ΜΟΝΗ ΚΑΡΑΚΑΛΛΟΥ
Συνεχίζοντας στὸν ἁμαξιτὸ δρόμο, μετὰ τὴν διακλάδωση πρὸς Μονὴ Φιλοθέου, συναντάμε μέσα σὲ μία συστάδα ἀπὸ κυπαρίσσια, δρύες καὶ ἀριές, τὸ καρακαλλινὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ὁσίου Διονυσίου τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ. Εἶναι μικρό, δίχωρο. Ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου, στὸν νάρθηκα, βρίσκεται ὁ τάφος ποὺ ἔσκαψε μὲ τὰ χέρια του ὁ γέρων Ἀβιμελὲχ Μικραγιαννανίτης, μεγάλη μορφὴ τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ τοῦ 20ου αἰῶνος, λόγιος μοναχός, φίλος καὶ πρῶτος βιογράφος τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Ὁ Γέροντας, ἔμεινε ἑπτὰ χρόνια στὴν Μονὴ Καρακάλλου, μελετώντας τὰ χειρόγραφα τῆς βιβλιοθήκης καὶ τελικὰ ἐνταφιάστηκε ἀλλοῦ.
***
Μετὰ τὴν ἐπόμενη στροφὴ τοῦ δρόμου, ξεπροβάλλει ἡ Μονὴ Καρακάλλου. Εἶναι χτισμένη σὲ περίοπτη τοποθεσία, ἀνάμεσα σὲ χειμάῤῥους καὶ καταπράσινη πυκνὴ βλάστηση, σὲ ὕψος διακοσίων μέτρων ἀπὸ τὴν θάλασσα. Εἶναι μικρὴ σὲ ἔκταση, μὲ ἔκδηλο ὀχυρωματικὸ χαρακτῆρα καὶ θαυμάσιες ἀναλογίες ὄγκων. Ἡ κάτοψή της σχηματίζει τετράπλευρο. Στὴν δυτικὴ πλευρά, δεσπόζει ὁ ἀμυντικὸς πύργος. Οἱ ἐξώστες καὶ τὰ σαχνισιά, μὲ τὴν κομψότητα καὶ τὸ χρῶμα τοὺς προσθέτουν μία ἀνάλαφρη νότα στὴν βόρεια ὄψη, ἡ νότια ὄψη ἀντιθέτως, ἀναδίδει αἴσθηση αὐστηρότητας. Στὴν πλαγιὰ πέρα ἀπὸ τὸν πύργο φαίνονται οἱ πολύχρωμοι κωνικοὶ τροῦλλοι τοῦ Κελλιοῦ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Δεξιότερα στὴν πλαγιά, εἶναι τὸ ἐπίσης καρακαλλινὸ Κελλὶ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Τὸ Κελλὶ στὴν πλαγιὰ ἀνατολικὰ τῆς Μονῆς, εἶναι ἐξάρτημα τῆς Μεγίστης Λαύρας.
***
Ἡ Μονή, εἶναι ἀφιερωμένη στὴν μνήμη τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου. Αὐτὴ ἦταν καὶ ἡ ἀρχαιότερη ὀνομασία της, ποὺ ἐξέπεσε καὶ παρέμεινε ἡ προσωνυμία Καρακάλλου, ἡ ὁποία ὁδήγησε σὲ εὐφάνταστες ἐτυμολογήσεις. Κατὰ μία παράδοση, ἱδρυτὴς ἦταν ὁ Ῥωμαῖος αὐτοκράτωρ Καρακάλλας, εἰδωλολάτρης καὶ διώκτης τῶν χριστιανῶν, ὁ ὁποῖος εἰκονίζεται σὲ λαϊκότροπη τοιχογραφία στὸν βόρειο τοῖχο τοῦ ἐξωνάρθηκα τοῦ κοιμητηριακού ναοῦ· ὁρισμένοι μελετητὲς θεωροῦν ὅτι κτίσμα τοῦ Ῥωμαίου αὐτοκράτορος εἶναι μόνο ὁ παραθαλάσσιος πύργος. Ἄλλοι ἐτυμολόγησαν τὴν προσωνυμία ἀπὸ τὸ Καρυαὶ Καλαί, ἀναφερόμενοι στὸ πλούσιο δάσος ἀπὸ φουντουκιὲς ποὺ περιβάλλει τὴν Μονή. Ἄλλοι, ἀπὸ τὸ καρὰ κουλέ, ποὺ στὰ τουρκικὰ σημαίνει μαῦρος πύργος. Πιθανότερο εἶναι ἡ προσωνυμία νὰ προέρχεται ἀπὸ κάποιον κτήτορα Νικόλαο, γόνο τῆς βυζαντινῆς οἰκογένειας τῶν Καρακάλλων ἀπὸ τὴν Δημητσάνα.
Ἔγγραφο τοῦ Πρώτου τοῦ 1018, καθορίζει τὰ σύνορα τῶν Μονῶν Καρακάλλου καὶ Ἀμαλφηνοῦ, ἀπόδειξη ὅτι ἡ Μονὴ ὑπῆρχε ἤδη. Στὸ Τυπικὸ τοῦ Μονομάχου τοῦ 1046 δὲν ὑπάρχει μνεία τῆς Μονῆς, σὲ ἔγγραφο ὅμως τοῦ Πρώτου τοῦ 1087 ἀναφέρεται ὁ ἡγούμενός της Μιχαήλ. Τὸν 13ο αἰῶνα, ἡ Μονὴ ὑπέστη καταστροφὲς ἀπὸ ἐπιδρομὲς πειρατῶν καὶ Λατινοφρόνων. Τὸ 1294, ὁ αὐτοκράτωρ Ἀνδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος, ἐξέδωσε χρυσόβουλλο ποὺ ἐξασφάλιζε προνόμια καὶ κατοχύρωνε τὶς κτήσεις της, γιὰ νὰ βοηθήσει τὴν ἀνοικοδόμησή της. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔδειξαν ὁ Πρῶτος Ἰσαάκ, καὶ ὁ πατριάρχης Ἀθανάσιος. Τὴν ἀνοικοδόμηση, ἀκολούθησε ἀκμὴ καὶ αὔξηση τοῦ μοναχικοῦ πληθυσμοῦ. Γιὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς ἀνάγκες, ἡ Μονὴ ἀπέκτησε μετόχια στὴν Θεσσαλονίκη, στὴν κοιλάδα τοῦ Στρυμόνα καὶ στὴν Λήμνο. Στὰ 1324 ἔγγραφο μὲ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Πρώτου, τῆς παραχωροῦσε τὸ μικρὸ Κελλὶ τοῦ Ἐξυπολύτου γιὰ νὰ ἐξασφαλιστεῖ ἢ ἄρδευσή της. Τὴν ἀκμή, ἀκολούθησε ἡ ἐκ νέου καταστροφὴ ἀπὸ πειρατές. Στὰ 1548, ὁ σουλτάνος Σουλεϊμὰν ὁ Μεγαλοπρεπής, ἐξέδωσε φιρμάνι ποὺ ἐπέτρεπε τὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ Καθολικοῦ. Ἡ ἀνοικοδόμηση πραγματοποιήθηκε μὲ τὴν συνδρομὴ τῶν ἡγεμόνων τῆς Βλαχίας Πέτρου Ε΄ Ῥάρες καὶ τοῦ γαμπροῦ του Ἀλεξάνδρου Δ΄ Λεπουσνεάνου, ὁ ὁποῖος, λίγο πρὶν πεθάνει, ἐκάρη μοναχός, καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Παχώμιος. Ἡ σύζυγός του Ῥωξάνδρα, πολλές εὐεργεσίες ἐπιδαψίλευσε σὲ ἁγιορείτικες Μονές. Τὸν 17ο αἰῶνα, ὁ ἡγεμόνας τῆς Ἰβηρίας Ἀρτχίλ, καὶ ὁ ἀδελφός του Βάχτανγκ, παρεῖχαν οἰκονομικὴ βοήθεια. Ἡ Μονή, γνώρισε τὴν μεγαλύτερη ἀκμή της τὸν 18ο αἰῶνα καὶ τὸ 1813 ἐπανῆλθε στὸ κοινοβιακὸ σύστημα μὲ πατριαρχικὸ σιγίλλιο τοῦ Κυρίλλου Στ΄. Δοκιμάστηκε σκληρὰ ὅταν μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 στὴν Χαλκιδική, ἐγκαταστάθηκαν τουρκικὰ στρατεύματα στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ 1854, ὁ ηγούμενός της Δαμασκηνός, ὑποχρεώθηκε νὰ παραιτηθεῖ καὶ ἀπομακρύνθηκε, ἐπειδὴ χάρισε ἕνα ἄλογο στὸν ὁπλαρχηγὸ Τσάμη Καρατάσο. Τὸ 1875, καταστράφηκαν ἀπὸ πυρκαγιά, ἡ νότια καὶ ἡ ἀνατολικὴ πτέρυγα. Κατὰ τὸ β΄ μισό τοῦ 19ου αἰῶνος, πολλοὶ Ῥῶσσοι ἐγκαταστάθηκαν σὲ κελλιὰ τῆς περιοχῆς, μὲ σκοπὸ νὰ τὰ μετατρέψουν σὲ κοινοβιακὲς σκῆτες καὶ στὴν συνέχεια νὰ διεισδύσουν στὴν Μονή. Τὰ σχέδιά τοὺς δὲν τελεσφόρησαν. Τὸ 1988, πυρκαγιὰ ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ κεραυνό, κατέστρεψε τοὺς τρεῖς πάνω ὁρόφους τῆς βόρειας γωνίας τῆς Μονῆς.
Στὴν Μονὴ Καρακάλλου, μόνασε ἐπὶ τριάντα πέντε χρόνια, ὁ Ἅγιος Νέος Ὁσιομάρτυς Γεδεών. Γεννήθηκε κοντά στὸ Βελεστίνο, ἐξισλαμίστηκε διὰ τῆς βίας, μετανόησε, ἐκάρη μοναχός καὶ μαρτύρησε τὸ 1818 στὸν Τύρναβο τῆς Θεσσαλίας ὅπου τιμάται ὡς πολιοῦχος. Μόνασε, ἐπίσης, ὁ Ὅσιος Γερβάσιος ὁ διὰ Χριστὸν σαλλός, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριό Γομάτι τῆς Χαλκιδικῆς. Τὸ μέγεθος τῆς χάριτος ποὺ ἀξιώθηκε, ἔγινε ἀντιληπτὸ μόνο μετὰ τὴν ἐκδημία του τὸ 1830 ἀπὸ τὴν εὐωδία ποὺ ἀνέδιδε τὸ τίμιο λείψανό τοῦυ.
Στὴν Μονή, φυλάσσεται τμῆμα Τιμίου Ξύλου. Φυλάσσονται ἐπίσης ἡ κάρα τοῦ Ἀποστόλου Βαρθολομαίου, τμῆμα τῆς κάρας τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου, τμῆμα τῆς κάρας τοῦ Ἁγίου Μερκουρίου, ἡ δεξιὰ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου, τμήματα λειψάνων τῶν Ἁγίων· Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, Χαραλάμπους, Ὀρέστου, Ἀβερκίου, καὶ Γεδεὼν τοῦ νέου Ὁσιομάρτυρος.
***
Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν δυτικὴ ὄψη τοῦ κτηριακοῦ συγκροτήματος βρίσκονται βοηθητικά κτήρια, δύο κρῆνες, ἐκ τῶν ὁποίων, αὐτὴ ποὺ βρίσκεται ψηλότερα, φέρει τὴν χρονολογία 1818, καὶ ἕνας πλάτανος μεγάλος ποὺ χρησιμοποιεῖται σὰν κιόσκι. Βόρεια ἀπὸ τὸν πλάτανο, βρίσκεται ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τῶν Ἁγίων Πάντων τοῦ 1768 ποὺ ἔχει ἐπιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο καὶ ἀξιόλογες τοιχογραφίες· στὸν δυτικό τοῖχο τοῦ νάρθηκα, παράσταση τοῦ Ὁσίου Σισώη, ποὺ στέκεται πάνω ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, στὴν παράσταση τῆς Κοιμήσεως ἡ Θεοτόκος ἔχει τὴν κεφαλή στὰ δεξιά. Νοτιοδυτικὰ στὴν πλαγιά, πέρα ἀπὸ τὰ βοηθητικὰ κτήρια, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο, βρίσκεται μία θολωτὴ κρήνη τοῦ 1801 μὲ ἀξιόλογη μπαρὸκ ἀνάγλυφη πλάκα. Πλάϊ στὴν κρήνη, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Θεοδώρων.
Ἡ εἴσοδος τῆς Μονῆς, βρίσκεται στὴν δυτικὴ ὄψη, στὴν βάση τοῦ πύργου. Ἦταν ἀρχικὰ μεγαλύτερη, καὶ τμῆμα τοῦ ἀνοίγματος χτίστηκε γιὰ νὰ τὴν περιορίσει. Ὁ πύργος, ὀρθώνεται σὲ ὕψος εἴκοσι ὀκτὼ μέτρων ἀπὸ τὴν αὐλή. Ἀποτελεῖται ἀπὸ ἰσόγειο καὶ πέντε ὁρόφους. Οἱ διαστάσεις στὴν βάση του εἶναι 10Χ8,80 μέτρα μὲ ἐλαφρὰ μείωση πρὸς τὰ ἐπάνω. Ἡ ἐκφορτική ἐπίστεψη μὲ τὶς ὀδοντωτὲς ἐπάλξεις, παραλαμβάνεται ἀπὸ συστοιχίες τυφλῶν τόξων. Ὑπάρχουν καταχύστρες σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῆς κάθε πλευρᾶς. Ὑπάρχουν δύο ἀκόμη καταχύστρες, μία στὴν δυτικὴ καὶ μία στὴν νότια πλευρά. Τὸ ἰσόγειό του εἶναι διαμορφωμένο σὲ στέρνα ποὺ τροφοδοτεῖ τὴν κρήνη τῆς αὐλῆς. Στὸν 5ο ὅροφο βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Ἄννας. Στὴν νότια ὄψη ἔχει δίλοβο παράθυρο καὶ στὴν ἀνατολικὴ ὄψη σταυρόσχημο κεραμοπλαστικὸ κόσμημα.
Ἕνα μικρὸ καὶ ἐλικοειδὲς διαβατικό, ὁδηγεῖ στὴν αὐλή. Ἡ αὐλή, εἶναι μικρῶν διαστάσεων, καὶ τὴν καταλαμβάνει σχεδὸν ὁλόκληρη τὸ μολυβδοσκέπαστο Καθολικό. Τὴν ἔλλειψη χώρου μαρτυρεῖ ἡ απουσία φιάλης. Τὸ πορφυροκόκκινο ἐπίχρισμα τῶν τοίχων τοῦ Καθολικοῦ, ἀναδίδει ζεστασιά, καὶ ἡ στενότητα τοῦ χώρου διασκεδάζεται ἀπὸ τοὺς ἐπάλληλους ξύλινους ἀνοιχτοὺς ἐξώστες καὶ τὸ ἡμικυλινδρικὸ σαχνισὶ στὴν βορειοανατολικὴ γωνία.
Τὰ κτίσματα τῆς Μονῆς, ἀνάγονται σὲ τέσσερις οἰκοδομικὲς φάσεις: α) μέσα 16ου αἰῶνα· θεμέλια Καθολικοῦ, πτέρυγες κελλιῶν, β) 18ος αἰῶνας· προσθῆκες καὶ ἀνακαινίσεις, γ) μετὰ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1875· νότια πτέρυγα, τράπεζα, ἀρχονταρίκι, τμῆμα τῆς ἀνατολικῆς πτέρυγας, δ) μετὰ τὸ 1991· ἀνοικοδόμηση τῆς βορειοανατολικῆς πτέρυγας ποὺ κατεστράφη ἀπὸ πυρκαγιά. Ἡ ἀνοικοδόμηση μετὰ τὴν πυρκαγιά τοῦ 1988 συνοδεύτηκε ἀπὸ γενικότερη ἀνακαίνιση τῶν πτερύγων. Τὸν ὁμοιογενή χαρακτῆρά τους διασπᾶ τὸ πετρόχτιστο, σοβαντισμένο κτῆριο, ποὺ στεγάζει τὸ μαγειρεῖο ἀπέναντι ἀπὸ τὴν νοτιοδυτικὴ γωνία τοῦ Καθολικοῦ. Τὸ ἀρχονταρίκι, βρίσκεται στὸ μέσο τῆς βόρειας πτέρυγας.
Τὸ Καθολικό, θεμελιώθηκε τὸ 1548 καὶ ὁλοκληρώθηκε τὸ 1563. Ἔγιναν ἀνακαινίσεις τὸν 18ο αἰῶνα. Τιμᾶται στὴν μνήμη τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου. Ἐπὶ ἡγουμενίας Νικοδήμου προστέθηκε τὸ 1710 τὸ καμπαναριὸ καὶ τὸ 1714 ὁ ἐξωνάρθηκας, μὲ ἔξοδα τοῦ ἱερομονάχου Γερασίμου. Στὸ καμπαναριό, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Παντελεήμονος καὶ Γεωργίου. Μπροστὰ στὴν εἴσοδό του, ὑπάρχουν δύο βοτσαλωτά. Τὸ δάπεδο τοῦ ἐξωνάρθηκα εἶναι στρωμένο μὲ πλακάκια. Στὸν κεντρικὸ τροῦλλο εἰκονίζεται ὁ Παντοκράτωρ, στὸν βόρειο τροῦλλο ὁ Χριστός ὡς Ἐμμανουήλ, καὶ στὸν νότιο τροῦλλο ἡ Ζωοδόχος Πηγή. Τὸ κτιστὸ τοιχίο τῆς στέρνας, σχηματίζει πτυχώσεις σὰν γιρλάντας.
Στὸ ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου τῆς Λιτῆς, εἰκονίζεται ἡ Σύναξις τῶν Ἀποστόλων. Ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ τῆς εἰσόδου, σχηματίζονται τόξα. Τὸ δεξιό, τὸ ἔχουν μικρύνει καὶ μοιάζει μὲ ἀρκοσόλιο. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1767 ἢ τοῦ 1763 εἰκονίζουν σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη. Εἰκονίζονται ἐπίσης οἱ νέοι κτήτορες μοναχοὶ Παχώμιος καὶ Παχώμιος, ὁ Ἅγιος Χαραλάμπης, ὁ Ὁσιομάρτυς Νικόδημος, ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ἐκ Βεροίας. Ἀξιοπρόσεχτη λεπτομέρεια, ἡ παράσταση τοῦ ἱπποκενταύρου στὴν παράσταση τῶν πειρασμῶν τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου. Οἱ τοιχογραφίες τῆς Λιτῆς τοῦ 1750 εἶναι ἔργο τῶν ἱερομονάχων Σεραφεὶμ καὶ Κοσμᾶ ἀπὸ τὰ Γιάννενα. Ἐντυπωσιάζει ἡ ἀπεικόνιση τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Στράτωνος, στὸν βόρειο τοῖχο ποὺ διαμελίζεται ἀνάμεσα σὲ δύο δέντρα. Ἀξιόλογος εἶναι ὁ πολυέλαιος μὲ τὰ ἐλάσματα στὴν λιτή.
Τὰ ξύλινα θυρόφυλλα τῆς εἰσόδου τοῦ κυρίως ναοῦ ἔγιναν τὸ 1592 καὶ διακοσμήθηκαν ἀπὸ τὸν μοναχὸ Θεοφάνη. Κάποιες ἀπὸ τὶς φωτιστικὲς θυρίδες τοῦ κεντρικοῦ τρούλλου εἶναι κλειστές. Παλαιότερα, ὁ πολυέλαιος καὶ ὁ χορὸς κρέμονταν ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ τρούλλου, φαίνεται τὸ σημάδι τοῦ γάντζου στὸν λαιμό τοῦ Παντοκράτορος. Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Παντοκράτωρ τοῦ τρούλλου μίλησε στὸν Ὅσιο Γεδεών, ὁ πολυέλαιος κρέμεται, πρὸς τιμήν τοῦ θαύματος, ἀπὸ τὶς γωνίες τῶν πεσσῶν. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ κυρίως ναοῦ τοῦ 1716 εἶναι ἔργο τῶν ἱερομονάχων Ἰωάννου καὶ Δαμασκηνοῦ. Στὸ ξυλόγλυπτο μεταβυζαντινὸ τέμπλο, ὑπάρχει φορητὴ εἰκόνα τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, ἔργο τοῦ Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ, τοῦ 1722. Ἔργο τοῦ ἰδίου ἢ τοῦ ἐργαστηρίου του, εἶναι καὶ ἡ φορητὴ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως στὸ τέμπλο. Χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἰδιαίτερη χρωματικὴ εὐαισθησία στὴν ἀπόδοση τοῦ βράχου καὶ τοῦ τοπίου· ἀξιοπρόσεχτη ἐπίσης εἶναι ἡ διακόσμηση τῆς φάτνης μὲ πολύτιμους λίθους. Τὴν εἰκόνα αὐτή, φαίνεται νὰ ἀντιγράφει ἡ παράσταση τῆς Γεννήσεως στὸν ἁγιογραφικὸ κύκλο τοῦ ναοῦ. Σὲ προσκυνητάρι στὰ ἀριστερά, βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ Ἀσπασμοῦ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ἔργο τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιοκαπᾶ, τοῦ 1540, μὲ νεότερο πουκάμισο. Ἡ εἰκόνα τῆς Βρεφοκρατοῦσας Θεοτόκου στὸ προσκυνητάρι ἀριστερὰ τοῦ Βήματος, στερεῖται προσωνυμίας, ἀλλὰ ἐπιτελεῖ θαύματα. Ὑπάρχει ἐπίσης σὲ προσκυνητάρι, μεγάλη φορητὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νέου Ὁσιομάρτυρος Γεδεών, μὲ σκηνὲς τοῦ βίου του. Ἡ μαρμαρόστρωση τοῦ Καθολικοῦ, τοῦ 1859, εἶναι ἔργο τοῦ μάστορα Δημητρίου Μαυρομαρή, καὶ συνδέεται μὲ θαῦμα. Δὲν μποροῦσε νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ μαρμαρόστρωση, γιατί δὲν ὑπῆρχε στὴν Μονὴ συνδετικὴ κόλλα. Τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς πατέρες, εἶδε σὲ ἐνύπνιο, ἕνα θηριῶδες θαλάσσιο κήτος κοντὰ στὸν ἀρσανὰ. Οἱ μοναχοὶ πῆγαν, καὶ βρῆκαν πράγματι στὸν ἀρσανὰ ἕνα καβοντόλιο –εἶδος μικρῆς φάλαινας τοῦ Αἰγαίου- ποὺ εἶχε ἐξοκεῖλει στὰ ῥηχά. Μὲ τὸ λίπος του, παρασκεύασαν ψαρόκολλα, καὶ κόλλησαν τὰ μάρμαρα. Ἕνας σπόνδυλος καὶ δύο πλευρὲς τοῦ κήτους, φυλάσσονται τώρα στὸ μουσείο τῆς Μονῆς, ποὺ βρίσκεται στὸ ἰσόγειο τῆς βόρειας πτέρυγας.
Στὶς πτέρυγες τῆς Μονῆς, βρίσκονται πέμτε παρεκκλήσια· Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, Ἁγίου Ἰωάσαφ, Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, Ὁσιομάρτυρος Γεδεών.
Ἡ παλαιὰ τράπεζα, οἰκοδομήθηκε καὶ ἱστορήθηκε τὸ 1687. Ἡ σημερινὴ τράπεζα τοῦ 1876, εἶναι ἐνσωματωμένη στὴν νότια πτέρυγα. Ἡ κάτοψή της σχηματίζει παραλληλόγραμμο. Στὸν ἀνατολικὸ τοῖχο, ὑπάρχουν τρεῖς κόγχες. Σὲ νεότερη τοιχογραφία, στὴν κεντρικὴ κόγχη εἰκονίζεται ὁ Μυστικός Δεῖπνος καὶ Ἱεράρχες. Δὲν ὑπάρχουν ἄλλες τοιχογραφίες. Πολλὲς εἶναι οἱ φορητὲς εἰκόνες μεγάλου σχήματος. Ὁ ἄμβωνας εἶναι μικρὸς μὲ πρόσβαση ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό. Τὰ σκαλοπάτια ποὺ κατεβαίνουν στὸ ὑπόγειο τῆς τράπεζας, ὁδηγοῦν στὴν ἀποθήκη κρασιοῦ, τὸ κρασαριό.
Ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς, στεγάζεται σήμερα στὸ ἰσόγειο τῆς ἀνατολικῆς πτέρυγας. Φυλάσσονται τριακόσιοι ἑβδομήντα ἐννέα χειρόγραφοι κώδικες, ἐκ τῶν ὁποίων σαράντα δύο περγαμηνοί, ὁρισμένοι εἰκονογραφημένοι. Ὁ ἀρχαιότερος κώδικας, εἶναι ἕνα χειρόγραφο τοῦ 9ου αἰῶνος. Ἀξιόλογο εἶναι ἕνα εὐαγγελιστάριο τοῦ 13ου αἰῶνος καὶ ἕνα τετραευάγγελο τοῦ 14ου αἰῶνος· ἐπίσης, ἕνα λειτουργικὸ περγαμηνὸ εἰλητάριο τοῦ 1431, ἐπιμάνικα τοῦ 1634 καὶ ἕνα περίτεχνο ξυλόγλυπτο ἀρχιερατικὸ ἐγκόλπιο μὲ πολλές παραστάσεις. Τὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς περιλαμβάνει ἔγγραφα, χρυσόβουλλα, μολυβδόβουλλα καὶ σουλτανικὰ φιρμάνια.
Δίπλα στὸν σημερινὸ ἀρσανὰ τῆς Μονῆς, βρίσκεται ὁ ὡραιότερος ἴσως πύργος τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Εἶναι χτισμένος ἐπάνω σὲ βράχο, σὲ ὕψος δεκαπέντε μέτρα ἀπὸ τὴν θάλασσα. Εἶναι ἀνεξάρτητη κατασκευή· ἔχει ὕψος εἴκοσι ἕνα μέτρα καὶ ἑξήντα ἑκατοστά, καὶ οἱ διαστάσεις στὴν τετράγωνη βάση τοῦ εἶναι 7,25Χ7,30 μέτρα. Εἶναι χτισμένος μὲ μεγάλους ἀκατέργαστους λίθους καὶ ἰσχυρὸ κονίαμα. Διακρίνονται κομμάτια μαρμάρου σὲ δεύτερη χρήση. Ἔχει ἐπάλξεις, πολεμίστρες καὶ καταχύστρες. Δὲν διασώζεται τίποτα ἀπὸ τὸ ἐσωτερικό τοτ. Εἶναι, πιθανόν, ὑστεροβυζαντινός. Ὁ ὀχυρωματικὸς προμαχώνας –μπαρμπακάς- ἔχει κάτοψη τραπεζοειδή. Προστέθηκε τὸ 1534 μὲ δαπάνη τοῦ ἡγεμόνα τῆς Βλαχίας Πέτρου Ε΄ Ῥάρες. Στὸν πρόβολο τῆς δυτικῆς ὄψης διακρίνεται σταυρόσχημο κεραμοπλαστικὸ διακοσμητικό. Κάτω ἀπὸ τὸν πρόβολο, εἶναι ἡ εἴσοδος τοῦ μπαρμπακά. Ἐντοιχισμένη ἐπιγραφὴ σὲ μάρμαρο πληροφορεῖ ὅτι, ἐπὶ ἡγουμενίας Γερμανοῦ: Ἰωάννης Πέτρος βοεβόδας/Ἰωάσαφ μοναχὸς κτήτορος/Συρόπουλος Διονύσιος Χ΄ καί/πρωτομάστορης ἔτος ζμβ΄ ἐτελιόθη ὁ πύργος καὶ ὁ μπαρμπακάς. Εἶναι ἀπὸ τὶς σπάνιες φορές ποὺ διασώζεται τὸ ὄνομα τοῦ μάστορα σὲ ἁγιορείτικο κτίσμα. Ὁ μπαρμπακάς, ἔχει περίδρομο γύρω στὶς ἐπάλξεις. Ἀρχιτεκτονικά ἴχνη, δείχνουν ὅτι τὸ ἐσωτερικό του ἦταν στεγασμένο καὶ περιλάμβανε χώρους διαβίωσης, παρεκκλήσιο καὶ τράπεζα. Ἡ παράδοση λέει ὅτι ὁ βοεβόδας Πέτρος, ἔστειλε τὸν πρωτοσπαθάριό τοῦ μὲ πολλὰ χρήματα γιὰ νὰ ἀνακαινίσει τὴν Μονὴ Καρακάλλου. Ὁ πρωτοσπαθάριος, ἔκτισε μόνο τὸν μπαρμπακά, καὶ ὑπεξαίρεσε τὰ ὑπόλοιπα χρήματα. Ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ὁ βοεβόδας, ὀργίστηκε καί, γιὰ νὰ γλιτώσει τὸ κεφάλι τοῦ, ὁ πρωτοσπαθάριος ὑποσχέθηκε νὰ ἀνακαινίσει τὴν Μονὴ μὲ δικά του ἔξοδα. Ὁ βοεβόδας τὸν συγχώρησε καὶ οἱ δύο τους πῆγαν στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐκάρησαν μοναχοί, λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Παχώμιος.
Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς, περιλαμβάνουν δεκαεπτὰ κελλιά. Τρία βρίσκονται στὶς Καρυές, καὶ τὰ υπόλοιπα σκόρπια στὸ δάσος βορειοδυτικά τῆς Μονῆς, ὅπως τὰ Κελλιὰ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἀπὸ τὸ Κελλὶ τοῦ Ἐξυπολύτου, σώζεται μόνο ὁ ναός.
Μετόχια τῆς Μονῆς, ἀναφέρονται στὴν Κασσάνδρα, στὴν Θάσο, στὴν Ἱερισσό, στὴν Καλλίπολη, στὴν Κίο, στὸ Ῥέθυμνο καὶ στὸν Ἅγιο Εὐστράτιο.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου