ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ
Ἀφοῦ περάσουμε τὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου, ὁ κάβος μὲ τοὺς ἀμπελῶνες ποὺ συναντάμε ἀμέσως μετὰ τὸ Ἁγιοπαυλίτικο Κάθισμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, Ὀνομάζεται Ζαρκάδι. Λέγεται ὅτι ἡ ὀνομασία ἀναφέρεται σὲ ἕνα ζαρκάδι ποὺ Ἔτρωγε σταφύλια στοὺς ἀμπελῶνες καὶ κυνηγημένο ἀπὸ τοὺς φύλακες Ἔπεσε καὶ τσακίστηκε στὰ βράχια. Στὴν ῥίζα τοῦ βράχου ὑπάρχει μία ἐντυπωσιακή θαλασσοσπηλιά, ποὺ ἐξαιτίας κατακρημνίσεως ἔχει καταντήσει διαμπερῆς. Οἱ πλαγιές, ἔχουν τώρα πιὸ ἤπιες κλίσεις καὶ εἶναι κατάφυτες.
Μετὰ τὸν κάβο Ζαρκάδι, σχηματίζεται στὴν ἀκτὴ μία στενή παραλία, ποὺ περιβάλλεται ἀπὸ κατακόρυφους βράχους. Στὴν μέση τῆς παραλίας, πάνω σὲ ἕναν σκόπελο, ὑψώνεται ἕνας κυλινδρικός λιθόχτιστος μικρὸς πύργος, τὸ θυννοσκοπεῖο ἢ νταλιάνι. Χρησίμευε ὡς παρατηρητήριο γιὰ τὴν ἁλίευση τῶν θύννων, ψάρι συγγενικό τοῦ τόνου, γνωστό καὶ ὡς χιάδι ἢ μαγιάτικο. Τὸν Μάἱο καὶ τὸν Ἰούνιο, ἅπλωναν ἐκεῖ οἱ μοναχοὶ τὸν γρίπο. Ἕνας ἀνέβαινε στὸ θυννοσκοπεῖο καὶ εἰδοποιοῦσε ὅταν περνοῦσε κοπάδι μαγιάτικων στὸ στενὸ πέρασμα μεταξὺ ξηρᾶς καὶ γρίπου, καὶ οἱ ὑπόλοιποι τραβοῦσαν τὸν γρίπο, μὲ σχοινιὰ περασμένα χιαστί. Ὁ πυργίσκος εἶχε ἐπιπλέον ὅροφο ἀπὸ ξυλοκατασκευή, ποὺ παρασύρθηκε ἀπὸ τὴν θάλασσα στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, ὅταν τὸ θυννοσκοπεῖο εἐκαταλείφθηκε.
Σὲ περίοπτη θέση τῆς ἀκτῆς ὑψώνεται ὁ Πύργος τῆς Νέας Σκήτης. Εἶναι ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακός, καὶ σὲ αυτόν ὀφείλεται ἡ παλαιότερη ὀνομασία τῆς Σκήτης ὡς Σκήτη τοῦ Πύργου. Οἱ ὀδοντόσχημοι, ἀπόκρημνοι βράχοι ποὺ κατεβαίνουν στὴν ἀμμουδιά, συμπληρώνουν τὸν αὐστηρὸ ὀχυρωματικό τοῦ χαρακτῆρα. Ἡ παράδοση λέει ὅτι χτίστηκε ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ, ἀλλὰ τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ πρόκειται γιὰ κτίσμα τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀνδρόνικου Α΄ Κομνηνοῦ περί τὸ 1150. Εἶναι χτισμένος στὸ βορινὸ μέρος τῆς Σκήτης, σὲ ὑψόμετρο ὀγδόντα μέτρων περίπου ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας. Ἔχει ὕψος εἴκοσι μέτρα καὶ οἱ διαστάσεις του στὴν βάση τοτ εἶναι 8Χ7.8 μέτρα. Εἶναι τετραώροφος καὶ στὸν πάνω ὅροφο βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Ἄννης. Ἔχει τετράριχτη στέγη καλυμμένη μὲ σχιστόπλακες. Στὴν βόρεια καὶ δυτικὴ ὄψη ὑπάρχουν καταχύστρες. Στὴν δυτικὴ ὄψη ὑπάρχει σκεπαστὸς ἐξώστης.
Τὰ πρόχειρα κτίσματα ἀπὸ μπετὸν στὸν ἀρσανὰ τῆς Νέας Σκήτης, χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ φυλάσσονται οἱ ψαρόβαρκες· κάθε κτίσμα ἀντιστοιχεῖ σὲ μία Καλύβη.
Ἀπὸ τὸν ἀρσανά, ἕνα μονοπάτι μὲ σκαλοπάτια ὁδηγεῖ στὶς Καλύβες τῆς δεξιὰς νότιας πλευρᾶς τῆς Σκήτης. Ἀπὸ τὴν Νέα Σκήτη καὶ πέρα, σὲ ὅλο τὸ ἄκρο τῆς χερσονήσου, δὲν ὑπάρχουν ἁμαξιτοὶ δρόμοι. Ἡ συγκοινωνία καὶ οἱ μεταφορὲς γίνονται μὲ μουλάρια, συχνά μὲ καραβάνια μουλαριῶν, ποὺ τὰ ὁδηγοῦν Ἀλβανοὶ ἢ Ῥουμάνοι ἡμιονηγοί. Ἡ ὀσμὴ τῆς καβαλίνας τυλίγει τὸν ἐπισκέπτη μόλις ἀποβιβαστεῖ. Ὁ ὀρεινὸς ὄγκος τοῦ Ἄθωνα, ποὺ ορθώνεται πίσω ἀπὸ τὴν Σκήτη, κόβει τὸν ἀέρα καὶ δημιουργεῖται ἀπάγκιο, ὑπήνεμο μικροκλίμα. Ἡ πλαγιά, εἶναι κατάφυτη μὲ πεύκα, κυπαρίσσια, ἐλιές, καὶ ἐσπεριδοειδή.
Παλαιότερα, ἡ Νέα Σκήτη ἦταν χτισμένη ψηλότερα ἀπὸ τὴν σημερινὴ τοποθεσία· βρισκόταν στὸν δρόμο ποὺ συνδέει τὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου μὲ τὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ ὅπου σώζονται ἐρείπια καὶ τὸ Κυριακό της βρισκόταν στὴν θέση τῆς σημερινῆς πάνω Καλύβης τῶν Ἁγίων Ἀνάργυρων. Σώζονται ὑπολείμματα τοῦ παλαιοῦ Κυριακοῦ καὶ τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν γνωστή ὡς Σκήτη τοῦ Βενεδίκτου ἢ Σκήτη τοῦ Σταυροῦ. Στὰ μέσα τοῦ 11ου αἰῶνος, μετεγκαταστάθηκε στὴν σημερινή της τοποθεσία καὶ τὸ Κυριακὸ βρισκόταν στὴν θέση τῆς σημερινῆς Καλύβης τῆς Ὑπαπαντῆς. Ἡ μετεγκατάσταση συνδέεται μὲ τὴν ἀνέγερση τοῦ ἀμυντικοῦ πύργου. Στὰ μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος, κατοικεῖτο ἀπὸ Ἕλληνες μοναχούς, ἐνῶ παλαιότερα κατοικεῖτο ἀπὸ Σέρβους. Τὸ 1819, ὀνομάστηκε Νέα Σκήτη ἢ Σκήτη τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου καὶ μὲ σιγίλλιο τοῦ ἐθνομάρτυρος πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, παραχωρήθηκε στὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου.
Μέσα σὲ μία συστάδα ἀπὸ κυπαρίσσια, βρίσκεται τὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης, καὶ τὸ καμπαναριό τοῦ 1812, ποὺ ἀνακαινίστηκε τὸ 1816. Τὸ συγκρότημα τοῦ Κυριακοῦ, ποὺ περιλαμβάνει ἐπίσης κοινή τράπεζα γιὰ τὶς Κυριακὲς καὶ πανηγύρεις, βιβλιοθήκη καὶ ξενῶνα, ἄρχισε νὰ χτίζεται τὸ 1730 καὶ ὁλοκληρώθηκε τὸ 1757.
Ὁ ναός ἔχει ὑαλόφρακτο ἐξωνάρθηκα. Ἡ λιτή, καλύπτεται ἀπὸ σταυροθόλια καὶ οἱ τοιχογραφίες εἰκονίζουν ὁλόσωμους Ἁγίους καὶ μαρτύρια Ἁγίων. Κατάγραπτος εἶναι καὶ ὁ κυρίως ναός, ὅπου βρίσκονται δύο θαυματουργὲς εἰκόνες, τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσας καὶ τοῦ Παντοκράτορος τοῦ 14ου αἰῶνος. Τὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο φέρει περίτεχνη διακόσμηση. Περίτεχνο ἐπίσης εἶναι τὸ ξυλόγλυπτο κιβώριο πάνω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Στὰ 1901 χτίστηκε τὸ ἐνσωματωμένο παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Λέγεται ὅτι ἐκεῖ βρίσκεται ὁ τάφος τριῶν ἱεραρχῶν ποὺ ἐγκαταβίωσαν στὴν Σκήτη.
Στὴν αὐλὴ τοῦ Κυριακοῦ, βρίσκεται ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τῶν Ἁγίων Πάντων καὶ τὸ ὀστεοφυλάκιο.
Στὴν βιβλιοθήκη, σώζονται ἀντίγραφα χειρογράφων, ἔργα τοῦ λόγιου μοναχοῦ Ἰακώβου τοῦ 19ου αἰῶνος.
Στὴν Νέα Σκήτη ἐκάρη μοναχός καὶ ἀσκήτευσε ἐπὶ δώδεκα χρόνια, κοντά στὸν ἀλείπτη ἱερομόναχο Ἰωσήφ, πρὶν πάει στὰ Καυσοκαλύβια, ὁ Ἅγιος Νέος Ὁσιομάρτυς Παχώμιος ποὺ μαρτύρησε τὸ 1730 στὸ Οὐσάκ.
Ἐδῶ μόνασε καὶ ὁ γέροντας Μελχισεδέκ· σὲ μία σύναξη τοῦ ζητήθηκε ἡ γνώμη του καὶ ἐκεῖνος απάντησε: Εγώ, πατέρες μου, είμαι πολὺ βραδὺς στὴν διάνοια καὶ, ἂν δὲν περάσει μία ἑβδομάδα, δὲν μπορῶ νὰ ἀποκριθῶ.
Στὴν Νέα Σκήτη ἐγκαταβίωνε ὁ πατὴρ Ἐφραὶμ ὁ Φιλοθεΐτης, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε κατόπιν στὴν Προβάτα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ επάνδρωσε μὲ τὴν συνοδεία τοῦ τὴν Μονὴ Φιλοθέου. Ἐδῶ μόνασε τὰ τελευταία ὀκτὼ χρόνια τῆς ζωής τοῦ ὁ Ὅσιος Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστῆς.
Στὴν Νέα Σκήτη, μόνασε κατὰ τὰ ἔτη 1925-1943, ὁ λόγιος ἀρχιμανδρίτης Ιωακείμ Σπετσιέρης· ἀξιώθηκε νὰ δεῖ πολλὲς φορές σὲ οράματα τὴν Παναγία· εἶδε ἐπίσης σὲ ὅραμα τὸν γέροντά τοῦ Ἰγνάτιο ποὺ ἐκοιμήθη ἐνῶ ἐκεῖνος ἔλειπε στὶς Καρυές, καὶ τὸν ῥώτησε τότε ἂν συνάντησε στὴν ἄλλη ζωή, κάποιους ἀπὸ τοὺς κοιμηθέντες πατέρες τῆς Σκήτης καὶ ὁ γέροντας Ἰγνάτιος τοῦ ἀπάντησε: Γνώρισα τὸν γέροντα Ἄνθιμο τῆς Πάνω Καλύβης τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, τὸν ὁποῖο, ὅταν έφθασα ἐκεῖ, ὁ ὁδηγός μου μὲ ἔβαλε καὶ τὸν προσκύνησα. Εὑρίσκεται σὲ καλλίτερη κατάσταση ἀπὸ ἐμέ, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ καλὰ εἶμαι.
***
Ἕνας γκρεμὸς στὴν ἀκτή, ὁριοθετεῖ τὸ σύνορο μεταξὺ τῶν Μονῶν Ἁγίου Παύλου καὶ Μεγίστης Λαύρας. Ὅλη ἡ περιοχή ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ἕως τὴν Μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας στὴν ἀνατολικὴ ακτή εἶναι λαυριώτικη. Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης καὶ ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ξηροποταμινός, ἀποφάσισαν νὰ ὁριοθετήσουν τὴν περιοχή τῶν Μονῶν τους λέει ἡ παράδοσις, καὶ συμφώνησαν νὰ ξεκινήσουν ἀπὸ τὶς Μονές τους καὶ σύνορο νὰ εἶναι τὸ σημεῖο ὅπου θὰ συναντιόνταν. Ἡ συμφωνία ἦταν νὰ ξεκινήσουν μετὰ τὸ πέρας τῆς ὀρθρινῆς ἀκολουθίας. Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὅμως, ποὺ ἦταν ἄνδρας πελώριου ἀναστήματος, καὶ ἔκανε μεγάλα βήματα, ἔψαλλε ὅλη τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου περπατώντας καὶ διήνυσε πολλαπλάσια διαδρομὴ ἀπὸ τὸν Ὅσιο Παῦλο.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου