9. ΕΥΩΔΙΑ ΣΤΗΝ ΣΑΡΑ
Περπατώντας κάποτε ὁ Ῥοδοστόλου, μαζὶ μὲ τὸν μοναχὸ Ἰωσὴφ Βιγλιώτη καὶ τρεῖς λαϊκοῦς, ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Σάρας, ξαφνικά, ἕνας ἀπὸ τοὺς λαϊκούς, ὀνόματι Νῖκος, ῥώτησε τοὺς δύο ῥασοφοροῦντας ἐὰν μυρίζουν μία ὡραῖα εὐωδία. Καὶ οἱ δύο ἀρνήθηκαν ὅτι μύριζαν.
Τότε, ὁ Νῖκος, ἀπευθύνθηκε στὸν συγγενῆ συνοδοιπόρο του:
-Καὶ ἐσὺ δὲν μυρίζεσαι μία ὡραία μυρωδιά, Μανώλη;(Παπαμῖχος Ἐμμανουήλ, ἐκ Βελβενδοῦ Κοζάνης)
-Ἀσφαλῶς καὶ μυρίζομαι ἐδῶ καὶ κάμποση ὥρα, γιὰ αὐτὸ καὶ κοιτάζω δεξιὰ καὶ ἀριστερά, μήπως δῶ καμμία ἐκκλησία στὴν ὁποία ἴσως κάνουν λειτουργία καὶ καῖνε ἀπὸ αὐτά, πῶς τὰ λένε, τὰ θυμιάματα τὰ ὁποῖα τὰ ἀρωματίζουν οἱ καλόγεροι ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρος.
-Οὔτε ἐκκλησία ὑπάρχει ἐδῶ κοντά, οὔτε μοσχοθυμίαμα εἶναι. Ξέρω ἐγὼ ἀπὸ αὐτά. Αὐτὴ εἶναι ἄλλη μυρουδιά, πολὺ καλλίτερη· ἀναμίχθηκε ἀπροσδόκητα στὴν συζήτηση καὶ ὁ Γιάννης, ὁ ὁποῖος σημειωθήτω ἦταν ἀβάπτιστος (καὶ εἶναι, φοβοῦμαι ἀκόμη).
Ἔγειρε τότε ὁ Ῥοδοστόλου πρὸς τὸν Ἰωσήφ, καὶ χαμηλώνοντας τὴν φωνή του τοῦ εἶπε:
-Βάλθηκαν νὰ μᾶς τρελλάνουν τοῦτοι σήμερα. Μυρίζεσαι ἐσὺ τίποτα;
-Ὄχι, Δέσποτα. Ξέρω βέβαια γιὰ τὴν χάρη τούτου τοῦ τόπου, ἀλλὰ δὲν τὴν αἰσθάνθηκα τὴν εὐωδία τῶν Ἁγίων καμμιὰ φορά, καὶ ἀκούγοντας τώρα τοῦτα τὰ πράγματα καὶ δυσπιστῶντας λίγο -ἂς μὲ συγχωρέσει ὁ Θεός- κοιτάω τὰ πλάγια μου, μήπως καὶ διακρίνω τίποτα λουλούδια.
-Σιγὰ μὴ δῇς γαρύφαλα καὶ γιούλια σὲ τούτη τὴν βραχοπλαγιά, καὶ μάλιστα τέλη Νοέμβρη, ποὺ μὲ τὸ νέο ἡμερολόγιο σημαίνει πρῶτο δεκαήμερο τοῦ Δεκέμβρη. Δηλαδή, τρεῖς λαϊκοί, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἀβάπτιστος, αἰσθάνονται τὴν ἄῤῥητη καὶ ὑπερκόσμια εὐωδία καὶ ἐμεῖς, τάχα μοναχοὶ καὶ ἀσκηταί, τίποτα. Εἴμαστε γιὰ μούντζωμα, Πάτερ Ἰωσήφ, ἀλλὰ ἂς ἔχει δόξα ὁ Θεὸς καὶ ἂς δοξάζει καὶ μὲ τέτοιους τρόπους τοὺς ἁγίους του, ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ μᾶς συνοδεύουν.
Κοντοστέκονταν κάθε τόσο οἱ λαϊκοί, σχολίαζαν τὸ γεγονός, καὶ ὕστερα ἔστρεφαν τὰ βλέμματά τους πρὸς ἐμᾶς καὶ ῥωτοῦσαν καὶ ξαναρωτοῦσαν ἐὰν ὄντως τοὺς λέμε ἀλήθεια, ὅτι ὄντως δὲν αἰσθανόμαστε καμμία εὐωδία.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου