Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2025

ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΦΙΛΟΘΕΟΥ

 

Ὰπὸ τὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Ἰβήρων, ὁ ἁμαξιτὸς δρόμος, ἀκολουθεῖ τὸν παραλιακὸ περίβολο τῆς Μονῆς, φτάνει στὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας, κάνει μία στροφή 90ο καὶ συνεχίζει παρακολουθώντας τὶς πτυχώσεις τῆς ἀκτῆς πρὸς τὴν Μεγίστη Λαύρα. Μετὰ ἀπὸ λίγο, συναντάμε ἀριστερά, τὴν διακλάδωση γιὰ τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου ἢ Μυλοπόταμος. Λίγο μετά, ὁ ἁμαξιτὸς δρόμος, διασχίζει ἕναν ορμητικό χείμαῤῥο μὲ πελώρια πλατάνια, ξύλινη γεφυρούλα καὶ κρήνη ποὺ ἔχει στερέψει. Ἡ βλάστηση εἶναι πυκνή. Στὰ ἀριστερά, ἔχει κανείς πανοραμικὴ θέα πρὸς τὸν Μυλοπόταμο· φαίνονται ὁ ἀμπελῶνας καὶ οἱ ἐγκαταστάσεις τοῦ οἰνοποιείου. Λίγο μετά, συναντάμε στὰ ἀριστερά, τὸ ἀνακαινισμένο πετρόχτιστο ἐργατόσπιτο τῆς Μονῆς Φιλοθέου. Ὁ δρόμος διακλαδώνεται. Ὁ ἁμαξιτὸς δρόμος ἀριστερά, συνεχίζει παραλιακὰ πρὸς Μορφονοῦ καὶ Μεγίστη Λαύρα, ὁ δρόμος δεξιὰ ὁδηγεῖ πρὸς τὶς Μονές Καρακάλλου καὶ Φιλοθέου.

Μετὰ τὸ ἐργατόσπιτο, ὁ δρόμος κατηφορίζει, καὶ φτάνει στὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Φιλοθέου. Ἕνα μακρύ κτῆριο μὲ ἀσοβάντιστα τοῦβλα, χρησιμοποιεῖται ὡς ἀποθήκη ξυλείας. Τὸ Κελλὶ τοῦ ἀρσανά, ἔχει ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία Τριάδα. Λίγο μετὰ τὸν ἀρσανά, συναντάμε τὸ Ἁγίασμα τῆς Παναγίας Γλυκοφιλούσας. Τὸ νερὸ τοῦ ἁγιάσματος, ἀναβλύζει σὲ σταθερὴ ποσότητα καὶ θερμοκρασία. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἐδῶ έφτασε ἡ ὁμώνυμη εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ποὺ τώρα τιμάται ὡς ἐφέστια τῆς Μονῆς Φιλοθέου.

Ἀκολουθώντας τὸν ἁμαξιτὸ δρόμο δεξιά, πρὸς τὶς Μονές, συναντάμε τὴν διακλάδωση δεξιὰ πρὸς τὸ φιλοθεΐτικο Κελλί τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ λίγο πιὸ πάνω, στὰ ἀριστερὰ τοῦ ἁμαξιτοῦ δρόμου, τὸ ἐπιβλητικὸ σὲ μέγεθος φιλοθεΐτικο Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ποὺ κατοικείται ἀπὸ ζηλωτές. Σχεδὸν ἀπέναντι, εἶναι ἡ διακλάδωση τοῦ ἁμαξιτοῦ ποὺ ἀνηφορίζει πρὸς τὴν Μονὴ Φιλοθέου. Ἀκολουθώντας τὴν διακλάδωση αὐτή, προχωράμε μέσα σὲ ἕνα πυκνὸ δάσος μὲ καστανιές, δρύες καὶ έλατα καὶ συναντάμε τὴν διακλάδωση γιὰ τὸ φιλοθεΐτικο Κελλί τῆς Ἁγίας Τριάδος, στὸ ὁποῖο σώζεται τὸ κελλί ὅπου μόνασε ὁ Ὅσιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ.

Συνεχίζοντας στὸν ἁμαξιτό, φτάνουμε σὲ μία διχάλα, ὁ δρόμος δεξιὰ ὁδηγεῖ κατευθείαν στὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς. Ἀκολουθώντας τὸν ἀριστερὸ δρόμο, φτάνουμε στὴν Μονή, προχωρώντας παράλληλα στὴν νότια πτέρυγα, μέσα ἀπὸ τοὺς κήπους καὶ τὰ βοηθητικά κτίσματα.

Διακλάδωση τοῦ δρόμου αὐτοῦ ὁδηγεῖ στὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου, ἀνηφορίζοντας καὶ κατηφορίζοντας τὶς δασωμένες πλαγιὲς τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου τοῦ Ἄθω. Ἀκολουθώντας τὴν διακλάδωση αὐτή, συναντάμε μετὰ ἀπὸ λίγο τὸ Σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Διονυσίου τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ. Ἡ ὁροφή του σχηματίζεται ἀπὸ ἕναν συμπαγὴ βράχο πάχους ἑνὸς μὲ δύο μέτρων. Τὸ ἐμβαδὸν τοῦ σπηλαίου, εἶναι περίπου ὀγδόντα τετραγωνικὰ μέτρα. Ἐδῶ ασκήτευε ὁ Ὅσιος, πρὶν γίνει ἡγούμενος τῆς Μονῆς.

***

Ἡ Μονὴ Φιλοθέου, εἶναι χτισμένη σὲ ὑψόμετρο τριακοσίων τριάντα μέτρων, σὲ πλάτωμα στὴν δεξιὰ πλευρὰ τοῦ χειμάῤῥου Μυλοποτάμου. Ἡ κάτοψη τοῦ κτηριακοῦ συγκροτήματος, σχηματίζει ἀκανόνιστο πεντάγωνο, καὶ ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τῶν πτερύγων ἀνάγεται σὲ τρεῖς οἰκοδομικὲς φάσεις· ἀρχὲς 16ου αἰῶνος, μέσα 18ου αἰῶνος καὶ τέλη 19ου αἰῶνος. Χαρακτικὸ τῆς Μονῆς τοῦ 1849, καὶ ἀντίστοιχες φωτογραφίες μαρτυροῦν τὴν ὕπαρξη πύργου στὴν βορειοανατολικὴ γωνία. Ὁ πύργος καταστράφηκε στὴν πυρκαγιά τοῦ 1871 καὶ δὲν ξαναχτίστηκε. Ἔτσι, τὸ κτηριακὸ συγκρότημα, στερεῖται τὴν κατακόρυφη διάσταση ποὺ προσφέρει ὁ πύργος, καὶ ὁ μόνος ὑπαινιγμὸς τῆς κατακόρυφης διάστασης εἶναι ἡ μολυβδοσκέπαστη πυραμιδοειδὴς ὁροφὴ τοῦ καμπαναριοῦ ποὺ προβάλλει πάνω ἀπὸ τὶς πτέρυγες.

***

Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, στὸ ὀροπέδιο τῆς Μονῆς, βρισκόταν εἰδωλολατρικὸ ἱερό, τὸ Ἀσκληπειό, καὶ ἐκεῖ ἔκτισε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος (321-37), ἐπισκοπεῖο, τὴν ἐποχὴ ποὺ ὑπῆρχαν ἀκόμη εἰδωλολάτρες.

Σὲ ὑπόπνημα ποὺ συντάχθηκε ἐπὶ αὐτοκράτορος Βασιλείου Α΄ Μακεδόνος (867-868) ἀναφέρεται ὅτι κάποιος μοναχὸς Ξενοφών, ἦρθε ἀπὸ τὴν Θάσο καὶ ἐγκαταβίωσε στὰ ὅρια τῆς Μονῆς Φιλοθέου. Κώδικας τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ 992 ἀναφέρει τὴν Μονὴ Φτέρης ἢ Φιλοθέου σὲ σχέση μὲ τὰ μονύδρια τοῦ Κάσπακα καὶ τοῦ Ἀτζιπάνου, ποὺ βρισκόταν κοντά στὸ κάθισμα τοῦ Μυλοποτάμου, πωλήθηκε ἀπὸ τὴν Μονὴ Φιλοθέου στὴν Μεγίστη Λαύρα τοῦ 1046. Σὲ ἔγγραφο τοῦ Πρώτου τοῦ 1015 ὑπάρχει ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Γεωργίου μοναχοῦ καὶ ἡγουμένου Φιλοθέου.

Ἡ ὀνομασία Μονὴ τῆς Φτέρης ἢ Πτέρης, μαρτυρεῖται σὲ ἔγγραφο τοῦ 1021 ποὺ διευθετεῖ τὰ ὅρια τῶν Μονῶν Κραββάτου, Μαγουλὰ καὶ Φιλοθέου/Πτέρης. Προέρχεται ἀπὸ ὁμώνυμο πόλισμα, ἐρείπια τοῦ ὁποίου βρίσκονται στὸ δάσος δυτικὰ τῆς Μονῆς, στὴν σημερινὴ τοποθεσία Κράββατος, κοντά στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Προφήτη Ἠλία. Εἶναι πιθανὸν ὅτι τὸ πόλισμα καταστράφηκε ἀπὸ Ἄραβες πειρατές, ἐπὶ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου Πωγωνάτου (670-6) καὶ ὅτι ὁ ναός του ἀνακαινίστηκε ἀπὸ κάποιον ἀναχωρητὴ μοναχὸ Φιλόθεο, ποὺ ἐγκαταβίωσε ἐκεῖ μετὰ τὸ 870 καὶ θεωρεῖται κατὰ τὴν παράδοση πρῶτος κτήτορας τῆς Μονῆς.

Ἱστορικά, κτήτοράς της θεωρεῖται ὁ Ὅσιος Φιλόθεος, ἀσκητὴς σύγχρονος τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Ἡ ἄποψη αὐτή, ἐπιβεβαιώνεται σὲ γράμμα ποὺ ἔγραψε τὸ 1016 ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Γεώργιος. Κτήτορες τῆς Μονῆς θεωροῦνται ἐπίσης οἱ μοναχοὶ Ἀρσένιος καὶ Διονύσιος, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν περὶ τὸ 1046. Στὸ Τυπικὸ τοῦ Μονομάχου τοῦ 1045, ἡ Μονή, ἀναφέρεται ὡς Μονὴ τῆς Θεοτόκου, ἤτοι τοῦ Φιλοθέου, καὶ κατέχει τὴν 19η θέση στὴν ἱεραρχία τῶν Μονῶν τοῦ Ἄθω. Ἀνακαίνισή της ἔγινε ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Βοτανειάτη (1078-81), ὁ ὁποῖος τῆς ἀφιέρωσε πολλὰ κειμήλια. Χρυσόβουλλο τοῦ Ἀνδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου τοῦ 1284, ὅριζε τὸν ἡγούμενό της Μακάριο, ἐξομολόγο τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς, καὶ συνόδευε τὸν διορισμό μὲ γενναία οἰκονομικὴ χορηγία, καὶ δωρεὰ λειψάνων. Τὸν ἑπόμενο αἰῶνα, χρυσόβουλλο τοῦ κράλη Στέφανου Δουσάν, τοῦ 1346, ἐνθάῤῥυνε τὴν αὐξημένη προσέλευση Σέρβων καὶ ἀργότερα Βουλγάρων μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι μετέτρεψαν τὴν Μονὴ σὲ ἰδιόῤῥυθμη. Σὲ ἔγγραφο τῆς Συνάξεως τὸ 1483, ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς ὑπέγραφε στὰ σλαβικά. Τὸ 1349, ἡ Μονή, κατεῖχε τὴν 13η θέση στὴν ἱεραρχία τω κυρίαρχων Μονῶν καὶ μετὰ τὸ 1480 πέρασε σὲ περίοδο ἐγκατάλειψης. Γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ χρέη της, ἀναγκάστηκε τὸ 1533 νὰ πουλήσει τὸ Κάθισμα τοῦ Σταυρονικήτα, τὸ ὁποῖο στὴν συνέχεια ἐξελίχθηκε σὲ κυρίαρχη Μονή. Ἀπὸ τὸ 1574, κατεῖχε τὴν 12η θέση στὴν ἱεραρχία. Τὸ 1786, πατριαρχικὸ σιγίλλιο κατακύρωσε τὴν Σκήτη τοῦ Μαγουλά, ποὺ ἀνῆκε στὴν Μονὴ ἀπὸ τὸ 1087, στὴν Μονὴ Ἰβήρων. Ἡ ἀνοικοδόμηση τοῦ Καθολικοῦ, ποὺ κατέῤῥευσε τὸ 1746, πραγματοποιήθηκε χάρη σὲ χορηγίες τῶν ἡγεμόνων τῆς Βλαχίας Γκίκα καὶ Μαυροκορδάτου. Ἡ δεινὴ οἰκονομικὴ κατάσταση τῆς Μονῆς, ἐπιδεινώθηκε μετὰ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1871, ὅταν κάηκαν ὅλες οἱ πτέρυγες καὶ διασώθηκε μόνο τὸ Καθολικὸ καὶ ἡ Τράπεζα. Οἱ ἐργασίες ἀνοικοδόμηση διήρκεσαν εἴκοσι χρόνια καὶ ἐξάντλησαν τοὺς πόρους τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία ἀριθμοῦσε τότε πενήντα μοναχούς, καὶ εἶχε ἐτήσια ἔσοδα ἀπὸ τὴν ἐμπορία ξυλείας ἑξακόσιες ὀθωμανικὲς λίρες. Ἀναγκάστηκε νὰ ζητήσει τὴν βοήθεια τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος γιὰ τὸν διακανονισμὸ χρέους ποὺ ἀνερχόταν σὲ πέντε χιλιάδες ὀθωμανικὲς λίρες. Ἡ Μονή, μετετράπη σὲ κοινόβιο τὸ 1973, μὲ σιγίλλιο τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη Δημητρίου Α΄

Σύμφωνα μὲ χειρόγραφο ποὺ σώζεται στὴν βιβλιοθήκη της, ἡγούμενος τῆς Μονῆς Φιλοθέου μετὰ τὸ 1375, διετέλεσε ὁ ἱερομόναχος Θεοδόσιος, ὁ ὁποῖος αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ πειρατές ἐνῶ ψάρευε, πουλήθηκε δούλος στὴν Προῦσα, ἀπελευθερώθηκε, καὶ ἀργότερα ἔγινε ἡγούμενος μίας Μονῆς στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατόπιν μητροπολίτης Τραπεζοῦντος, ἐπὶ Ἀλεξίου Κομνηνοῦ. Ἐπὶ ἡγουμενίας του, ἐκάρη μοναχός ὁ ἀδελφός του Διονύσιος, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἔπεισε τὸν Ἀλέξιο Κομνηνό, νὰ βοηθήσει στὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς Διονυσίου. Στὴν Μονὴ Φιλοθέου, μόνασε ἐπίσης ὁ Ὅσιος Συμεών ὁ Μονοχίτων καὶ Ἀνυπόδητος, ὁ Ὅσιος Δομέτιος καὶ ὁ Ἅγιος Νέος Ὁσιομάρτυς Δαμιανὸς ὁ ἐξ Ἀγράφων ποὺ μαρτύρησε τὸ 1515 καὶ ἦταν κτήτορας τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας Πελεκητῆς. Σὲ σπήλαιο, νοτιοδυτικὰ τῆς Μονῆς, ἀσκήτευσε ὁ Ὅσιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ. Γύρω στὸ 1500, ἐξελέγη ἡγούμενος ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους μοναχούς ποὺ ἐγκαταβίωναν στὴν Μονή, καὶ προέβη σὲ μεταῤῥυθμίσεις, ἐπαναφέροντας τὸ κοινοβιακὸ σύστημα καὶ τὴν τέλεση τῶν ἀκολουθιῶν στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ἀντὶ τῆς σλαβονικῆς. Οἱ ἐνέργειές τοῦυ, κίνησαν τὸν φθόνο τῶν μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποπειράθηκαν νὰ τὸν φονεύσουν. Ὁ Διονύσιος, ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Μονή, καὶ νὰ καταφύγει στὰ ἡσυχαστήρια τῆς κοίτης τοῦ Ἀλιάκμονα ποταμούῦ ὅπου ἵδρυσε τὴν Μονὴ Τιμίου Προδρόμου καὶ κατόπιν ἔκτισε ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸν Ὄλυμπο. Καὶ μόνασε ἐκεῖ μέχρι τὴν μακαρία κοίμησή του. Στὴν Μονὴ Φιλοθέου, μόνασε ἐπίσης ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός.

Τὸ 1973, ἡ Μονὴ Φιλοθέου, ἐπανδρώθηκε ἀπὸ τὴν συνοδεία τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ. Ὁ Γέρων Ἐφραίμ, ὑπῆρξε μαθητῆς τοῦ Ὁσίου Ἰωσὴφ τοῦ Σπηλαιώτου στὴν Νέα Σκήτη, καὶ ἡ συνοδεῖά του εἶχε προηγουμένως ἐγκατασταθεῖ στὸ Κελλί τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου τῆς Προβάτας. Ἀφοῦ, ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν, διετέλεσε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Φιλοθέου, ὁ Γέρων Ἐφραίμ, ἔφυγε καὶ πῆγε στὶς ΗΠΑ, ὅπου ἵδρυσε γύρω στὶς εἴκοσι Μονές, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου στὴν Ἀριζόνα, ὅπου καὶ ἐγκαταβιώσε καὶ ἐκοιμήθη. Συνοδεῖες Φιλοθεϊτῶν μοναχῶν, ἐπάνδρωσαν τὶς Μονές· Καρακάλλου, Κωνσταμονίτου καὶ Ξηροποτάμου.

Στὴν Μονὴ Φιλοθέου, φυλάσσεται τμῆμα τοῦ Τιμίου Ξύλου, δῶρο τοῦ Στέφανου Δουσάν τὸ 1347. Φυλάσσονται ἐπίσης ἡ κάρα τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ τοῦ ἐν Στειρίω καὶ ἡ δεξιὰ ἄφθαρτη χεῖρα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Φυλάσσονται τμήματα λειψάνων τῶν Ἁγίων· Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου, Χαραλάμπους, Παρασκευῆς, Παντελεήμονος καὶ Μαρίνας.

***

Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν κύρια εἴσοδο, βρίσκεται ἀξιοπρόσεχτη κρήνη τοῦ 1884, μὲ κιονίσκους ἀχιβάδα καὶ φυτικὸ διάκοσμο. Ἔχει πολλὲς ὁμοιότητες μὲ τὴν κρήνη ἔξω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς Καρακάλλου καὶ τὴν ἀντίστοιχη στὸ ἀρχονταρίκι τῆς Μονῆς Διονυσίου. Οἱ πεζοῦλες ἀριστερὰ καὶ δεξιά της, φέρουν σύγχρονο βοτσαλωτὸ διάκοσμο μὲ καθιερωμένες συμβολικὲς παραστάσεις· σταυρός, ἄγκυρα ἐλπίδος. Ἀπὸ τὸ πλάτωμα μὲ τὰ δένδρα ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο ἔχει κανεὶς θαυμάσια θέα τῆς νοτιοανατολικῆς χερσονήσου. Διακρίνονται οἱ Καρυές, ἡ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, ὁ πύργος τῆς Καλιάγρας καὶ ἡ Μονὴ Σταυρονικήτα. Τὸ κοντινό κτίσμα μὲ τὸν μεγάλο τροῦλλο εἶναι τὸ Ἰβηρίτικο Κελλί τῶν Ὁσίων Πέτρου καὶ Ὀνουφρίου τῆς αρχαίας Σκήτης Μαγουλά. Στὰ βόρεια τῆς Μονῆς, βρίσκεται ὁ παλιός νερόμυλος. Ἡ στέρνα του, χρησιμοποιεῖται σήμερα γιὰ τὴν λειτουργία ἡλεκτρικῆς γεννήτριας.

εἴσοδος τῆς Μονῆς, εἶναι στὴν ἀνατολικὴ πτέρυγα. Στὸ ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου, βρίσκεται ὑαλόφρακτη εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, μπροστὰ στὴν ὁποία καίει ἀκοίμητη κανδήλα. Τὸ θολωτό πρόπυλο στηρίζει διώροφο πρόβολο. Στὶς ὄψεις του φέρει σύγχρονο διάκοσμο αἰσθητικῆς ἀνάλογης μὲ τὴν βοτσαλωτὴ διακόσμηση τῆς κρήνης. Ὁ τροῦλλος πάνω ἀπὸ τὸν πρόβολο, ἀνῆκει στὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Πέντε Μαρτύρων· Αὐξεντίου, Εὐστρατίου, Μαρδαρίου, Ευὐγενίου καὶ Ὀρέστου.

Ἕνα μικρὸ διαβατικό, μὲ δύο σιδηρόφρακτες πόρτες, ὁδηγεῖ στὴν αὐλή, ἡ ὁποία εἶναι εὐρύχωρη καὶ καλύπτεται μὲ γρασίδι· στὴν νότια πλευρά, βρίσκονται εὔρωστες καμέλιες καὶ μανόλιες. Ἡ εὐρυχωρία τῆς αὐλῆς εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνοικοδόμησης τῆς βόρειάς της πτέρυγας, μετὰ τὴν πυρκαγιά τοῦ 1871, σὲ θέση βορειότερη ὥστε νὰ ὑπάρχει ἀπόσταση ἀσφαλείας ἀπὸ τὸ Καθολικό, ἡ θέση τοῦ ὁποίου μέσα στὴν αὐλὴ εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἔκκεντρη.

Τὸ Καθολικό, εἶναι μολυβδοσκέπαστο καὶ ἀρκετὰ μεγάλο. Οἱ ὄψεις του, παρουσιάζουν ἐνδιαφέρουσα περίκλειστη τοιχοποιΐα. Χτίστηκε τὸ 1746 ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Μητροφάνη, στὰ θεμέλια τοῦ παλαιότερου ναοῦ, ποὺ εἶχε χτιστεῖ πρὶν ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 16ου αἰῶνος καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν μορφὴ Βασιλικῆς καὶ τοιχογραφίες τῆς Κρητικῆς Σχολῆς. Εἶναι ἀφιερωμένο στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου.

Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ἐξωνάρθηκα τοῦ 1765, εἰκονίζουν σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη καὶ Ἁγίους. Ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου, εἰκονίζονται οἱ κτήτορες· Ὅσιος Συμεών ὁ Μονοχίτων καὶ Ἀνυπόδητος, καὶ ὁ Ὅσιος Φιλόθεος. Ἀξιόλογη εἶναι ἡ παράσταση τῆς ἔνθρονης Θεοτόκου. Τὸ ἀριστερὸ τμῆμα τοῦ ἐξωνάρθηκα, ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὴν πρόσοψη τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἔχει ξύλινο ταβάνι ποὺ κρύβει τὴν ἀνώτερη ζώνη τῶν τοιχογραφιῶν.

Τὸ βόρειο παρεκκλήσιο τοῦ Γενεσίου τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἔχει ἀξιόλογο ξυλόγλυπτο τέμπλο, ποὺ ἁγιογραφήθηκε ἀπὸ τοὺς ἱερομονάχους Γαβριὴλ καὶ Νεόφυτο τὸ 1776.

Τὸ νότιο παρεκκλήσιο τῆς Συνάξεως τῶν Ἀρχαγγέλων, εἶναι ἱστορημένο μὲ θαύματα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Στὴν παράσταση· Μιχαὴλ λυτρούμενος Κωνσταντινούπολιν ἐκ Περσῶν, ὁ ἁγιογράφος ἔχει τοποθετήσει κανόνια στὰ τείχη τῆς Βασιλεύουσας. Στὸ νότιο τοῖχο, ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ τοιχογραφία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Νέου μὲ ἐνδυμασία ἐποχῆς.

Ἡ διάταξη αὐτῶν τῶν παρεκκλησίων, συναντάται καὶ ἄλλες μονές καὶ ἀντανακλᾶ τὴν πορεία τοῦ μοναχικοῦ βίου· στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τοῦ αρχηγού τοῦ τάγματος τῶν μοναχῶν, γινόταν ἡ κουρά τοῦ μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνδυόταν τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα· στὸ Καθολικὸ περνοῦσε τὴν ζωή τοῦυ· καὶ στὸ παρεκκλήσιο τῆς Συνάξεως τῶν Ἀρχαγγέλων, λάμβανε χώρα ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία.

Οἱ τοιχογραφίες τῆς λιτῆς, τοῦ 1765, ὅπως καὶ τοῦ κυρίως ναοῦ, εἶναι ἔργο τῶν ἀδελφῶν Κωνσταντίνου καὶ Ἀθανασίου ἀπὸ τὴν Κορυτσά. Ἀξιοπρόσεχτη εἶναι ἡ παράσταση τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου ὡς κυνοκέφαλου στὸν νότιο τοῖχο, δίπλα στὸν Ἅγιο Βάρβαρο τὸν πρώην λῃστὴ Ῥαχάϊ καὶ τὸν Ἅγιο Μωϋσῆ τὸν Αἰθίοπα, ποὺ ἐπίσης ὑπῆρξε λῃστῆς. Στὸν βόρειο τοῖχο, ξεχωρίζει ἡ παράσταση μοναχοῦ σταυρωμένου καὶ πολεμουμένου ἀπὸ δαίμονες καὶ πειρασμούς.

Τὰ μαρμαροθετήματα στὸ δάπεδο τοῦ κυρίως ναοῦ ἔγιναν τὸ 1848. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1752, εἶναι ἐνδεικτικὲς τῶν ἀλλαγῶν ποὺ ἔφερε στὴν ἁγιογραφία ὁ 18ος αἰῶνας· συῤῥίκνωση τῆς χρωματικῆς κλίμακας καὶ τῶν θεολογικῶν ἀναφορῶν. Στὴν παράσταση τῆς Γεννήσεως, ἡ Θεοτόκος καὶ ὁ Ἰωσήφ, πλαισιώνουν τὴν φάτνη μὲ τὸ θείο βρέφος, παραπέμποντας σὲ δυτικότροπες ἀπεικονίσεις τῆς Ἁγίας Οἰκογένειας, ἐνῶ ἀπουσιάζει ἡ ἀπεικόνιση τῆς συνομιλίας τοῦ Ἰωσὴφ μὲ τὸν βοσκό-πειρασμό. Στὴν θέση της, εἰκονίζεται ἕνας βοσκὸς μὲ τὸ κοπάδι του, στοιχεῖο νατουραλιστικό, καὶ χωρὶς θεολογικὴ ἀναφορά. Σὲ προσκυνητάρι στὸν ἀριστερὸ ἀνατολικὸ κίονα, βρίσκεται ἡ ἐφέστια εἰκόνα τῆς Μονῆς, ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλούσα. Πρόκειται γιὰ ἀμφιπρόσωπη εἰκόνα, στὴν πίσω ὄψη τῆς ὁποίας εἰκονίζεται ἡ Σταύρωση. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τὴν ἔῤῥιξε στὴν θάλασσα γιὰ νὰ τὴν σώσει ἀπὸ τὴν βεβήλωση ἐπὶ Εἰκονομαχίας (726-840) ἡ Βικτωρία, σύζυγος τοῦ πατρικίου Συμεών, στὴν Κωνσταντινούπολη. Πλέοντας ὄρθια πάνω στὰ κύματα, τυλιγμένη σὲ αὔρα φωτός, ἡ εἰκόνα ἔφτασε στὴν περιοχή τοῦ ἀρσανὰ τῆς Μονῆς, καὶ ἀμέσως ἀνέβλυσε πηγὴ γλυκοῦ νεροῦ γιὰ νὰ τὴν πλύνει, στὸ σημεῖο ὅπου βρίσκεται τὸ ἁγίασμα. Ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς, εἰδοποιήθηκε μὲ ὅραμα γιὰ τὴν ἄφιξή της καὶ μὲ ἐπίσημη πομπή, ἡ εἰκόνα μεταφέρθηκε στὴν Μονή. Ἀξιόλογη καὶ θαυματουργὴ ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γερόντισσας, πίσω ἀπὸ τὸν ἀριστερὸ χορό, ποὺ ἐπίσης έφτασε μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἐκεῖ ἀπὸ τὴν Νιγρίτα τῶν Σεῤῥῶν. Ἡ προσωνυμία της ὀφείλεται στὴν θέση της μέσα στὸν ναό, ὅπου κατὰ κανόνα στέκονται οἱ νέοι μοναχοί, ὑπὸ τὸ άγρυπνο βλέμμα τοῦ Γέροντα. Τὸ τέμπλο, προέρχεται ἀπὸ τὸ παλαιό καθολικό. Οἱ τέσσερις μεγάλες εἰκόνες· τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1777 καὶ ἔχουν μερικῶς ἐπιζωγραφιστεῖ. Ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακὲς εἶναι οἱ εἰκόνες τοῦ Δωδεκάορτου τοῦ 16ου μὲ 17ου αἰῶνος, ἀσυνήθιστα μεγάλων διαστάσεων. Στὸν νότιο τοῖχο, ὑπάρχει εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νέου Ἱερομάρτυρος Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ.

Στὸ καμπαναριό, ποὺ χτίστηκε τὸ 1764, ἐνσωματωμένο στὸν ἐξωνάρθηκα, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Μαρίνας.

Στὶς πτέρυγες, ὑπάρχουν τὰ παρεκκλήσια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου στὸ συνοδικό, καὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ ἀρχονταρίκι.

Ἐκτὸς Μονῆς, βρίσκονται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος ποὺ εἶναι ἐνσωματωμένο στὸ σπίτι τοῦ κηπουροῦ καὶ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, ἢ Παναγούδα.

κοιμητηριακὸς ναός τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τοῦ 1809, ἔχει περίτεχνο ἀξιόλογο τέμπλο, ὅπου ἀξιόλογη εἶναι ἡ παράσταση τῆς Ῥίζας τοῦ Ἰεσσαί, καὶ ἐνδιαφέρουσα πλίνθινη τοιχοποιΐα.

τράπεζα, βρίσκεται στὸν πρῶτο ὅροφο τῆς δυτικῆς πτέρυγας, ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Καθολικοῦ. Εἶναι ἁγιογραφημένη μὲ ἐξαιρετικὲς τοιχογραφίες τῆς Κρητικῆς Σχολῆς. Ἐπιγραφὴ πληροφορεῖ ὅτι ἀνακαινίστηκε τὸ 1540 μὲ τὴν συνδρομὴ τοῦ βασιλιά τῆς Καχετίας τῆς Γεωργίας Λεοντίου καὶ τοῦ γιοῦ τοῦ Ἀλεξάνδρου. Ἱστορικοί, ἀνάγουν τὴν ἀνακαίνιση στὰ 1492.

Μεταξύ Καθολικοῦ καὶ τράπεζας, βρίσκεται ἡ φιάλη τοῦ αγιασμού. Ἔχει μαρμάρινους κίονες καὶ θωράκια. Στὸν θόλο εἰκονίζονται Προφῆτες καὶ παραστάσεις σχετικὲς μὲ τὸ νερό· Βάπτιση, Ζωοδόχος Πηγή, Διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας.

βιβλιοθήκη, βρίσκεται στὸν πρῶτο ὅροφο τῆς νεόδμητης πτέρυγας. Φυλάσσονται περὶ τὰ τριακόσια ἑβδομήντα χειρόγραφα. Τὰ πιὸ πρόσφατα, εἶναι κείμενα Ἀκολουθιῶν. Πενήντα τέσσερα σὲ περγαμηνή, καὶ τὸ ἀρχαιότερο χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν 8ο αἰῶνα. Ἰδιαίτερα σημαντικὸ εἶναι ἕνα εἰκονογραφημένο χειρόγραφο Τετραευάγγελο, ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα ποὺ σώζονται στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος εἰκονίζεται ὡς φιλόσοφος. Ὑπάρχουν ἐπίσης δύο χειρόγραφα τοῦ 14ου αἰῶνος, τὸ ἕνα περιέχει τὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Τὰ χειρόγραφα, συχνά, στέλνονταν κρυφὰ στὶς ἐνορίες γιὰ νὰ καλύψουν τὶς λειτουργικὲς ἀνάγκες τοῦ ὑπόδουλου ἑλληνισμοῦ.

Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς, ἀποτελοῦνται ἀπὸ Κελλιά, ἐκ τῶν ὁποίων αὐτὰ τοῦ· Ἁγίου Γεωργίου, Ἁγίου Κωνσταντίνου, Ἁγίας Τριάδος, Ἁγίου Δημητρίου, Ἀναλήψεως καὶ τὸ ἀντιπροσωπεῖο στὶς Καρυὲς επ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ.

Μετόχια τῆς Μονῆς, ἀναφέρονται στὸ χωριὸ Θεολόγος τῆς Θάσου, στὸν Ἅγιο Μάμαντα καὶ στὴν Ὀρμύλια τῆς Χαλκιδικῆς, στὴν Ἀδριανούπολη, στὴν Τιφλίδα τῆς Γεωργίας καὶ στὴν Κασσάνδρα μεταξὺ Κασσανδρείας καὶ Κρυοπηγῆς. Μετόχια τῆς Μονῆς εἶναι τὰ γυναικεῖα Μοναστήρια τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὴν Θάσο, καὶ τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας στὸ Πήλιο

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...