὲ τὸ κατὰ σάρκα γιό του στὴν Μονὴ Βατοπεδίου. Μετὰ ἀπὸ παράκληση τοῦ διαδόχου τοῦ θρόνου, ἡ Μονὴ Βατοπεδίου παραχώρησε στὸν Σάββα καὶ στὸν Συμεών, τὸ ἐρημωμένο μονύδριο τοῦ Χελανδαρίου. Ἡ παραχώρηση ἐπικυρώθηκε μὲ χρυσόβουλλο τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου Γ΄ Ἀγγέλου τὸ 1198, ποὺ ὅριζε ὅτι τὸ μονύδριο: εἶναι τοῖς Σέρβοις δῶρον αἰώνιον. Ἀπέκτησε ἐπίσης μὲ χρυσόβουλλο τὸ δικαίωμα κτήσης καὶ χρήσης μεγάλου πλοίου χωρητικότητα χιλίων μοδίων. Μεταξύ τῶν δύο Μονῶν, ἀναπτύχθηκαν δεσμοὶ πνευματικῆς συγγενείας, καὶ ἐπικράτησε τὸ ἔθιμο τῆς ἀποστολῆς ἀντιπροσώπου τῆς μίας ποὺ προεξάρχει στὴν πανήγυρι τῆς ἄλλης. Οἱ Ὅσιοι Συμεὼν καὶ Σάββας, ἀνοικοδόμησαν τὸ μονύδριο, καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωροῦνται κτήτορες τῆς Μονῆς. Ὁ Συμεών, ἐκοιμήθη πρὶν ὁλοκληρωθοῦν οἱ ἐργασίες στὶς 13/2/1199, τὶς ὁποίες ἐργασίες ἔφερε σὲ πέρας ὁ Σάββας. Στὴν προσπάθειά του τοὺς συνέδραμε ὁ άδελφὸς τοῦ Ὁσίου Σάββα, Στέφανος Β΄. Ὁ Σάββας, συνέταξε τὸ Τυπικὸ τῆς Μονῆς, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο τῆς κοινοβιακῆς Μονῆς Εὐεργέτιδος, ποὺ μὲ τὴν σειρά του ἀκολουθοῦσε τὸ Τυπικὸ τῆς Μονῆς Στουδίου. Τὸ Τυπικό, ὅριζε ὅτι ἡ Μονὴ εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Πρώτου καὶ τοῦ αὐτοκράτορος. Λίγο ἀργότερα ὁ Σάββας ἐξελέγη ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Μονή. Πολλοί Σέρβοι ἄρχισαν νὰ ἔρχονται γιὰ νὰ μονάσουν στὴν Μονή, τὴν ὁποία εὐεργέτησαν ἰδιαίτερα οἱ αὐτοκράτορες Ἰωάννης Βατάτζης καὶ Μιχαὴλ Ἡ΄ Παλαιολόγος. Ἡ ῥαγδαῖα αὔξηση τοῦ πληθυσμοῦ της, ὁδήγησε στὴν προσάρτηση καὶ ἐνσωμάτωση σὲ αὐτὴν πολλῶν μονυδρίων τῆς περιοχῆς –Ἁγίου Βασιλείου, Κομίτισσας, Κάλυκα, Παπαρνικίων, Ὁμολογητοῦ, Στροβηλαίας, Ζυγοῦ. Τὸ μονύδριο τοῦ Ζυγού κατεῖχε τὴν τέταρτη θέση στὴν ἱεραρχία, καὶ τὴν θέση αὐτὴ κληρονόμησε καὶ ἔκτοτε διατηρεῖ ἡ Μονὴ Χιλανδαρίου. Οἱ κτηματικὲς ἐκτάσεις της, σύντομα ἔφτασαν νὰ καλύπτουν ὅλη τὴν ἐνδοχώρα τῆς χερσονήσου, ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴ ἕως τὴν δυτικὴ ἀκτή. Τὴν οἰκονομικὴ ἀκμή, συνόδευσε πνευματικὴ ἄνθηση· ἡ Μονὴ κατέστη πόλος καὶ φάρος πνευματικὸς γιὰ τοὺς Σέρβους, καὶ ἀνέδειξε πληθῶρα ἱεραρχῶν, ἀρχιερέων καὶ πατριαρχῶν. Πολλούς ἀνεκτίμητους θησαυροὺς ἀπέκτησε ἡ Μονή, τὴν ὁποία βοήθησαν οἰκονομικά Σέρβοι ἡγεμόνες ὅπως ὁ κράλης Μιλούτιν, ὁ κράλης Στέφανος Δουσάν, ὁ πρίγκιπας Λάζαρος, ὁ δεσπότης Μπράνκοβιτς, καθὼς καὶ ὁ αὐτοκράτορας Ἀνδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος. Ἡ ἀκμή της συνεχίστηκε καὶ μετὰ τὴν τουρκικὴ κατάκτηση, χάρη σὲ χορηγίες Ῥώσσων τσάρων καὶ ἡγεμόνων τῶν παραδουνάβιων χωρῶν. Ὁ αριθμός τῶν Σέρβων μοναχῶν στὴν Μονὴ καὶ γενικότερα στὸ Ὄρος αὐξανόταν. Σερβικὴ ἐπίσης ἦταν ἡ Μονὴ Ἁγίου Παύλου, καὶ συχνά, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ὁ Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἦταν Σέρβος.
Τὸν 17ο αἰῶνα, ἡ Μονή, πέρασε σὲ παρακμὴ καὶ μαρασμό. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Σέρβων μοναχῶν μειώθηκε καὶ ἐπικράτησαν γύρω στὰ 1762 οἱ βουλγαρόφωνοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ μοναχός Παΐσιος ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1798, συγγραφέας τοῦ ἔργου: Ἱστορία Σλαβοβουλγαρικὴ περὶ τῶν λαῶν, τῶν βασιλέων, καὶ τῶν ἁγίων τῶν Βουλγάρων, συλλεγεῖσα καὶ τακτοποιηθεῖσα ὑπὸ Παϊσίου, ἱερομονάχου τοῦ Ἁγίου ὄρους, πρὸς ὠφέλεια τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ, ποὺ συνέβαλε ἰδιαίτερα στὴν αφύπνιση τῆς εθνικής συνείδησης τῶν Βουλγάρων. Ἡ Μονή, καταστράφηκε σχεδὸν ὁλοσχερῶς ἀπὸ πυρκαγιὰ τὸ 1722 καὶ τὸ 1891. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ βασιλέα τῆς Σερβίας Ἀλεξάνδρου τὸ 1896, ὁ ὁποῖος ἐξόφλησε ὅλο τὸ χρέος της, ὁδήγησε στὴν αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Σέρβων μοναχῶν, ποὺ τελικά ἐπικράτησαν καὶ ἀνέλαβαν ξανὰ τὴν διοίκησή της. Ὅταν τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγὸ τὸ 1912, ἡ Μονὴ Χιλανδαρίου ὑποστήριξε τὶς ἑλληνικὲς θέσεις γιὰ τὴν ὑπαγωγή του στὴν ἑλληνική ἐπικράτεια, ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ Μονὴ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἐπεδίωκε τὴν διεθνοποίηση τοῦ καθεστώτος του.
Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ὁσίους Σάββα καὶ Συμεών, στὴν Μονὴ ἐγκαταβίωσε ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Ὁσίου Σάββα, ὁ Πρεντισλάβ, γιὸς τοῦ κράλη Στεφάνου τοῦ Πρωτοστεφοῦς· ἐκάρη μοναχός, ἔλαβε τὸ ὄνομα Σάββας καὶ ἀργότερα ἐξελέγη ἀρχιεπίσκοπος τῶν Σέρβων, ἐκοιμήθη τὸ 1271. Μόνασαν ἐπίσης οἱ κατόπιν ἀρχιεπίσκοποι· Εὐστάθιος Α΄ ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1286, Νικόδημος ποὺ ἐκοιμήθη περίπου στὰ 1325, Δανιὴλ Β΄ ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1338, Ἐφραὶμ ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1399, ἐνῶ ἱεράρχες, ὅπως ὁ Σάββας Σεῤῥώῶν καὶ ὁ Κύριλλος Μελενίκου ἐγκαταβίωσαν στὸ Χιλανδάρι ὅταν ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὸν θρόνο τους. Σὲ μετόχι τῆς Μονῆς στὸν Στρυμόνα, ἐκάρη μοναχός καὶ ἐκοιμήθη τὸ 1459 ὁ Γρηγόριος ὁ Τυφλός, γιὸς τοῦ ἡγεμόνα Γεωργίου Μπράνκοβιτς. Στὴν Μονή, μόνασε ἐπίσης ὁ Νεομάρτυρας Κύριλλος ποὺ μαρτύρησε διὰ πυρὸς στὴν Θεσσαλονίκη, μπροστὰ στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης στὸν Ἱππόδρομο τὸ 1586· ὅταν κατεδαφίστηκε ὁ παλαιὸς ναός γιὰ νὰ χτιστεῖ ὁ σημερινὸς τὸ 1972, βρέθηκαν μέσα σὲ λάρνακα, θρύμματα ὀστῶν καὶ ὑπολείμματα πυρᾶς. Ἱερομόναχος Χιλανδαρινός, ὑπῆρξε ὁ Ἅγιος Ῥαφαὴλ τοῦ Βανάτου, στὰ τέλη τοῦ 16ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰῶνος, ὀνομαστὸς ἀσκητῆς καὶ θαυματουργός. Στὴν Μονή, ἐκάρη μοναχός, χειροτονήθηκε ἱερομόναχος, καὶ ἔφτασε νὰ γίνει προηγούμενος, ὁ Νέος Ὁσιομάρτυς Δαμασκηνὸς ἀπὸ τὸ Γκάμπροβο, ποὺ μαρτύρησε τὸ 1771· πῆγε στὸ Σφιστόβι τῆς Βουλγαρίας γιὰ νὰ μαζέψει τὶς προσόδους ἀπὸ μετόχι τῆς Μονῆς· γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν καταβολὴ τῶν ὀφειλῶν, οἱ Τοῦρκοι τῆς περιοχῆς ἔβαλαν κρυφὰ στὸ μετόχι μία Τούρκισσα καὶ τὸν κατηγόρησαν ὅτι εἶχε ἁμαρτήσει· οἱ ὑπαίτιοι τῆς καταδίκης του πνίγηκαν λίγο ἀργότερα στὸν Δούναβη. Στὴν Μονὴ Χιλανδαρίου ἐγκαταβίωσε ἐπίσης ὁ Νέος Ὁσιομάρτυς Ὀνούφριος, ποὺ μαρτύρησε τὸ 1818 στὴν Χῖο, καθὼς καὶ ὁ Νέος Ὁσιομάρτυς Ἀκάκιος ὁ Ἰβηροσκητιώτης.
Στὴν Μονή, φυλάσσονται· ἡ τιμία τοῦ Προφήτη Ἡσαΐα, τμῆμα τῆς κάρας τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, ἡ δεξιὰ χεῖρα τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως, τμήματα λειψάνου τοῦ Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Στυλίτου, τοῦ Ὁσίου Λαζάρου τοῦ Γαλησιώτου, τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου.
***
Ἐρχόμενοι ἀπὸ τὸν ἀρσανὰ καὶ τὸν Ἅγιο Βασίλειο, βλέπουμε τὰ περιβόλια τῆς Μονῆς καὶ τὴν βορειοδυτικὴ πτέρυγα μὲ τὰ πολύχρωμα σαχνισιὰ καὶ τοὺς ἐξώστες, καθὼς καὶ τὸν κοιμητηριακὸ ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου· προηγουμένως ἦταν ἀφιερωμένος στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους. Δίπλα στὴν εἴσοδο, στὸ περιβόλι, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος τοῦ 1620, ποὺ ἀνακαινίστηκε τὸ 1779, μὲ κομψότατο τροῦλλο καὶ τοιχογραφίες τοῦ Γεωργίου Μητροφάνοβιτς.
Ἡ κύρια εἴσοδος βρίσκεται στὴν βορειοανατολικὴ γωνία. Ἀπέναντί τῆς εἶναι τὸ κιόσκι καὶ μία ἐνδιαφέρουσα κρήνη. Ἡ εἴσοδος ἔχει προστῶο μὲ τοιχογραφίες σὲ δύο στρώματα καὶ μπαρὸκ διάκοσμο. Εἶναι καλά προστατευμένη καὶ ἔχει δύο πύλες. Τὸ ἡμιυπαίθριο διαβατικὸ τοῦ 1634 ὁδηγεῖ στὴν αὐλή. Ἰδιαίτερα ἀξιοπρόσεχτη εἶναι ἡ τοιχογραφία ποὺ εἰκονίζει Ἄγγελο νὰ κρατάει Εὐαγγέλιο, ῥομφαία, κοντάρι, σάλπιγγα, ἐνῶ ἱππεύει σὲ φτερωτό ἄλογο.
Ἡ αὐλή, εἶναι εὐρύχωρη καὶ σχηματίζει ἰσοσκελές τρίγωνο. Δεσπόζει τὸ Καθολικό, ποὺ βρίσκεται σὲ ἔκκεντρη θέση, κοντύτερα στὴν νότια πτέρυγα, καὶ τὰ δύο μεγαλοπρεπὴ αἰωνόβια κυπαρίσσια, ποὺ βρίσκονται ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ τῆς φιάλης. Τὰ κτητορικὰ αὐτὰ κυπαρίσσια, χρησιμοποιήθηκαν σὲ ἐποχὲς ἐπιδρομῶν γιὰ τὴν φύλαξη τῶν θησαυρῶν τοῦ σκευοφυλακίου, ποὺ τοποθετήθηκαν σὲ ῥαφάκια γύρω στὸν κορμό, μέσα στὸ πυκνό φύλλωμα.
Στὸ μέσο τῆς ἀνατολικῆς πτέρυγας, ὑψώνεται ὁ πύργος τοῦ Ἁγίου Σάββα. Ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πρῶτες προσθῆκες στὸν ὀχυρωματικὸ περίβολο ποὺ ἔκαναν οἱ κτήτορες καὶ ὁριοθετοῦσε τότε τὴν βορειοανατολικὴ γωνία τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος. Φαίνεται ὅτι τὸ ἀρχικό του ὕψος ἔφτανε μόνο τοὺς τέσσερις ὁρόφους. Τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ποὺ βρίσκεται στὸν πάνω ὅροφο, ἔχει τοιχογραφίες τοῦ 1683/4. Τὴν ἴδια περίοδο σκεπάστηκε μὲ στέγη ὁ περίδρομος γύρω στὶς ἐπάλξεις τοῦ πύργου. Ἡ σημερινὴ στέγη καὶ οἱ πεσσοί, εἶναι προσθῆκες τοῦ 17ου αἰῶνος. Ὁ πύργος, διασώζει πολλὰ στοιχεῖα τῆς ξυλοδομῆς, ποὺ ἀνάγονται στὴν περίοδο ἀπὸ τὸν 12ο ἕως τὸν 14ο αἰῶνα. Στὰ πλαίσια σωστικῆς ἐπέμβασης στὸν πύργο τὸ 1999, ἔγιναν ἀνασκαφές, ποὺ κατέδειξαν ὅτι ὁ πύργος εἶναι θεμελιωμένος σὲ ἐπικλινή, ἀσβεστολιθικὸ βράχο καὶ ὅτι ὑπῆρχε στὸν χῶρο αὐτὸ πόλισμα τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου. Ἀξιοπρόσεχτος εἶναι ὁ κεραμοπλαστικὸς διάκοσμος γύρω ἀπὸ τὰ παράθυρα τοῦ πύργου. Στὴν ἀνατολικὴ πτέρυγα, βρίσκεται ἐπίσης τὸ Κελλί τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ 12ου αἰῶνος, καὶ ἕνα αὐτοτελὲς τμῆμα μὲ κελλιὰ μοναχῶν, ὅπου διατηροῦνται κάποια κελλιὰ ἀπὸ τὸ 1598, ἐποχὴ ποὺ ἡ Μονὴ ἦταν ἰδιόῤῥυθμη καὶ διασώζουν τὸ ὑπερυψωμένο πατάρι, γιὰ τὸν ὑποτακτικὸ τοῦ Γέροντα. Στὴν πτέρυγα αὐτή, βρίσκονται ἐπίσης τὸ νέο εἰκονοφυλάκιο/ σκευοφυλάκιο/ βιβλιοθήκη καὶ τὸ καμπαναριό. Ὁ πύργος του εἶναι τετραώροφος. Οἱ δύο πάνω ὅροφοι εἶναι προσθήκη στοὺς δύο ὁρόφους τοῦ παλαιοῦ ἀμυντικοῦ πύργου, ποὺ ἀποτελοῦν τμῆμα τῆς ἀρχικῆς Μονῆς. Ἀνακαινίστηκε τὸ 1757 καὶ τὸ 1778. Στὸν πάνω ὅροφο, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Ῥίλας. Τὸ τμῆμα τῆς πτέρυγας νότια τοῦ καμπαναριοῦ, στεγάζει τὸ νοσοκομεῖο τοῦ 1646, μὲ μεταγενέστερες προσθῆκες. Δίπλα στὸ νοσοκομεῖο, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Σκέπης, ποὺ οικοδομήθηκε μὲ δαπάνες τοῦ ἀρχιμανδρίτη Γερασίμου καὶ ἔχει τοιχογραφίες τοῦ 1740 καὶ ξυλόγλυπτο ἐπίχρυσο τέμπλο τοῦ 1798.
Ἡ δυτικὴ πτέρυγα στεγάζει τὴν τράπεζα, τὸ παλαιό ἡγουμενεῖο ποὺ ἀνακαινίστηκε τὸ 1652, καὶ δίπλα τὰ παρεκκλήσια τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τοῦ 1779 καὶ τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ 1558.
Ἡ βορειοδυτικὴ πτέρυγα τοῦ 1821, περιλαμβάνει τὸ νέο ἀρχονταρίκι καὶ τὸ ἡγουμενεῖο. Ἐκεῖ βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου ποὺ ἔχει τοιχογραφίες.
Στὴν νότια πτέρυγα, ὑψώνεται ὁ πύργος τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἡ τοιχοποιΐα τοῦ ἐνισχύεται μὲ δώδεκα πεσσούς, τρεῖς ἀνὰ πλευρά. Πάνω ἀπὸ τοὺς πεσσούς, σειρὰ τόξων διατρέχει γύρω γύρω τὶς ὄψεις καὶ ἐξασφαλίζει μεγαλύτερο ἐμβαδὸν γιὰ τὸν πάνω ὅροφο τοῦ πύργου. Τὰ τόξα αὐτά, ὑποστηρίζουν ἕνα περιμετρικὸ τείχος ποὺ προστατεύει ἕναν σκεπαστὸ περίδρομο. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, εἶναι προσβάσιμοι πέντε ὅροφοι τοῦ πύργου. Τὰ θεμέλια τοῦ πύργου προχωροῦν σὲ βάθος ἑπτάμιση μέτρων κάτω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τοῦ ἰσογείου. Ἴσως ὑπῆρχε στέρνα, ἢ πιθανότερα πηγάδι. Ὁ Μπάρσκι, παρατηρεῖ ὅτι, κάποιοι ὅροφοι τοῦ πύργου χρησιμοποιοῦνταν ὡς χώροι ἐγκλεισμοῦ ἀπείθαρχων μοναχῶν. Στὸν πρῶτο ὅροφο σώζονται τμήματα τοιχογραφίας μὲ φυτικὸ διάκοσμο τοῦ 11ου μὲ 12ου αἰῶνος. Τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου εἶναι κατάγραπτο στὸ ἐσωτερικό του καὶ στὶς ἐξωτερικὲς ὄψεις ποὺ βλέπουν στὸν περίδρομο. Οἱ τοιχογραφίες, εἶναι τῆς Μακεδονικῆς Σχολῆς τοῦ α΄ μισοῦ τοῦ 13ου αἰῶνος, εἰκονίζουν σκηνὲς ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ ἄλλους Ἁγίους· ἐπιζωγραφίστηκαν τὸ 1684. Ἡ παροῦσα μορφὴ τοῦ παρεκκλησίου, προκύπτει ἀπὸ τὶς ἀνακαινίσεις ποὺ ἔκανε ὁ μητροπολίτης Ἐρζεγοβίνης Βασίλειος. Ὁ τροῦλλος, προστέθηκε τὸν 19ο αἰῶνα. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ τρούλλου, εἶναι ἔργο τοῦ 1851, τοῦ Ἕλληνα μοναχοῦ Γενναδίου. Τρία θωράκια τοῦ 11ου αἰῶνος, ἔχουν ἐνσωματωθεῖ στὸ δάπεδο. Πλάϊ στὸν πύργο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, βρίσκεται νεότερος πύργος τοῦ 1784.
Ἀνάμεσα στὰ κτητορικὰ κυπαρίσσια, βρίσκεται ἡ φιάλη. Χτίστηκε τὸ 1784. Ὁ θόλος, στηρίζεται σὲ ὀκτὼ κίονες. Ἀνακαινίστηκε καὶ τοιχογραφήθηκε τὸ 1864 ἀπὸ τὸν ζωγράφο Μακάριο τῶν Γαλατσιανῶν. Οἱ τοιχογραφίες εἰκονίζουν σκηνὲς σχετικές μὲ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ μπαρὸκ διάκοσμός της θυμίζει τὸν ἀντίστοιχο στὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας.
Ἀνατολικὰ τῆς φιάλης, μπροστὰ στὸν πύργο τοῦ Ἁγίου Σάββα, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων. Εἶναι αὐτοτελὲς κτίσμα ποὺ χτίστηκε στὰ μέσα τοῦ 14ου αἰῶνος καὶ κατὰ τὴν παράδοση συνδέεται μὲ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ κράλη Στέφανου Δουσάν, τὸ 1347. Οἱ τοιχογραφίες του ἔγιναν γύρω στὸ 1370 καὶ συγγενεύουν μὲ ἐκεῖνες στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Γενεθλίου τοῦ Προδρόμου στὴν Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Σεῤῥῶν, ἐκεῖ ὅπου ὁ σαρανταπεντάχρονος Μιλούτιν νυμφεύτηκε τὴν δωδεκάχρονη βασιλόπαιδα Σιμωνίδα. Ἰδιαίτερα ἀξιόλογη εἶναι ἡ παράσταση τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ.
Τὸ Καθολικό, εἶναι ἀφιερωμένο στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Ἀρχικά, ἦταν στὸ κέντρο τῆς αὐλῆς· ἡ σημερινὴ ἔκκεντρη θέση του οφείλεται στὴν ἐπέκταση τῆς Μονῆς πρὸς βοῤῥά. Ἡ κάτοψή του ἀνάγεται στὴν ἐποχὴ τῆς ἀνοικοδόμησης τῆς Μονῆς, τὸν 12ο αἰῶνα. Τὸ Καθολικό, χτίστηκε ξανά στὴν ἴδια θέση καὶ διαστάσεις τὸ 1293 ἀπὸ τὸν Μιλούτιν. Ἔχει τέσσερις τρούλλους καὶ εἶναι μολυβδοσκέπαστο. Οἱ ὄψεις του χαρακτηρίζονται ἀπὸ περίκλειστη ἰσόδομη λιθοδομή, μαρμάρινα θυρώματα, δίλοβα παράθυρα καὶ κεραμοπλαστικὸ διάκοσμο. Ἐντοιχισμένα στὴν βόρεια ὄψη εἶναι ἕνα λιθανάγλυφο μὲ ἐξαπτέρυγα καὶ ἕνα ἄλλο σταυρόσχημο μαρμαροθέτημα. Στὴν νότια ὄψη, εἶναι ἐντοιχισμένο ἀνάγλυφο ἀπὸ πορφυρὸ μάρμαρο ποὺ εἰκονίζει ἱπποτικὴ περικεφαλαία, θυρεὸ τοῦ κνιὰζ Λαζάρου. Ἐξωνάρθηκας, λιτή, καὶ κυρίως ναός, εἶναι σὲ κλιμακωτὰ ἐπίπεδα.
Ὁ ἐξωνάρθηκας, εἶναι ἰδιαίτερα φωτεινός. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1803 εἶναι ἔργο τῶν Γαλατσιανῶν ζωγράφων Βενιαμὶν καὶ Ζαχαρία. Εἰκονίζονται μαρτύρια Ἁγίων καὶ συχνὰ ἀναφέρεται ἡ ἡμερομηνία λειτουργικῆς του μνήμης. Στοὺς τρούλλους εἰκονίζονται μηνολόγια· Μαρτίου γύρω ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ, Ἀπριλίου γύρω ἀπὸ τὴν περιστερά. Εἰκονίζονται ἐπίσης ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ Ἁγία Ὄλγα, ὁ κράλης Ἅγιος Στέφανος ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὁ κνιὰζ Λάζαρος καὶ ὁ κράλης Μιλούτιν, ὡς κτήτορες. Τὸ γεγονός ὅτι εἰκονίζονται ἐθνικοὶ ἥρωες τῶν Σέρβων πρὶν ἁγιοποιηθοῦν ἐπισήμως, ἀντανακλᾶ τὸ κλίμα τῆς ἐθνικῆς ἀφύπνισης ποὺ ἐπικρατοῦσε τὴν ἐποχὴ τῆς ἁγιογράφησης.
Ἡ λιτή, εἶναι κατάγραπτη. Πολλὰ ὀνόματα Ἁγίων εἶναι γραμμένα στὰ ἑλληνικά, ἐνῶ στὰ εἰλητάρια ποὺ κρατοῦν, τὸ κείμενο εἶναι στὰ σλαβονικά. Οἱ επιγραφές ἔχουν συχνά ἔκδηλο διδακτικὸ χαρακτῆρα· ἡ ἐπιγραφὴ στὴν παράσταση τοῦ Ἁγίου Ῥωμύλου, π.χ., πληροφορεῖ ὅτι τὸ λείψανό του εἶναι κατατεθειμένο στὴν Μονὴ Ῥεβάνιτσας στὴν Σερβία. Στὸν δυτικὸ τοῖχο, στὸ ὑπέρθυρο τῆς πόρτας, εἰκονίζεται τὸ κτητορικὸ χρυσόβουλλο τοῦ Μιλούτιν, ὁ ὁποῖος εἰκονίζεται πάνω ἀπὸ τὸ ὑπέρθυρο μαζί μὲ τὸν αὐτοκράτορα Παλαιολόγο. Ἐκεῖ φυλάσσεται τὸ λάβαρο ποὺ δώρησε στὴν Μονή, ὁ βασιλέας Ἀλέξανδρος Α΄ κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του.
Τρεῖς εἴσοδοι ὁδηγοῦν στὸν κυρίως ναό. Ἡ δεξιά, ὁδηγεῖ στὴν ἀργυεπίχρυση σαρκοφάγο τοῦ Ἁγίου Συμεών· ἡ ἀρχικὴ ξύλινη σαρκοφάγος βρίσκεται στὸ σκευοφυλάκιο. Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ εἴσοδο, κάτω ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Γλυκοφιλούσας τῆς Πελαγονίτισσας ποὺ κρατάει ἕνα ανήσυχο θεῖο Βρέφος, φυλάσσονται τὰ ὀστὰ τοῦ πεθερού τοῦ Καίσαρ Βόιχνα καὶ τοῦ μικροῦ γιοῦ τοῦ Ἰωάννου Οὐγγλέση. Τὰ θυρόφυλλα τῆς κεντρικῆς εἰσόδου τοῦ 16ου αἰῶνος ἀπὸ τὴν λιτὴ στὸν κυρίως ναό, φέρουν διάκοσμο ἀπὸ ἐλεφαντόδοντο. Στὸ σκευοφυλάκιο, φυλάσσονται τὰ θυρόφυλλα τῆς Βασιλικῆς πύλης τοῦ παλαιοῦ Καθολικοῦ τοῦ 12ου αἰῶνος. Μέσα στὰ χρυσὰ πλαίσια βρίσκονταν εἰκόνες ποὺ ἔχουν χαθεῖ. Στὰ πάνω δύο εἰκονίζονται οἱ Προφῆτες Δαβίδ καὶ Σολομών· στὰ μεσαία ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ καὶ ἡ Θεοτόκος· στὰ κάτω ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἀνάλογες παραστάσεις βρίσκουμε καὶ στὸ Πρωτάτο. Στὴν Μονή, σώζεται παραπέτασμα τῆς Βασιλικῆς πύλης τοῦ 1555, δῶρο τοῦ τσάρου τῆς Ῥωσσίας Ἰβὰν τοῦ Τρομεροῦ. Ὁ κυρίως ναός, εἶναι φωτεινὸς καὶ κατάγραπτος. Οἱ τοιχογραφίες, ἀκολουθοῦν τὴν Μακεδονική Σχολή, εἶναι ἔργο τῶν ζωγράφων Εὐτυχίου καὶ Μιχαήλ. Κρίνοντας ἀπὸ τὴν ἡλικία ποὺ ἔχει ὁ Μιλούτιν σὲ μία ἀπὸ τὶς τοιχογραφίες, πρέπει νὰ ἔγιναν γύρω στὸ 1319. Πολλές τοιχογραφίες ἐπιζωγραφίστηκαν τὸ 1804. Οἱ τοιχογραφίες τῶν χορῶν ἔχουν καθαριστεῖ. Ἐξαιρετική παράσταση τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων Δημητρίου καὶ Προκοπίου κοσμεῖ τὸν νότιο χορό. Ἰδιαίτερα ἀξιόλογο εἶναι τὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο τοῦ 1774. Στὸ προσκυνητάρι, στὸν δεξιὸ ἀνατολικὸ κίονα, βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Στὸ διπλανὸ προσκυνητάρι, βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου. Ἡ μεγαλογράμματη ἐπιγραφὴ γύρω στὴν ἐπίστεψη τοῦ προσκυνηταρίου, γράφει: Ἔνδον τρέφει σὲ Γαβριὴλ ναοῦ Κόρη ἥξει δὲ μικρὸν καὶ τὸ χαῖρέ σοι λέγων. Στὸ προσκυνητάρι, στὸν ἀριστερὸ ανατολικὸ κίονα, βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων Σάββα καὶ Συμεών. Στὸν ἀριστερὸ δυτικό κίονα βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου ποὺ φέρει ὀγκώδη καὶ ἀνάγλυφη ἐπένδυση. Στὸν ἀπέναντι κίονα, δεξιά, πλάϊ στὸν δεσποτικό θρόνο, βρίσκεται ἡ ἐφέστια εἰκόνα τῆς Μονῆς, ἡ Παναγία Τριχερούσα. Πρόκειται γιὰ ἀμφιπρόσωπη εἰκόνα ποὺ φέρει παράσταση τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ πίσω μέρος της. Τὴν ἔφερε ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη ὁ Ἅγιος Σάββας καί, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, εἶναι ἐκείνη ποὺ θαυματουργικῶς ἀποκατέστησε τὸ χέρι τοῦ ὑπερμάχου τῶν εἰκόνων Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅταν τοῦ τὸ ἀπέκοψε ὁ χαλίφης μετὰ ἀπὸ διαβολὲς τῶν εικονομάχων. Ἀπὸ εὐγνωμοσύνη, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς ἀφιέρωσε τὸ χέρι ποὺ φαίνεται μὲ ἀργυεπίχρυση ἐπένδυση στὸ κάτω ἀριστερό μέρος τῆς εἰκόνας. Τὴν εἰκόνα, τιμοῦσαν ἰδιαίτερα στὴν πόλη τῶν Σκοπίων, ποὺ ἦταν τότε πρωτεύουσα τοῦ σερβικοῦ κράτους. Μεταφέρθηκε στὴν Μονὴ μὲ θαυματουργικὸ τρόπο. Ἀξιοπρόσεχτη εἶναι ἡ παράσταση τοῦ Χριστοῦ σὲ μία εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ὅπου τὸ θεῖο Βρέφος εἰκονίζεται φορώντας γιλέκο ἀντὶ γιὰ ἱμάτιο, μὲ τὰ μαλλιά του χτενισμένα σὲ πυκνούς βοστρύχους.
Στὴν νότια ὄψη τοῦ Καθολικοῦ, φυτρώνει θαυματουργικῶς τὸ κλῆμα τοῦ Ἁγίου Συμεών, ποὺ φτάνει μέχρι τὸ στέγαστρο τῆς στέρνας, τοῦ 1682, τὸ ὁποῖο στηρίζεται σὲ πεσσοὺς καὶ κίονες. Τὰ ἁγιασμένα σταφύλια του θεραπεύουν τὴν στειρότητα τῶν γυναικῶν καὶ τὴν ἀτεκνία, σὲ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Ἅγιος Συμεών απέκτησε τὸν γιο τοῦυ Ῥάτσκο σὲ μεγάλη ἡλικία μετὰ ἀπὸ πολλὲς προσευχές. Πίσω ἀπὸ τὸ κιόσκι στὰ ἀνατολικά, βρίσκεται τὸ πηγάδι τοῦ Ἁγίου Συμεὼν μὲ ξύλινα μάγκανα. Ἀνακαινίστηκε τὸν 18ο αἰῶνα καὶ ὁ ὅροφος προστέθηκε τὸ 1812. Οἱ κολόνες τοῦ ὑπόστεγου τοῦ πηγαδιοῦ, προέρχονται ἀπὸ τὸ παλαιὸ Καθολικὸ ποὺ ἔκτισε ὁ Ἅγιος Σάββας καὶ ἴσως ἀρχικὰ νὰ ἀνῆκαν σὲ εἰδωλολατρικὸ ἱερὸ τῆς Σαμάρειας.
Πάνω ἀπὸ τὸ πηγάδι, δίπλα στὸ καμπαναριό, βρίσκεται τὸ παλαιό Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Συμεών, ὅπου πρόσφατα ἐγκαινιάστηκε παρεκκλήσιό του.
Ὑπάρχουν παρεκκλήσια στὶς πτέρυγες. Ἐννέα ἔχουν τοιχογραφίες μεταξὺ τῶν ἐτῶν 13ου καὶ 18ου αἰῶνος. Τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, δὲν ἔχει τοιχογραφίες, ἔχει ὅμως ἀξιόλογες φορητές εἰκόνες καὶ βημόθυρα τοῦ 1623. Στὴν νότια πτέρυγα βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας, μὲ μπαρὸκ διάκοσμο.
Ἡ τράπεζα, εἶναι ἐνσωματωμένη στὸ ἰσόγειο τῆς δυτικῆς πτέρυγας, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Καθολικό. Χτίστηκε τὸ 1293. Ἡ κάτοψή της σχηματίζει ὀρθογώνιο μὲ κόγχες στὶς δύο στενότερες πλευρές. Στὴν βόρεια κόγχη εἰκονίζεται ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος· στὴν νότια κόγχη εἰκονίζεται ἕνας Ἄγγελος. Στοὺς πλευρικοὺς τοίχους εἰκονίζονται ἀσκητές, σκηνὲς ἀπὸ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο καὶ ἀπὸ τὸν βίο τοῦ Χριστοῦ. Οἱ περισσότερες τοιχογραφίες εἶναι τοῦ Σέρβου ζωγράφου μοναχοῦ Γεωργίου Μητροφάνοβιτς τοῦ 1622. Πρόσφατα ἦρθαν στὸ φῶς ἀξιόλογες βυζαντινές τοιχογραφίες τοῦ 14ου αἰῶνος. Τὰ ξύλινα τραπέζια ἀντικατέστησαν στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος τὰ μαρμάρινα. Σώζεται ἄθικτο στὴν ἀρχική του θέση τὸ μαρμάρινο τραπέζι τοῦ ἡγουμένου. Ὁ ἄμβωνας εἶναι ξύλινος καὶ μικρὸς. Ἡ ὁροφή, προστέθηκε τὸν 17ο αἰῶνα, εἶναι καφασωτὴ μὲ πολύχρωμο ξύλινο διάκοσμο. Στὸ κέντρο της βρίσκεται ἀξιόλογη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ὁροφή, κρύβει μία ἐξαιρετικὴ τοιχογραφία τῆς Θυσίας τοῦ Ἀβραάμ, στὸν βόρειο τοῖχο.
Ἡ βιβλιοθήκη, βρίσκεται μαζὶ μὲ τὸ σκευοφυλάκιο καὶ τὸ εἰκονοφυλάκιο, στὴν ἀνατολικὴ πτέρυγα. Περιλαμβάνει ἐννιακόσιους ἐνενήντα χειρόγραφους κώδικες, ὀκτακόσιους ἐννέα σλαβονικούς, καὶ ἑκατὸν ὀγδόντα ἕνα ἑλληνικούς· σαράντα ἑπτὰ εἶναι περγαμηνοί, καὶ οἱ υπόλοιποι χαρτῶοι. Φυλάσσονται ἐπίσης ἑπτὰ εἰλητάρια στὰ ἑλληνικά, καὶ πέντε στὰ σλαβονικά. Πολλὰ χειρόγραφα ἔχουν διακοσμητικὰ κεφαλογράμματα. Σημαντικος γιὰ τὶς μικρογραφίες του εἶναι ὁ κώδικας τοῦ Βίου Ἰωσήφ, τοῦ 16ου αἰῶνος. Τὸ τμῆμα τῶν ἔντυπων βιβλίων βρίσκεται στὴν νότια πτέρυγα. Τὸ ἀρχεῖο, περιλαμβάνει ἀνεκτίμητους θησαυρούς· περισσότερα ἀπὸ ἑκατὸν ἑξήντα πέντε βυζαντινὰ χρυσόβουλλα καὶ ἑκατὸν ἑξήντα σερβικά, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὰ κτητορικὰ χρυσόβουλλα τῆς Μονῆς.
Τὸ εἰκονοφυλάκιο, βρίσκεται στὸν 2ο ὅροφο τῆς ἀνατολικῆς πτέρυγας. Ἡ συλλογὴ εἰκόνων, περιλαμβάνει πολλὲς ἀπὸ τὴν Βυζαντινή ἐποχή, σὲ ἐξαιρετικὴ κατάσταση. Ἰδιαίτερα ἀξιόλογες εἶναι δύο εἰκόνες τῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας· ἡ μία εἶναι ψηφιδωτὴ τοῦ 12ου αἰῶνος καὶ σὲ αὐτὴν παρέδωσε τὸ πνεύμα τοῦ ὁ Ἅγιος Συμεών, ἡ ἄλλη εἶναι τοῦ 13ου αἰῶνος. Ἐπίσης σημαντικὲς εἶναι οἱ εἰκόνες τοῦ Παντοκράτορος καὶ τῆς Παναγίας Ἐλεούσης τοῦ 13ου αἰῶνος, ἡ ἀμφιπρόσωπη εἰκόνα μὲ τὴν Παναγία Ἀβραμιώτισσα καὶ τὸν Προφήτη Ἠλία τοῦ 14ου αἰῶνος, ἡ εἰκόνα τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου ἀπὸ τὸ τέμπλο τοῦ Καθολικοῦ τοῦ Μιλούτιν τῶν ἀρχῶν τοῦ 14ου αἰῶνος καὶ ἔξοχο δεῖγμα παλαιολόγειας τέχνης, οἱ εἰκόνες τῶν Εὐαγγελιστῶν, τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, τοῦ Προδρόμου, τῶν Ἀρχαγγέλων, τῶν Ἁγίων Πέντε Μαρτύρων καὶ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος τοῦ 13ου αἰῶνος. Ἐντυπωσιάζει ἡ ἀμφιπρόσωπη εἰκόνα τῆς Θεοτόκου μὲ τὸν Ἅγιο Σάββα τοῦ 14ου αἰῶνος, ἔργο άγνωστου Σέρβου καλλιτέχνη, γιὰ τὸν τολμηρὸ τρόπο ποὺ ἀποδίδει τὸ πρασινωπὸ φόντο. Ὑπάρχει ἐπίσης, ἐργαστήριο συντήρησης εἰκόνων.
Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου περιλαμβάνουν εἴκοσι ἔξι Κελλιά· δύο εἶναι στὴν περιοχή τῆς Μονῆς, τὰ υπόλοιπα γύρω στὶς Καρυές. Ἱστορικὸ εἶναι τὸ Τυπικαριὸ τοῦ Ἁγίου Σάββα στὶς Καρυές καὶ τὸ Κελλὶ Πατερίτσα πέριξ τῶν Καρυῶν.
Μετόχια τῆς Μονῆς ἀναφέρονται στὴν Χαλκιδική, στὴν Θεσσαλονίκη, στὴν Θάσο, στὴν Σμύρνη, στὴν Σερβία. Σώζονται τὰ μετόχια τῆς Κουμίτσας –τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τῆς Κομιτίσσης- καὶ τὸ δάσος τοῦ Κάκαβου μὲ καστανιὲς καὶ βελανιδιές, κοντά στὴν Ἱερισσό.
***
Ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ ἀρσανὰ τῆς Μονῆς, στρίβουμε δεξιὰ καὶ ἀκολουθοῦμε τὸν δρόμο πρὸς Μονὴ Ἐσφιγμένου, ποὺ περνάει ἀνάμεσα στοὺς λόφους τῆς Σαμάρειας καὶ τῆς Γριμποβίτσας. Τὸν 14ο αἰῶνα, λειτουργοῦσε στὴν περιοχὴ τῆς Σαμάρειας ἄτυπη σκήτη. Ἐκεῖ μόναζε ὁ μοναχὸς Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρός, κατεξοχὴν πολέμιος τῶν ἡσυχαστῶν, τὴν ἐποχὴ ποὺ στὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου ἡγούμενος ἦταν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὑπέρμαχος καὶ ἀπολογητῆς τοῦ Ἡσυχασμοῦ.
***
Μονοπάτια/Δρόμοι:
Μονοπάτι Χιλανδαρίου-Μονὴ Ζωγράφου: 10χλμ., 2 ώρες καὶ 30 λεπτά, διαδρομὴ πολύ ὡραία, σχετικά εὔκολη, ὄχι πάντα βατή.
Μονοπάτι Χιλανδαρίου-Ἐσφιγμένου: 5 χλμ., 1 ὥρα, διαδρομὴ ὡραία, ἄνετη, βατή.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου