Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025

ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ

 

Ἡ Μονὴ Ἐσφιγμένου, εἶναι χτισμένη στὸν μυχὸ ἑνὸς ὑπήνεμου ὅρμου, στὴν βορειοανατολικὴ ακτή. Τὰ θεμέλιά της βρέχονται κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὰ κύματα. Τὸ κτηριακό της συγκρότημα καταλαμβάνει ὅλη τὴν στενή, πεδινὴ ἔκταση ποὺ σχηματίζεται ἀνάμεσα σὲ τρεῖς λόφους· Ζωοδόχου Πηγῆς στὰ ἀνατολικά, Γριμποβίτσα στὰ νότια καὶ Σαμάρεια στὰ δυτικά. Ἡ κάτοψή της σχηματίζει τετράπλευρο. Οἱ πτέρυγες εἶναι τετραώροφες. Ἀπὸ τὴν πρόσοψη πρὸς τὴν θάλασσα ἀπουσιάζουν ἐξώστες, ἁπλωταριὲς καὶ σαχνισιά, γιὰ λόγους ἀσφαλείας, καὶ τὰ στενὰ παράθυρα θυμίζουν πολεμίστρες, γεγονὸς ποὺ δίνει μία ἀναπάντεχη αὐστηρότητα καὶ ἐνδοστρέφεια στὸ μοναστηριακὸ συγκρότημα. Ὁ ὀχυρωματικὸς χαρακτῆρας τῆς Μονῆς τονίζεται καὶ γίνεται ακόμα πιὸ ἔντονος ἐξαιτίας τῶν ἀμυντικῶν πύργων ποὺ εἶναι ἐνσωματωμένοι στὴν βόρεια πτέρυγα. Ἡ ὁριζόντια διάσταση τῆς Μονῆς διακόπτεται ἀπὸ τοὺς πύργους καὶ ἀπὸ τὸν πύργο τοῦ καμπαναριοῦ στὴν νότια πτέρυγα. Οἱ στέγες ὅλων τῶν πτερύγων εἶναι σκεπασμένες μὲ κεραμίδια· πάνω στὶς στέγες προβάλλουν πολλοὶ τροῦλλοι παρεκκλησίων. Ἡ Μονή, ἔχει πολλούς πύργους ποὺ προβάλλουν πάνω ἀπὸ τὸν ὀχυρωματικὸ περίβολο. Ὁρισμένοι ἀπὸ τοὺς παλαιότερους δὲν ἔχουν ἐπίστεψη. Οἱ νεότεροι πύργοι χρονολογοῦνται ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος, ὅταν ἡ Μονὴ ἐπεκτάθηκε πρὸς τὰ ἀνατολικά. Ὁ παραθαλάσσιος πύργος εἶναι ἀξιόλογος γιὰ τὸ μέγεθός του καὶ φέρει διπλὴ σειρὰ καταχυστρῶν.

***

Ἡ παράδοση, ἀνάγει τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς στὸν 5ο αἰῶνα καὶ θεωρεῖ κτήτορες τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ καὶ τὴν ἀδελφή τοῦ Πουλχερία. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἡ ἀρχικὴ Μονὴ βρισκόταν μισό χιλιόμετρο δυτικὰ τῆς σημερινῆς καὶ καταστράφηκε ἀπὸ κατακρήμνιση βράχων. Οἱ πιὸ πρώϊμες ἱστορικές μαρτυρίες γιὰ τὴν Μονή, ἀνάγονται στὰ τέλη τοῦ 10ου  μὲ ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰῶνος· ἐπιστολὴ τοῦ Ὁσίου Παύλου τοῦ Ξηροποταμινοῦ τοῦ 1016, διαθήκη τοῦ μοναχοῦ Δημητρίου τοῦ μονυδρίου τοῦ Χαλκέως τοῦ 1030, καὶ Τυπικὸ τοῦ Κωνσταντίνου Μονομάχου τοῦ 1046, ὅπου ἡ Μονὴ ἐμφανίζεται νὰ κατέχει τὴν 5η θέση στὴν ἱεραρχία τῶν τότε Μονῶν. Ἀναφέρεται ἐπίσης ἔγγραφο στὴν Μονὴ Βατοπεδίου τοῦ 998 ποὺ μνημονεύει τὴν Μονὴ Ἐσφαγμένου. Ἴσως αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ πιθανότερη προέλευση τῆς ὀνομασίας τῆς Μονῆς, τὴν ὁποία ἄλλοι μελετητές ἀποδίδουν στὸν στενό χῶρο μεταξὺ τῶν λόφων ἢ σὲ κάποιον μοναχό ποὺ ἦταν: μονοχίτων σχοινίῳ σφιγκτῷ ἐζωσμένος.

Ἡ Μονή, γνώρισε μεγάλη ἀκμὴ στὴν περίοδο ἀπὸ τὸ β΄ μισὸ τοῦ 13ου ἕως τὸ α΄ μισὸ τοῦ 16ου αἰῶνος. Στὴν ἀκμή, συνέβαλαν μὲ δωρεὲς καὶ χορηγίες ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Ε΄ Παλαιολόγος, ὁ κράλης τῆς Σερβίας Στέφανος Δουσάν, καθὼς καὶ ὁ Σέρβος ἡγεμόνας Μπράνκοβιτς. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, μόνασαν ἐκεῖ, ὁ μετέπειτα οἰκουμενικὸς πατριάρχης Ἀθανάσιος, ποὺ ἀνέλαβε τὸ δύσκολο ἔργο τῆς ἐπιβολῆς τάξης στὴν Ἐκκλησία μετὰ τὸν λατινόφρονα πατριάρχη Βέκκο καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, μεγάλη μορφή τοῦ Ἡσυχασμοῦ καὶ ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Λόγω τῆς θέσης της, ἡ Μονή, λεηλατήθηκε ἐπανειλημμένως ἀπὸ πειρατές. Ὑπέστη ἐπίσης ζημιὲς ἀπὸ πυρκαγιὲς τὸν 14ο αἰῶνα. Πυρπολήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1533. Οἱ καταστροφές αὐτές, ὁδήγησαν στὴν ἐρήμωσή τῆς, καὶ οἱ γειτονικὲς Μονὲς Χιλανδαρίου καὶ Ζωγράφου, καταπάτησαν τὴν κτηματικῆ της περιουσία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ξεκινήσουν μακρόχρονες δικαστικὲς προσφυγές. Στὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος, ἡ Μονή, κατόρθωσε νὰ ἀνασυγκροτηθεῖ καὶ νὰ ἀνοικοδομηθεῖ, χάρη σὲ προσόδους ἀπὸ ἐράνους στὴν Ῥωσσία καὶ στὶς παραδουνάβιες ἡγεμονίες.

Τὸ 1746, ἡ Μονή, πούλησε στὴν Μονὴ Ζωγράφου τὸν ἀρσανὰ τῆς Γιοβάνιτσας, τὸν ὁποῖο κατεῖχε ἀπὸ τὸ 1528. Τὸν 18ο αἰῶνα, τὴν Μονή, βοήθησαν μὲ γενναιόδωρες δωρεές, ὁ μητροπολίτης Μελενίκου Γρηγόριος, ποὺ μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸν θρόνο μόνασε ἐκεῖ ὡς μοναχὸς Γεράσιμος, καὶ ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Δανιήλ, ὁ ὁποῖος τὴν ἐπανέφερε στὸ κοινοβιακὸ σύστημα. Ἡ μετατροπή της σὲ κοινοβιακή, ἀναγνωρίστηκε μὲ σιγίλλιο τοῦ πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ τοῦ 1797, ὁ ὁποῖος συνέβαλε ἐπίσης στὴν ἀνοικοδόμησή της. Σημαντικότατη ὑπῆρξε ἡ συμβολὴ σειρᾶς ἡγουμένων –Ἀκάκιος, Εὐθύμιος, Θεοδώρητος, Ἀγαθάγγελος- στοὺς ὁποίους ὀφείλονται ὅλες οἱ σημερινὲς κτηριακὲς ἐγκαταστάσεις. Διάδοχος τοῦ Ἀγαθαγγέλου στὴν ἡγουμενία ἦταν ὁ Λουκᾶς, ποὺ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του λειτούργησε στὴν Μονὴ σχολὴ ἁγιογραφίας.  Τὸ 1821, κήρυξε στὴν Μονὴ τὴν Ἐπανάσταση ὁ Ἐμμανουὴλ Παπᾶς, καὶ ἡ Μονὴ ὑπέστη μεγάλες καταστροφὲς ἀπὸ τὰ τουρκικὰ στρατεύματα κατοχῆς.

Ἐδῶ καὶ περίπου πενήντα χρόνια, ἡ παροῦσα, παράνομη, συνοδεῖα τῆς Μονῆς, βρίσκεται στὸ κέντρο τοῦ θορύβου τῆς ἐπικαιρότητας. Τὰ πανὸ μὲ τὸ σύνθημα: Ὀρθοδοξία ἢ Θάνατος, ποὺ εἶναι ἁπλωμένα σὲ περίοπτη θέση, σηματοδοτοῦν τὴν ἀντίθεση τῆς ζηλωτικῆς συνοδείας στὴν συνάντηση ποὺ ἔγινε τὸ 1964 στὴν Κωνσταντινούπολη μεταξὺ τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη Ἀθηναγόρα Α΄ καὶ τοῦ πάπα Ῥώμης Παύλου Στ΄ καὶ ὁδήγησε στὴν ἁμοιβαῖα ἄρση τοῦ ἀναθέματος μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου καὶ τῆς Ῥωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τότε, ἡ συνοδεῖα ἀρνεῖται νὰ μνημονεύει, ὡς ὀφεῖλει, τὸ ὄνομα τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη σὲ ἀκολουθίες καὶ λειτουργίες, ἀπέχει ἀπὸ τοὺς διοικητικοὺς θεσμοὺς τῆς ἀθωνικῆς πολιτείας καὶ δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἰσχὺ τῶν ἀποφάσεών τους. Στὴν στάση τῆς αὐτή, ἡ συνοδεῖα ἔχει τὴν συνδρομὴ τῶν ἁπανταχοῦ Παλαιοημερολογιτῶν, καθὼς καὶ ἀντιπατριαρχικών κύκλων. Ἀρχὲς τοῦ 2003, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο κήρυξε τὴν συνοδεῖα τῆς Ἐσφιγμένου ἀμετανόητα σχισματική, καὶ κινήθηκαν οἱ διαδικασίες ποὺ προβλέπει ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση σχισματικῶν, μὴ Ὀρθοδόξων, ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐπίσης, διορίστηκε νέα ἀδελφότητα τῆς Μονῆς, ὑπὸ τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Χρυσοστόμου, τοῦ Κελλιοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου τῶν Κατσουλιέρηδων, καὶ ποὺ διαμένει προσωρινὰ στὸ Κονάκι τῆς Μονῆς στὶς Καρυές, καθὼς οἱ καταληψίες ἀρνοῦνται νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν Μονή

Στὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου μόνασαν, ἐκτὸς τοῦ πατριάρχη Ἀθανασίου καὶ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος διετέλεσε καὶ ἡγούμενός της ἐπὶ τριετίας, λαμπροὶ ἡγούμενοι, ὅπως οἱ Ἀκάκιος, Ἄνθιμος, Ἀγαθάγγελος, Λουκᾶς καὶ Σωφρόνιος. Στὴν Μονή, ἐκάρη μοναχός ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος Πετσέρσκι. Σὲ σπήλαιο τοῦ λόφου τῆς Σαμάρειας, ἀσκήτεψε ὁ Ὅσιος Δαμιανὸς ὁ Ἐσφιγμενίτης. Ἐγκαταβίωσαν ἐπίσης στὴν Μονή, οἱ Νεομάρτυρες· Εὐθύμιος Ἰβηροσκητιώτης ποὺ μαρτύρησε τὸ 1814 στὴν Κωνσταντινούπολη, Ἀγαθάγγελος ὁ τραπεζάρης ποὺ μαρτύρησε τὸ 1819 στὴν Σμύρνη, καὶ Τιμόθεος ποὺ μαρτύρησε τὸ 1820 στὴν Ἀδριανούπολη, καθὼς καὶ ὁ ἁλείπτης του, ἱεροκήρυκας Γερμανός. Μόνασε ἐπίσης ἐκεῖ καὶ διετέλεσε ἡγούμενος ὁ Γεράσιμος Σμυρνάκης. Ἦταν ἀξιωματικὸς τοῦ ἱππικοῦ, ἐγκατέλειψε τὴν στρατιωτική του καριέρα καὶ ἐκάρη μοναχός τὸ 1888. Χειροτονήθηκε ἱερομόναχος καὶ χρημάτισε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου κατὰ τὰ ἔτη 1906-1908. Τὸ ὀγκῶδες ἔργο του: Τὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1903, ὁλοκληρώνει μία σειρὰ ἔργων ποὺ ξεπερνοῦν τοὺς προσκυνηματικοὺς ὁδηγοὺς μεμονωμένων Μονῶν καὶ ἐπιδιώκουν μία συνολικὴ θεώρηση τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ. Τὸ ἔργο, συνοδεύεται ἀπὸ χάρτη ποὺ συνέταξε ὁ ἴδιος καὶ ἀποτελεῖ ὁρόσημο, ἀστείρευτο ταμιευτῆρα πληροφοριῶν καὶ γνώσεων γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τεκμηριωμένη καὶ λεπτομερὴ καταγραφὴ τῶν πανσλαβιστικῶν ἐπιδιώξεων καὶ τῶν διαπλοκῶν ποὺ ἦταν τότε σὲ ἔξαρση στὸν Ἄθω.

Στὴν Μονή, φυλάσσονται· τμῆμα τοῦ σπόγγου τῆς Σταύρωσης, τμῆμα τῆς Ἐσθήτας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, αἷμα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τὸ ἀριστερὸ πέλμα τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς, καθὼς καὶ λείψανα· τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου Βεῤῥοίας, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καθὼς καὶ οἱ κάρες· τοῦ Ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Πέρσου καὶ τοῦ Ἁγίου Παρθενίου. Φυλάσσεται ἐπίσης ἡ κνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἀγαθαγγέλου τοῦ Ἐσφιγμενίτη. Δὲν ὑπάρχει τὸ κομμάτι ἀπὸ τὰ ματωμένα ἄμφια τοῦ Ἁγίου Τιμοθέου τοῦ Ἐσφιγμενίτη ποὺ ἀναφέρουν οἱ Συναξαριστές.

***

Ἡ κύρια εἴσοδος τῆς Μονῆς, βρίσκεται στὴν νότια πτέρυγα. Ἔχει προστῶο, ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸν πύργο τοῦ 1854, ποὺ στὸν τρίτο του ὅροφο στεγάζει τὸ καμπαναριό. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ προστώου τοῦ 1861 εἰκονίζουν τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, Προφῆτες καὶ μορφές ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Οἱ μορφὲς εἶναι ὀγκῶδεις καὶ δύσκαμπτες. Τονίζεται ὁ στρατιωτικὸς χαρακτῆράς τους. Ὁ Σαμψὼν ποὺ παλεύει μὲ τὰ λιοντάρια, φέρνει στὸν νοῦ λαϊκὲς εἰκόνες παλαιστῶν τύπου Κουταλιανοῦ. Κατὰ σύμπτωση, Κουταλιανὸς ἦταν τὸ οἰκογενειακὸ ὄνομα τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ἀνθίμου, ὁ ὁποῖος ἀναγορεύθηκε οἰκουμενικὸς πατριάρχης ὡς Ἄνθιμος Στ΄. Στὴν δεξιὰ πλευρά, ἀσυνήθιστη τοιχογραφία, εἰκονίζει τὸν πορτάρη μοναχό νὰ δίνει ἐλεημοσύνη σὲ ἕνα ζεύγος μοναχῶν. Ἡ ἀπεικόνιση τοῦ ζεύγους, μὲ τὴν ἀναπάντεχη γυναικεῖα παρουσία, ἀποτελεῖ ἴσως τὸ πιὸ δυτικότροπο δεῖγμα κοσμικῆς καὶ νεωτερικῆς ζωγραφικῆς στὸ Ἅγιον Ὄρος. Στὴν ἐξωτερικὴ πλευρά τοῦ προστώου, μία ἐπιγραφὴ σὲ σκουριασμένη λαμαρίνα, κατάλοιπο ἄλλων εποχών, πληροφορεῖ ὅτι: «Ἀπαγορευέται ἡ εἴσοδος εἰς τοὺς μακρυμάλληδες καὶ εἰς πάντας τοὺς ἀπρεπῶς ἐνδεδυμένους». 

Τὸ διαβατικό, ὁδηγεῖ στὴν αὐλή. Στὸ ὑπέρθυρο τῆς πύλης, εἰκονίζεται ἡ Θεοτόκος ὡς Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν. Ἡ αὐλή, εἶναι εὐρύχωρη, πλακοστρωμένη, μὲ κλήματα καὶ ὀπωροφόρα δένδρα σὲ παρτέρια. Οἱ ἐσωτερικὲς ὄψεις τῶν πτερύγων μὲ τὰ ἀλλεπάλληλα τόξα καὶ τοὺς ἐξώστες δὲν ἔχουν τίποτε ἀπὸ τὸν ὀχυρωματικὸ χαρακτῆρα τῶν ἐξωτερικῶν ὄψεων. Μεγάλης κλίμακας ἀνακαίνιση ἔγινε τὸ 1854-1858· ὁ ὀχυρωματικὸς περίβολος προεκτάθηκε πρὸς τὰ ἀνατολικὰ τοῦ παραθαλάσσιου πύργου καὶ προστέθηκαν νέες πτέρυγες. Στὴν αὐλή, φτάνει κανεὶς καὶ ἀπὸ τὴν παλαιὰ εἴσοδο τῆς βόρειας πτέρυγας, ποὺ ὁδηγεῖ ἀπευθεῖας, μέσα ἀπὸ τὸν ἀμυντικό περίβολο στὸν ἀρσανά.

Ἀπέναντι ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν πύλη, εἶναι ἡ φιάλη, καὶ ἡ νοτιοδυτικὴ γωνία τοῦ Καθολικοῦ. Ἡ φιάλη ανεγέρθηκε τὸ 1815 ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Εὐθύμιο σὲ ἀντικατάσταση παλαιότερης φιάλης τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰωάννου Ε΄ Παλαιολόγου (1341-1391). Ἔχει ὀκτὼ κίονες, ποὺ πρόσφατα ἀνακαινίστηκαν, καὶ θωράκια μὲ μπαρὸκ διακόσμηση. Δεξιά ἀπὸ τὴν φιάλη, βρίσκεται τὸ ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.

Τὸ Καθολικό, εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Θεμελιώθηκε τὸ 1808 ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Θεοδώρητο καὶ ἐγκαινιάστηκε ἀπὸ τὸν πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ τὸ 1811. Χτίστηκε στὴν θέση παλαιότερου Καθολικοῦ ποὺ εἶχε διπλό νάρθηκα καὶ ἐξωνάρθηκα μὲ περιστύλιο. Τὸ σημερινὸ καθολικό, ἀκολουθεῖ τὸν ἀθωνικὸ τύπο. Εἶναι εὐρύχωρο καὶ φωτεινό, καὶ ἔχει ὀκτὼ τρούλλους. Σὲ ὅλη τὴν δυτικὴ ὄψη, ἐκτείνεται πρόστυλο.

ἐξωνάρθηκας, τὸ πρόστυλο καὶ τὰ δύο ἐνσωματωμένα παρεκκλήσια, προστέθηκαν τὸ 1845 ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἄνθιμο Στ΄. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ἐξωνάρθηκα, εἰκονίζουν σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη. Στὴν βόρεια πλευρά, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων καὶ στὴν νότια τὸ παρεκκλήσιο τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου. Στὸν νότιο τοῖχο ὑπάρχει μία σπάνια τοιχογραφία ποὺ εἰκονίζει τὰ ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως.

Λιτή, καὶ κυρίως ναός, δὲν χωρίζονται μὲ τοῖχο ἀλλὰ μόνο μὲ κίονες. Στὴν πύλη ποὺ σχηματίζουν οἱ κίονες, κρέμεται παραπέτασμα, ἐνῶ στὴν πανήγυρι, τεμάχια ἀπὸ  τὴν σκηνὴ τοῦ Ναπολεόντα. Τὰ παράθυρα εἶναι μὲ γύψο καὶ τζάμι. Οἱ τοιχογραφίες ἔγιναν τὸ 1841 ἀπὸ τοὺς μοναχούς· Ἰωάσαφ, Νικηφόρο, Γεράσιμο καὶ Ἄνθιμο. Ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ τῆς εἰσόδου τῆς λιτῆς, στὸν δυτικό τοῖχο, εἰκονίζονται οἱ κτήτορες· Κασσανδρείας Ἰγνάτιος καὶ Μητροπολίτης πρώην Μελενίκου Γρηγόριος. Στὸν δυτικό τοῖχο τῆς λιτῆς, πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο, ὑπάρχει ἕνα μπαλκονάκι, σὰν θεωρεῖο θεάτρου μὲ μπαρὸκ ζωγραφικὸ διάκοσμο. Ἐκεῖ βρίσκεται τὸ σκευοφυλάκιο καὶ ἐπειδὴ ἡ πρόσβαση γίνεται μὲ στενή ἑλικοειδὴ σκάλα, ὑπάρχει βαροῦλκο μὲ πανέρι γιὰ τὴν μεταφορά τῶν τιμαλφῶν. Στὸν βόρειο κίονα τῆς λιτῆς, διακρίνεται σημάδι ἀπὸ τὸ μῦρο τῶν ἐγκαινίων. Στοὺς κίονες, εἶναι στερεωμένα, μεταλλικὰ λάβαρα.

κυρίως ναός, εἶναι κατάγραπτος. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1811 εἶναι ἔργο τῶν ἁγιογράφων μοναχῶν Βενιαμὶν καὶ Ζαχαρία, καὶ τοῦ θείου τους, ἱερομονάχου Μακαρίου, τῶν Γαλατσιανῶν. Τὰ μάρμαρα, εἶναι ἀπὸ τὴν Τῆνο. Σὲ τοιχογραφία στὸν νότιο τοῖχο, εἰκονίζονται οἱ εὐσεβέστατοι Ἅγιοι αὐτοκράτορες καὶ αὐτάδελφοι καὶ κτήτορες τῆς Μονῆς· Θεοδόσιος καὶ Πουλχερία. Ἐφέστιος εἰκόνα τοῦ Καθολικοῦ, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ῥόδον τὸ Ἀμάραντον. Τὸ τέμπλο, εἶναι ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακό. Εἶναι ὑψηλό, ξυλόγλυπτο, κοιλόκυρτο, ὥστε νὰ δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωση κυματισμοῦ, μὲ παραστάσεις ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη σὲ λωρίδα κάτω ἀπὸ τὶς δεσποτικὲς εἰκόνες. Ἀριστερὰ τῆς ὡραίας πύλης, εἰκονίζοντα τὰ πρωτοτόκια τοῦ Ἠσαῦ ποὺ ἐκχωρήθηκαν ἀντὶ πινακίου φακῆς· κάτω ἀπὸ τὴν δεσποτικὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, οἱ πρωτόπλαστοι, ἡ παρακοή, καὶ ἡ ἔξωσή τους ἀπὸ τὸν Παράδεισο, καὶ ἡ κοίμηση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Δεξιά τῆς ὡραίας πύλης, κάτω ἀπὸ τὴν δεσποτικὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, εἰκονίζεται ἡ θυσία τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ θεολογικά προτυπώνει τὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Θεανθρώπου. Κάτω ἀπὸ τὴν δεσποτικὴ εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, εἰκονίζεται ἡ Ἐλισάβετ μὲ τὸν νεογέννητο Πρόδρομο κρυμμένοι σὲ μία πέτρα γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν νηπιοκτονία τοῦ Ἡρώδη καὶ ἐπίσης τραπέζι γιορτινὸ καὶ γλέντι ὅπου, κατὰ τὰ λεγόμενα τῶν μοναχῶν, εἰκονίζονται οἱ μάστορες ξυλογλῦπτες τοῦ τέμπλου, τοῦ 1813. Κάτω ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἰκονίζεται θαῦμα τοῦ Ἁγίου, ποὺ ἔσωσε πλοῖο ἀπὸ τρικυμία. Στὸ Ἱερὸ Βῆμα φυλάσσεται ὁ Σταυρὸς τῆς Πουλχερίας καθὼς καὶ μία ἰδιαίτερα σημαντικὴ βυζαντινὴ εἰκόνα σὲ ψηφιδωτὸ διαστάσεων 15Χ7 ἑκατοστά, ἡ ὁποία εἰκονίζει ὁλόσωμο καὶ μετωπιαῖο τὸν Χριστό νὰ εὐλογεί καῖ νὰ κρατάει Εὐαγγέλιο στὸ ἀριστερὸ χέρι. Στὸ ἀσημένιο πλαίσιο τῆς εἰκόνας, εἰκονίζονται οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ στὸ κάτω μέρος ὑπάρχει μικρὴ θήκη μὲ λείψανα Ἁγίων.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ δύο ἐνσωματωμένα στὸ Καθολικὸ παρεκκλήσια, ὑπάρχουν μέσα στὴν Μονὴ παρεκκλήσια· τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων στὸ νοσοκομεῖο, τοῦ Ἁγίου Ἀνθίμου πλάϊ στὸ ἡγουμενεῖο ὅπου γίνεται ἡ κουρὰ τῶν μοναχῶν, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὴν νοτιοανατολικὴ γωνία μὲ ξυλόγλυπτο τέμπλο, τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης στὸ πύργο τοῦ καμπαναριοῦ, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ Ἁγίου Νείλου τοῦ Σοφού, τοῦ Ἁγίου Νείλου τοῦ Μυροβλύτου, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος.

τράπεζα, εἶναι αὐτοτελὲς κτίσμα, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν πρόσοψη τοῦ Καθολικοῦ. Εἶναι κατάγραπτη. Οἱ τοιχογραφίες, χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1810, ὅταν τὸ κτίσμα ἀνακαινίστηκε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Εὐθύμιο. Ἡ κατάστασή τους δὲν εἶναι καλή, λόγω φθορῶν καὶ ζημιῶν ποὺ ὑπέστησαν ἀπὸ τὰ τουρκικὰ στρατεύματα ποὺ εἶχαν ἐγκαταυλιστεί ἐκεῖ. Στὴν νότια πλευρά, ὑπάρχει μικρὸς ἄμβωνας, στὸν ὁποῖο ἡ πρόσβαση γίνεται ἀπὸ ἔξω. Δίπλα στὴν τράπεζα, ὑπάρχει κρήνη μὲ ἀξιόλογη ἀνάγλυφη πλάκα.

 κοιμητηριακὸς ναός τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, βρίσκεται στὰ δυτικὰ τῆς Μονῆς, κοντά στὸ ῥέμα. Εἶναι μονόχωρος. Πρόκειται γιὰ τετράπλευρο κτίσμα μὲ σχετικὰ ὑψηλὸ τροῦλλο. Χρονολογεῖται ἀπὸ πρὶν τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος, καὶ πρόσφατα ἀνακαινίστηκε.

Τὸ σκευοφυλάκιο καὶ ἡ βιβλιοθήκη, βρίσκονται πάνω ἀπὸ τὴν λιτή. Φυλάσσονται χρυσοκέντητα ἄμφια, σταυροί, εὐαγγέλια, ἱερὰ σκεύη, τμῆμα τῆς σκηνῆς τοῦ Ναπολέοντα καὶ τὸ λάβαρο τῆς Ἐπαναστάσεως τὸ ὁποῖο ὕψωσε τὸ 1821 ὁ Ἐμμανουὴλ Παππᾶς καὶ ὁ ἡγούμενος Εὐθύμιος. Στὴν βιβλιοθήκη, φυλάσσονται περίπου τετρακόσιοι χειρόγραφοι κώδικες, ἐκ τῶν ὁποίων ἑβδομήντα πέντε περγαμηνοί, καὶ λίγα εἰλητάρια. Ἰδιαίτερα ἀξιόλογο εἶναι ἕνα Μηνολόγιο τοῦ 11ου αἰῶνος μὲ ὀγδόντα μικρὲς καὶ ὀκτὼ μεγάλες εἰκονογραφήσεις μὲ παραστάσεις ἀπὸ τὴν Γέννηση. Ἐπίσης, ἕνα Εὐαγγέλιο τοῦ 11ου αἰῶνος μὲ παραστάσεις τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν, καθὼς καὶ τὸ χρυσόβουλλο τῆς Μάρως τοῦ 1428 μὲ ἀπεικονίσεις τῆς οἰκογένειας τοῦ Σέρβου ἡγεμόνα Μπράνκοβιτς.

Ὁ παλαιὸς ἀρσανάς, ἦταν ἐνσωματωμένος στὸν ὀχυρωματικὸ περίβολο. Σήμερα, λειτουργεῖ ὡς ξυλουργεῖο. Ὁ νέος ἀρσανάς, βρίσκεται δυτικὰ τῆς Μονῆς, στοὺς πρόποδες τοῦ λόφου τῆς Σαμάρειας. Ἡ προβλήτα καὶ ὁ κυματοθραύστης κατασκευάστηκαν πρόσφατα μὲ δωρεὰ τοῦ ἐπιχειρηματία Πρόδρομου Ἐμφιετζόγλου. Ἐξαιτίας τῆς γειτνίασής της μὲ τὴν θάλασσα, ἡ Μονὴ ἔχει ἀνεπτυγμένη ἁλιευτικὴ δραστηριότητα. Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος, εἶχε στὴν κατοχή της ἱστιοφόρο, χωρητικότητας τριάντα πέντε τόνων, ποὺ ναυπηγήθηκε στὴν Μονὴ μὲ ἁγιορείτικη ξυλεία. Έως τὸ 1910 διέθετε, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ πλοῖο, καὶ δύο φορτηγίδες γιὰ τὴν εἰσκομιδή τῶν προσόδων ἀπὸ τὰ μετόχια. Ἡ γολέτα τῆς Μονῆς, ποὺ εἶχε ναυπηγηθεῖ ἐκεῖ τὸ 1818-1819, ἐπιτάχθηκε ἀπὸ τὸν στρατηγό Βάσσο τὸ 1826 καὶ ἀνέλαβε καθήκοντα περιπολίας στὰ ἀνοιχτὰ τῆς Εύβοιας. Καὶ σήμερα ἡ Μονὴ διαθέτει ψαρόβαρκες καὶ ταχύπλοα. Τεκμήριο τῆς ἔντονης ἁλιευτικῆς δραστηριότητας εἶναι τὰ θυννοσκόπεια ποὺ βρίσκονται στὸν ὅρμο τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, στὸ ἀνατολικό ἄκρο τοῦ ὅρμου τῆς Μονῆς. Ἡ λειτουργία τους ἦταν ἀνάλογη μὲ ἐκείνη τοῦ θυννοσκοπείου τῆς Νέας Σκήτης, ἀντίθετα ὅμως ἀπὸ ἐκεῖνο, τὰ θυννοσκόπεια αυτά ἔχουν τὴν μορφὴ ὀρθογωνίων τριγώνων.

Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου περιλαμβάνουν ἑπτὰ καθίσματα. Στὸν λόφο ἀνατολικὰ τῆς Μονῆς, βρίσκεται τὸ Κάθισμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Στὴν ἀνατολικὴ ἄκρη τοῦ ὅρμου, πάνω στὸ ἀκρωτήριο, βρίσκεται ὁ ναὸς τῶν Ἁγίων Θεοδώρων. Στὴν πλαγιὰ τοῦ λόφου πάνω ἀπὸ τὸν ἀρσανά, βρίσκεται ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τοῦ Κιεβοσπηλαιώτου τοῦ Πετσέρκι.

Μετόχια τῆς Μονῆς ἀναφέρονται στὴν Σιθωνία, στὴν Θάσο, στὴν Κασσάνδρα καὶ στὴν Βόλβη.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...