Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

ΚΗΔΕΙΑ ΠΑΠΑ-ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΜΙΚΡΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΟΥ

 

ΚΗΔΕΙΑ ΠΑΠΑ-ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΜΙΚΡΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΟΥ



 

Τὸν τελευταῖο καιρό, ὅλο καὶ περισσότερο πύκνωναν οἱ ἐπισκέψεις τοῦ Πνευματικοῦ παπα-Διονυσίου, στὸ Νοσοκομεῖο Παπανικολάου. Ὤθησις καὶ ἐλπίδα ἀπὸ τοὺς δικούς του, συγκατάθεσις καὶ ὑπομονὴ ἀπὸ πλευρᾶς του· καὶ ἂς γνώριζε τὸ χρεωστικὸ ἀποβησόμενο, γιὰ τὸ ὁποῖο ἦταν πεπεισμένος καὶ ἱερατικῶς καὶ μοναχοπρεπῶς προετοιμασμένος. «Ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σὲ ζώσει καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις» (Ἰωάννης ΚΑ, 18). Ἐπῆλθε, ἠρέμως καὶ ἀνωδύνως. Ὁ Κύριος, ἂς τὸν κατατάξει ἐν χώρᾳ ζώνταν καὶ ἐν σκηναῖς δικαίων.

Δύο, οἱ κατὰ τὸ παρελθὸν χειρουργικὲς ἐπεμβάσεις στὴν πάσχουσα καρδιά του. Ἡ πρώτη, στὴν Ἑλβετία, τὸν Μάϊο τοῦ 1984, τῇ ἐπιδείξει καὶ ἐπιμονῇ ἰατρῶν-πνευματικῶν παιδιῶν του, λόγῳ τῆς κρισμότητος τῆς καταστάσεώς της καὶ ἡ δεύτερη στὴν Θεσσαλονίκη, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1992, ἀπὸ τὸν πεφημισμένο κύριο Σπύρου καὶ κάτω ἀπὸ τὸ ἀνύστακτο ὄμμα καὶ τὸ ζωηρότατο ἐνδιαφέρον τῶν ἐξαιρέτων ἰατρῶν κυρίων· Μηλιώνη Διευθυντοῦ τῆς Α’ Παθολογικῆς Κλινικῆς, Παρασκευοπούλου, καὶ Παγκάλου, ἀνδρῶν θεοσεβῶν, φιλαγιορειτῶν, εὐγενῶν, φιλανθρώπων.

Δὲν μπορῶ νὰ λησμονήσω ἐκεῖνες τὶς κρίσιμες στιγμές, ποὺ στοὺς προθαλάμους τοῦ χειρουργείου, ἀντὶ νὰ τὸν ἐνθαῤῥύνουμε καὶ νὰ τὸν παρηγοροῦμε ἐμεῖς, δὲν μᾶς ἔδεινε «σειρά», ἀλλὰ μὲ τὰ λόγια του, μεστὰ συνέσεως, καρτερίας καὶ χάριτος Θεοῦ ἱκάνωσε ὅλους μας –καὶ ἤμασταον πάρα πολλοί- γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν δυσκολιῶν καὶ τῶν ἀσθενειῶν μας, ποὺ ἐντάσσονται καὶ αὐτὲς μέσα στὴν ἀγάπη καὶ τὴν μέριμνα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία μας.

Ἔφθασε ἡ προκαθορισμένη στιγμή, καὶ οἱ πατέρες τῆς συνοδείας του, ἐπτοημένοι καὶ πελιδνοί, μαζὶ μὲ κάποιους ποὺ μποροῦσαν νὰ κρύωουν τοὺς φόβους καὶ τοὺς συναισθηματισμούς τους, τὸν συνοδεύαμε πρὸς τὴν πόρτα τοῦ χειρουργείου· ἄλλοι καὶ ἄλλες ἔτρεξαν νὰ ἀπομονωθοῦν σὲ γωνιὲς καὶ σὲ ἄλλους χώρους, ὅπου θὰ μποροῦσαν νὰ κρύψουν τοὺς ὀδυνομορφασμοὺς καὶ τὰ δάκρυά τους· παράξενο, πόσο εὔκολο ἔχουν οἱ γυναῖκες τοὰ ἐπιφωνήματα, τοὺς ὁλοφυρμούς, τὸ κλάμα, τὰ δάκρυα! Οἱ πιὸ σοβαροὶ καὶ συνετοί, ἔγκαιρα σήμαιναν ἐπιστράτευση προσευχῆς καὶ κλείσθηκαν στὸ ἐκκλησάκι τοῦ νοσοκομείου.

Λίγο νωρίτερα εἶχε ἀποωρισθῇ ἀπὸ ὅλους καὶ μὲ πῆρε ἕνα-δύο μέτρα παρὰ πέρα· φίλησε τὸ χέρι μου, φίλησα τὸ δικό του, καὶ ὕστερα μοῦ ἔδειξε τὸ μέρος τῆς καρδιάς του.

-Σταύρωσέ την καὶ εὐλόγησέ την, Δεσπότη μου. Ὅπως βλέπεις, ἔχω θάῤῥος, γιατὶ ἔχω πληροφορία, ὅτι ὅλα θὰ πάνε καλὰ καὶ τούτη τὴν φορά. Στήριξε τὰ καλογέρια καὶ προσευχήσου καὶ γιὰ τοῦτες τὶς ψυχές, ποὺ τὴν καθοδήγησή των στὴν σωτηρία μοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, καὶ ποὺ τώρα ἀγωνιοῦν γιὰ ἐμένα.

Ἔκανα ὐπακοὴ καὶ ἔτεινα τὴν δεξιά μου, σὲ ἐκπλήρωση τῆς θεοσεβοῦς ἐπιθυμίας του. Σταύρωσα καὶ εὐλόγησα ὅλο τὸ στέρνο του, ποὺ ἀμέσως, ὡς ἐν εἰκόνι τὸ φαντάσθηκα ἀπὸ ἐπάνω ἕως κάτω ἀνοιγμένο μὲ αἱμάσσουσα τὴν δύστηνη καρδιά του, ἀποκρύπτοντας, φυσικά, ὅσο καλλίτερα μποροῦσα, τὴν συγκίνηση ποὺ ἤθελε νὰ μὲ πνίξει καὶ τὰ ἄλλα σύνδρομα ποὺ συνεῖχαν καὶ τὴν δική μου. Ὕστερα, ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ χειρουργείου, καῖ ἕως ὅτου τὸν πάρουν μέσα, πρόλαβα νὰ δῶ τὸ μακάβριο ἐσωτερικὸ σκηνικό, καὶ πανέτοιμες τὶς ὑποβλητικὲς κορμοστασιὲς τῶν ἐξειδικευμένων ἐπιστημόνων, τῶν ἐξαρετικῶν βοηθῶν των καὶ τῶν ἄλλων βοηθητικῶν των.

Εἶχαν ἤδη πάρει «καιρό», καὶ ἦσαν πανέτοιμοι στὸ δικό τους «βῆμα»  γιὰ τὴν δική τους, γιὰ πολὺ λίγους καὶ μακριὰ ἀπὸ τὰ ὄμματα τῶν ἀμυήτων, λειτουργία. Ὅλοι τους μὲ ὁμοιόχρωμε στολές, ἐπιμελῶς γαντοφορεμένοι καὶ τελείως φιμωμένοι.

Ἀκούμπησα στὸν ἀπέναντι τοῖχο καὶ συμμάζεψα τὸν νοῦ μου σὲ προσευχὴ στὸν Χριστὸ γιὰ τὸν προσφιλῆ μας παπα-Διονύσιο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τούτους, τοὺς τόσο ἀναγκαίους «δημίους», ποὺ σὰν στοὺς ἀγγέλους μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη καὶ ἐλπίδα παραδινόμαστε. Φώτιζε, Χριστέ μου, γιὰ σωστὲς ἀποφάσεις καὶ γιὰ ἀκόμη πιὸ σωστὲς ἐπεμβάσεις, καὶ φύλαγέ τους ἀπὸ λάθη. Οἱ ἴδιοι δὲν τὸ θέλουν, οἱ μακαρίτες ὅμως τὰ ξέρουν ἀλλὰ τὰ παίρνουν μαζί τους. Σὺ μόνος πρὸ καὶ μετὰ τὰ βλέπεις, καὶ τὰ συγχωρεῖς συνήθως· ἡ ἀποκάλυψίς των ποιὸν θὰ ὠφελοῦσε;

Τὸν ξαναχάρισε ὁ Πανάγαθος στὴν ἀγαπητή του συνοδεία καὶ στὰ πολλά, πάρα πολλά του πνευματικοπαίδια, στὸ Ὄρος καὶ στὸν κόσμο, καὶ τὸν χαρήκαμε ἐπὶ πεντέξι ἀκόμα ἔτη.

***

Τὸν τελευταῖο ὅμως τοῦτο χρόνο, δοκιμάστηκε ἀκόμα πιὸ πολύ. Σὰν νὰ μὴν ἔφταναν τὸ βεβαρημένο ἱστορικό, οἱ ἰσχαιμικὲς καὶ οἱ στηθαγχικές του δεινότητες, ἕνα συντριπτικὸ κάταγμα τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ του ἀπὸ πτῶση σὲ πεζούλι τῆς καλύβης, πρόσθεσε στοὺς πόνους του καὶ ἄλλον πόνο καὶ τὸν περιήγαγε σὲ κατάσταση περίπου ἀναπηρίας.

Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τὸν εἶχε κατασυντρίψει, ἦταν ὁ αἰφνίδιος θάνατος τοῦ ἀρχαιοτέρου ὑποτακτικοῦ του, τοῦ καὶ κατὰ πάντα ἀξίου διαδόχου του στὴν γεροντία τῆς συνοδείας, παπα-Μητροφάνους, στὶς 5/18 Ὀκτωβρίου τοῦ 1997. Ἔκλαιγε πλέον καὶ κρυφὰ καὶ φανερά· καὶ τὰ κλάματα καὶ τὰ δάκρυά του ἀφοροῦσαν τόσο ἐκεῖνον, ποὺ ἀπροσδόκητα προηγήθηκε στὴν «φυγή», ὅσο καὶ ἐκείνους, ποὺ θὰ ἀπέμεναν μετὰ καὶ ἀπὸ τὴν δική του «ἀναχώρηση», ποὺ τὴν ἔβλεπε ἐγγὺς καὶ ἐπὶ θύραις, καὶ προαισθανόταν βαριά, πολὺ βαριά, καὶ δυσυπόρφερτη τὴν ὀρφάνια τους· μολονότι δὲν ἔπαυε ἡμέρα καὶ νύκτα, νὰ τοὺς νουθετῇ καὶ νὰ τοὺς συνιστᾷ στὸν Χριστὸ νὰ ἐμπιστεύονται τὴν ζωὴ καὶ τὴν σωτηρία τους καὶ τὴν Παναγία Μητέρα Του, τὴν Προστάτιδα τῆς Καλύβης των καὶ τοῦ Ὄρους ὅλου.

***

Δὲν μπόρεσαν τούτη τὴν φορὰ οἱ ἰατροὶ νὰ τὸν νεκραναστήσουν. Αἰωνία ἡ μνήμη του.

Τὸ πρωΐ τῆς Τετάρτης, 14/27 Μαΐου, παραμονὴ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, μὲ εἰδοποίησαν. Προθύμως προσφέρθηκαν οἱ ἀδελφοὶ Βολιῶτες μὲ τὸ πλοιάριό τους νὰ μὲ παραλάβουν ἀπὸ τὸ ἡσυχαστήριό μου καὶ νὰ μὲ διαπεραιώσουν στὸν ἀρσανᾶ τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου περίλυπος μὲ ἀνέμενε ὁ πατὴρ Γρηγόριος μὲ ὑποζύγιο γιὰ τὴν ἄνοδο στὴν Καλύβη.

Κατηφεῖς, ἀμίλητοι καὶ ἐπτοημένοι ἀπὸ τὴν ὀρφάνευσί τους οἱ πατέρες. Μόλις ποὺ μποροῦσαν νὰ συγκρατήσουν τοὺς λυγμοὺς καὶ τὰ δάκρυά των. Ἤξεραν πὼς δεῖγμα λιποψυχίας καὶ δυσκολίας ὑποταγῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ κλάμα γιὰ τοὺς νεκρούς μας, καὶ πὼς καθόλου δὲν ἁρμόζει τοῦτο σὲ πιστοὺς καὶ δὴ μοναχούς. Μὲ ὑποδέχθηκαν μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ προσέβλεψαν στὴν παρουσία τῆς ἐλαχιστότητός μου μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ παρηγοριά, γιὰ στηριγμό, γιὰ γλύκανση τοῦ πολλοῦ των πόνου.

Δεδομένο βέβαια καὶ τὸ δικό μου αλγος ἀλλὰ οἱ ἐπιταγὲς τῆς ἀποστολῆς μου ἔπρεπε νὰ ἀποδειχθοῦν ὑπέρτερες τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καὶ τῶν ἀκαίρων συναισθηματισμῶν· καὶ ἂς κόμπιαζα στὴν ὁμιλία, καὶ ἂς ἔνοιωθα νὰ μὲ ἐγκαταλείπῃ ἡ αὐτοκυριαρχία καὶ νὰ μὲ ἀγγίζῃ ὁριακὰ ὁ κίνδυνος νὰ ἀποδειχθῶ πολὺ λίγος καὶ ἀνεπαρκὴς στὸ νὰ φανῶ χρήσιμος στοὺς ἀδελφοὺς σὲ ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς τῆς ὀδύνης.

***

Ἔπρεπε ὅλοι μας νὰ μὴν χάσουμε τὰ σταθμὰ τῆς διακρίσεως καὶ σὲ τοῦτο τὸ τεράστιο θέμα· τὸ μέτρο τῆς μεσότητος τῶν Πατέρων. Κατακριτέα λοιπὸν θεολογικῶς καὶ ἀνθρωπίνως τοῦ θανάτου ἡ ἀφοβία καὶ ἡ ἔναντί του ἀδιαφορία, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπέρμετρος πρὸς αὐτοῦ λιπουχία καὶ ἡ ἐπὶ τῇ ἐκδημίᾳ τῶν προσφιλῶν μας ἀντιχριστιανικὴ στάσις, ἡ παντελὴς πτόσις καὶ οἱ διαρκεῖς θρῆνοι. Ἔχει, δόξα τῷ Θεῷ, ἡ Ἐκκλησία μας, τὶς κατὰ περίπτωση εὐαγγελικὲς συνταγὲς καὶ τὰ ἁρμόζοντα τῆς θείας Χάριτος πρόσφορα, ἀλλὰ καὶ τὶς διδασκαλίες τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὥστε μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ παυσίλυπα καὶ καθαγιαστικὰ ἐχέγγυα, οἱ ἐν ἱερᾷ εὐθύνῃ ποιμένες, οἱ ἐντεταλμένοι πνευματικοὶ πατέρες καὶ μαζὶ μὲ αὐτοὺς κάθε πρὸς τοῦτο ἱκανὸς καὶ ἐκκλησιολογικῶς εὐλογημένος πιστός, νὰ ἐπιδιώκουν καὶ νὰ ἐπιτυγχάνουν τὴν χρυσῆ μεσότητα... νὰ ἀποδιώκεται ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἡ ὁλοτελὴς πρὸς τὸν θάνατο ἀφοβία καὶ κτηνώδης ἀπάθεια, ποὺ εἶναι δίδαγμα τῆς παραφρονούσης ἀρχαίας καὶ νεωτέρας φιλοσοφίας, ὅσο καὶ νὰ περικόπτεται τὸ ὑπέρμετρο τῆς θλίψεως καὶ τῆς ὀδύνης.

Αὐτὴ εἶναι ἡ χριστιανικὴ καὶ ἀληθὴς φιλοσοφία «περὶ τῶν κεκοιμημένων». Ὄχι τὸ οὐδόλως «μὴ λυπεῖσθαι», ἀλλὰ τὸ «μὴ λυπεῖσθαι καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α΄ Θεσσ. Δ, 13). Θρασύτητα καὶ θηριωδία φανερώνει τὸ ἕνα ἄκρο, δειλία, παραλογία, καὶ ἔλλειψη ἐλπίδος στὸν Θεό, ἡ ἄλλη. Ἡ συνετὴ μετριοπάθεια κεῖται μεταξὺ τῆς ὑπόπτου ἀπαθείας καὶ τῆς νοσούσης ὑπερπαθείας. Αὐτὴν ἑπομένως πρέπει νὰ προτιμᾶμε καὶ κατὰ τὶς ὑπαγορεύσεις της νὰ φρονοῦμε περὶ τοῦ θανάτου, καὶ συμφώνως νὰ συμπεριφερώμεθα· διότι, ὅπως ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας «μέτρον δ’ ἐπὶ πᾶσιν ἄριστον», τὸ ὁποῖο ὁ σοφὸς ἐπίσκοπος Συνέσιος τὸ μετέφερε στὰ καθ’ ἡμᾶς ὡς, «τὸ φυγεῖν τὴν ἀμέτριαν, αὐτὸ τοῦτ’ ἂν εἴη τοῦ σοφοῦ τὸ ἀγώνισμα».

Τοῦ ἀδελφοῦ μας ὁ θάνατος καὶ ἡ ἐκδημία τῆς ψυχῆς του πρὸς τὸν ἀγωνοθέτη Χριστὸ ἀποτελεῖ εὐκαιρία γιὰ ἔγκυψι καὶ μελέτη τοῦ μυστηρίου ποὺ ἔχει ἐπιφυλαχθῆ γιὰ τὸν καθένα μας. Ὁ φόβος καὶ τὸ κλάμα προσήκει στὴν περίπτωση τοῦ πρὸς δικαιοκρισίαν βαίνοντος τάλανος ἁμαρτωλοῦ. Γιὰ τὸν πιστό, τὸν δίκαιο καὶ τὸν ἀγωνιστή, πρὸς τί ἡ θλῖψις καὶ ὁ κοπετός; «Πένθησον, στέναξον τὸν ἁμαρτωλόν_κἀγὼ κατάξω δάκρυα», ἀποφαίνεται ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, προσθέτων ἀκολούθως: «Ἐν τοῖς νῦν νεκροῖς μέγα τελεῖται μυστήριον. Εἰπὲ δή μοι, εἰ καθημένων ἡμῶν ἔπεμψεν ὁ βασιλεύς τινα καλῶν εἰς τὰ βασίλεια, κλαίειν ἔδει καὶ θρηνεῖν; Ἄγγελοι πάρεισιν ἐξ οὐρανῶν ἀπεσταλμένοι κἀκεῖθεν ἥκοντες, παρ’ αὐτοῦ πεμφθέντες τοῦ βασιλέως τὸν σύνδουλον καλέσαι τῶν αὐτῶν, καὶ σὺ κλαίεις;» καὶ συμπεραίνων, τέλος: «Τοὺς ἐν ἁμαρτίαις ζῶντας δεῖ πενθεῖν καὶ ὀδύρεσθαι, οὐ τοὺς ἀπελθόντας μετ’ ἀρετῆς. Ὀλίγον κλαῦσον ἐπὶ νεκρόν, ὅτι ἀναπέπαυται».

***

Τὴν ἑπομένη, Πέμπτη -ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου-, λειτούργησα στὸ ἐκκλησάκι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ δεήθηκα γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς του στὴν θεοφεγγῆ κατοικία τῶν ἐν οὐρανοῖς εὐφραινομένων. Ἴσα-ἴσα ποὺ ἀκουγόταν ἡ φωνητικὴ συμμετοχὴ τῶν παρισταμένων πατέρων.

Πενῆντα τρία τὰ χρόνια του σε τούτη τὴν Καλύβα. Ἀπὸ τὴν δροσάδα καὶ θαλλερότητα τῆς νιότης του σὲ τοῦτα τὰ ἄνικμα καὶ κατάξερα βράχια καὶ στὴν ὑπακοὴ τοῦ Γερο Ἀβιμέλεχ, τὴν ἀσκητικότητα τοῦ ὁποίου θαύμαζε ὅλος ὁ ἁγιορείτικος κόσμος, καὶ στὴν φιλαδελφία τοῦ Γέροντος Γερασίμου Ὑμνογράφου, καυχήματος τῆς ἀθωνικῆς ἐρήμου καὶ σεμνώματος τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας. Πάνω ἀπὸ σαράντα μέσα στὸ ἀξίωμα καὶ τὴν χάρη τῆς ἱερωσύνης. Πόσες φορές, ἆράγε, γονατιστὸς μπροστὰ σὲ τούτη τὴν Ἁγία Τράπεζα, ἐπικαλέσθηκε τὴν παρουσία τοῦ Παναγίου Πνεύματος καὶ τέλεσε τὴν Ἀναίμακτο Θυσία, γιὰ νὰ καταστήσει τὸν Σωτῆρα Χριστὸ εὐκαιρία γεύσεως ἀθανασίας γιὰ τὸν ἴδιο καὶ γιὰ τοὺς ἀδελφούς, ποὺ ἑλκύσθηκαν ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν πνευματικὴ αἴγλη τῶν Γεροντάδων του καὶ ποὺ ἐνθουσίασε καὶ ἡ δική του ἁγία βιοτὴ καὶ τοῦ πετραχηλιοῦ του ἡ χάρις καὶ τοῦ ἔγιναν μαθηταί, τέκνα ὑπακοῆς, σύγκελλοι ταπεινοί, ὁμοδίαιτοι σκληρότητος καὶ ῥέκται τῶν οὐρανίων;

***

Ἀπὸ νωρὶς ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ Ὄρους Πατέρες γιὰ νὰ παραστοῦν συνευχετικῶς στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία καὶ γιὰ νὰ ποῦν ἕνα καλὸ λόγο στὴν πενθοῦσα συνοδεία. Παληὰ καὶ εὐλαβὴς τούτη ἡ παράδοσις τῶν Ἁγιορειτῶν, νὰ μὴ φείδωνται κόπου, οὔτε νὰ ὑπολογίζουν τὶς ἀποστάσεις καὶ τὶς δυσκολίες τῶν συγκοινωνιῶν προκειμένου νὰ παρευρεθοῦν σὲ κηδεία συναγιορείτου. Ἡ φήμη τοῦ ἀποιχομένου τραβοῦσε τώρα στὶς ἀκρολοφιὲς καὶ τοὺς βραχότοπους τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης πολλούς· καὶ δὲν ἦταν λιγότεροι οἱ κοσμικοὶ γνωστοί ποὺ ἀσθαίνοντες καὶ αὐτοὶ θὰ ἔπιαναν τὸ πρὸς τὰ ἐδῶ κακοτράχαλο μονοπάτι.

Ψηλὰ ἀπὸ τὸν βράχο παρατηρούσαμε τὴν ἀνθρώπινη ἁλυσίδα νὰ παίρνει τὰ ζίκ-ζὰκ τοῦ ἄκρως ἀνηφορικοῦ μονοπατιοῦ. Στὰ χέρια καὶ στοὺς ὤμους πνευματικῶν του παιδιῶν τὸ φέρετρο καὶ δὲν τὸ παρέδιδαν σὲ ἄλλους ἐὰν δὲν γίνονταν μούσκεμα στὸν ἱδρῶτα καὶ δὲν αἰσθάνονταν τὰ γόνατά τους νὰ λυγίζουν ἀπὸ τὸν κόπο καὶ ἀπὸ τὸ πένθος· γιὰ νὰ δείξουν καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἀγάπη τους στὸν πνευματικό τους καὶ γιὰ νὰ ἔχουν τὴν εὐχὴ καὶ τὴν εὐλογία του καὶ μεταθανατίως. Δύο ὧρες ἄκρως ἀνηφορικῆς καὶ αὐχμώδους πορείας ἀπὸ τὴν ἁγιαννανίτικη προβλῆτα μέχρις ἀποθέσεώς του στὴν εὐλογημένη Καλύβη! Ἄξιος ὁ μισθός των.

Καταμεσήμερο βάλαμε εὐλογητὸς καὶ ἄρχισε ἡ ἐξόδιος ἱερὰ ἀκολουθία. Παρὼν καὶ ὁ τότε Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἀργυροκάστρου Ἀλέξανδρος, παλαιόθεν συνδεόμενος μὲ τὸν μακαριστό. Παρόντες ἡγούμενοι καὶ προϊστάμενοι Ἱερῶν Μονῶν, περὶ τοὺς σαράντα οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ διάκονοι. Πλῆθος οἱ λοιποὶ μελανειμονοῦντες Πατέρες, καὶ τίς οἶδε πόσοι οἱ συνοδεύσαντες τὸ σκῆνος τοῦ ἀειμνήστου ἀπὸ Θεσσαλονίκης ἕως ἐδῶ λαϊκοί, τοῦ πετραχηλίου, τῆς συνέσεως καὶ τῆς πνευματικῆς του οἰκοδομῆς πνευματικοπαίδια. Καὶ ὅλοι μὲ ἀνθοστέφανα καὶ ἀνθοδέσμες· φαινόμενο ποὺ ξένιζε, ἐρχόταν σὲ ἀσυγγένεια καὶ ἀντίθεση μὲ τὰ ἁγιορείτικα τυπικά μας, ποὺ ἔγκεινται στὸ ἁπλοῦν, τὸ λιτό, τὸ ἀπέριττο, τὸ ταπεινὸ καὶ ἄσημο.

Φαντάσθηκε τὸ τί θὰ ἔγινε στὸ Μοναστήρι τοῦ Χορτιάτη, ὅπου διαβάστηκε καὶ ἐκεῖ ἐξόδιος ἀκολουθία. Ἦταν θρηνώδης ἀξίωσις τῶν συγγενῶν καὶ ὅλων ἐκείνων ποὺ ταῖς εἶναι ἄβατο τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ δὴ τῆς ἐξαιρέτου σὲ ἔνθεο ζῆλο καὶ μοναχικὸ βίωμα καὶ φρόνημα περὶ τὴν ἡγουμένη Χριστοδούλη ἀδελφότητος μοναζουσῶν, ποὺ ἐπὶ πολλὰ χρόνια διατελοῦσαν ὑπὸ τὴν πνευματική του εὐθύνη καὶ καθοδηγία. Ἔτσι διευκολύνθηκαν στὸ νὰ ἀποτίσουν τὸν σεβασμό τους πρὸς τὸν μακαριστὸ καὶ ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἀλλαχόθεν μακρυνοὶ πιστοὶ καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, ποὺ γιὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώςτων δὲν μποροῦσαν νὰ παραστοῦν κατὰ τούτη τὴν καθιερωμένη γιὰ μοναχοὺς ἐκτενεστάτη καὶ κατανυκτικωτάτη ἐξόδιο ἀκολουθία.

***

Ὁ ἥλιος, λίγο ἤθελε νὰ ἀκουμπήσει καὶ νὰ γλιστρήσει πίσω ἀπὸ τὰ ὑψώματα τῆς Σιθωνίας· καὶ οἱ πατέρες ἀκόμα προσπαθοῦσαν νὰ βάλουν σὲ κάποια τάξη καὶ σειρὰ τὰ πράγματα, νὰ μετριάσουν ὅπως-ὅπως τὴν ἀπὸ τὴν πολυκοσμία καὶ τὴν συγκίνηση προκύψασα σύγχυση καὶ ἀταξία. Νὰ μαζέψουν βιβλία, μανάλια, θυμιατά, ἀποκέρια· νὰ διπλώσουν ὡράρια, φαιλόνια, πετραχήλια· νὰ ξεμπλέξουν μὲ τὸ πιατομάνι, τὰ κουζινικά, τὰ κουταλοπήρουνα.

Τὸ εἰδικῶς ναυλωμένο πλοῖο, προνοητικῶς περίμενε τὸ τέλος τῆς κηδείας καὶ σχεδὸν ὅλοι οἱ ἐκ κόσμου ἐλθόντες ἀπὸ διακριτικότητα, εὐθὺς μὲ τὸ πέρας τῆς κηδείας, ἀπεχαιρέτισαν τὴν πενθοῦσα συνοδεία καὶ ἐν σπουδῇ ῥοβόλησαν τὸν κατήφορο γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ στὰ ἴδια. Πῶς μποροῦσαν οἱ πατέρες νὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν πεῖνα ὅλων τῶν προσελθόντων; Παρὰ ταῦτα στὴν καθιερωμένη γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τοῦ Γέροντός των Τράπεζα («μακαριά»· ψαρόσουπα, ῥοφὸς πλακί, τυρί, μῆλο) παρεκάθησαν περὶ τοὺς διακοσίους, ποὺ πῆραν καὶ αὐτοὶ τὰ μονοπάτια· οἱ μὲν πρὸς τὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, οἱ δὲ ἄλλοι πρὸς τὴν Κερασιά, τοὺς Θωμᾶδες, τοὺς Δανιηλαίους, τὰ Καρούλια, τὰ Καυσοκαλύβια!...

***

Ἔδειχναν νὰ ἡσυχάζουν τὰ πάντα κατ’ ἀντίθεση τῶν πρὸ λίγου. Ἀπέμεινε ἡ συνοδεία βουβὴ καὶ μόνη· γιὰ νὰ ἀρχίσουν νὰ συνειδητοποιοῦν τὰ καλογέρια τὴν κρυάδα ποὺ ἀφῆκε ἡ ἐκδημία του καὶ τὸ ἀσκεπές των, σὰν ἀπέσυρε ἀπὸ τὰ κεφάλια των τὴν ἐξαγιαστικὴ χάρη καὶ ἁγιαστικὴ θωπεία, πῆρε δὲ μαζί του καὶ τὴν καθημερινὴ ἐενέργεια τοῦ ἱεροῦ πετραχηλιοῦ του.

***

Ὅταν σουρούπωσε, ἔκανε μερικὲς βόλτες στὰ λιθόστρωτα καὶ στὶς παρυφὲς τῶν πεζουλιῶν –δὲν ἔχουν εὐρυχωρίες καὶ πλατώματα τὸ εὐλογημένο ἄθροισμα τῶν καλυβῶν τῶν Γερασιμαίων- καὶ ἀκολούθως ἀνέβηκα στὸ κοιμητηριάκι, ποὺ μὲ τὶς ὑποδείξεις καὶ τὴν ἄμεση ἐποπτεία του, καὶ φυσικὰ μὲ τὸν ἱδρῶτα τῶν μαθητῶν καὶ ὑποτακτικῶν του πεζουλιάστηκε σταθερά, ἐπιχωματώθηκε μὲ κουβαλητὸ ἀπὸ ἀλλοῦ χῶμα, ἀριστοτεχνικώτατα πετροκτίσθηκαν οἱ ὕπερθεν ἐπιφάνειες καὶ ἐπιμελῶς περιθριγκώθηκε ὁ ἔμπροσθεν χῶρος.

Ἤθελε κάτω στὸ σπήλαιο τῶν Ὁσίων Διονυσίου τοῦ Ῥήτορος καὶ Μητροφάνους τοῦ Πνευματικοῦ καὶ ἔγγιστα τοῦ ἐπ’ ὀνόματί τους κτισθέντος ἱεροῦ ναοῦ -τοῦ ὁποίου τὰ ἐγκαίνια εἶχε τὴν εὐλογία καὶ τὴν καταξίωση νὰ τελέσει ἡ έλαχιστότης μου τὴν 27η Ὀκτωβρίου τοῦ 1986- λόγῳ ἐξαιρέτου τιμῆς καὶ ἰδιαιτερότητος, μόνο ὁ ἀείμνηστος Γέρων Γεράσιμος, Ὑμνογράφος τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, νὰ ἀναπαύεται καὶ ἀποκλειστικῶς μόνο ὁ δικός του τάφος ἐκεῖ νὰ δεσπόζει. Γιὰ αὐτὸ καὶ ἐν ὄψει τῆς βεβαρημένης καταστάσεως τῆς ὑγείας του μερίμνησε γιὰ τὴν κατασκευὴ τούτου ἐδῶ· κάμποσο ψηλότερα ἀπὸ τὸ ἱερὸ σπήλαιο, στὸ γώνιασμα  ἀκριβῶς τοῦ βορειοδυτικῶς τῆς καλύβης όρθούμενου βραχογκρεμοῦ.

Τὰ εἶχε σκεφθῆ καὶ προετοιμάσει ὅλα. Ἀπέβη τὰ τελευταῖα χρόνια ὁ προσφιλής του χῶρος. Ἀνέβαινε τὰ ἀπόβραδα καὶ βυθιζόταν σὲ στοχασμούς, σὲ προθεωρήσεις τῶν ἐσχάτων καὶ κατέληγε σὲ θερμὴ προσευχὴ καὶ ἔμπονα δάκρυα, ἐπικλητικὰ τοῦ θείου ἐλέους, κατὰ τὴν ἀπόζευξη τῆς ψυχῆς του ἀπὸ τὸ ταλαίπωρό του σῶμα, καὶ τῆς ἀπολαύσεως τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ προβλέψει ἦταν ὅτι τὸν πρόλαβαν ἄλλοι σὲ ταφὴ σὲ τοῦτο τὸ εὐλογημένο χῶμα.

Πρῶτος, ὁ Ζακυνθινῆς καταγωγῆς καὶ ἐκ τῶν διασήμων τραγουδιστῶν Θεοδόσης Διονύσιος τοῦ Ἰωάννου (ὑπὸ ἔτους γεννηθέντος 1958), ὁ ὁποῖος καὶ τότε ποὺ κρατῶντας τὸ μικρόφωνο ἐπευφημεῖτο καὶ ἐδοξάζετο, εἶχε τὴν ἁγία συνήθεια νὰ ἐξομολογῆται ἐν ταπεινώσει, εὐλαβείᾳ καὶ κατανύξει στὸν Γέροντα, καὶ νὰ κατορθώνει νὰ διάγει ἐνάρετη ζωή· καὶ ποὺ τελικῶς τὸν φώτισε ὁ Θεὸς ἐγκαίρως νὰ ἐγκαταλείψει τὶς μπουάτ, τὰ κέντρα, τὶς δισκογραφίες καὶ ὅλα τὰ παρομαρτοῦντα, νὰ ζητήσει νὰ καρῇ μοναχὸς μεγαλόσχημος (Μεγάλη Ἑβδομάδα τοῦ 1993) καὶ μετὰ ἀπὸ καθαρτικὴ τῆς ψυχῆς του ἀσθένεια νὰ γνωρίσει τέλος ὁσιακὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ αὐτοῦ ἔτος.

Δὲν μπορῶ νὰ ξέρω τὰ βαθύτερα τοῦ ψυχικοῦ των κόσμου, ἀλλὰ πάντως εἶναι πολὺ ἐπαινετὴ ἡ σκέψις καὶ ἐνέργεια τῶν διακεκριμένων καλλιτεχνῶν, ῥεκτῶν τοῦ πενταγράμμου καὶ συνεργατῶν τοῦ μακαρίτη, στιχουργοῦ Φιλίππου Γράψα, συνθέτου Μαρίου Τόκα καὶ τραγουδιστοῦ Μανώλη Μητσιᾶ, νὰ κοπιάσουν προσκυνηματικῶς στὸ ἅγιον Ὄρος, καὶ εὐγενέστατο, νὰ ἀνέβουν, τὴν 8η Ἰουνίου τοῦ 1998, Κυριακὴ τῶν Ὁσίων Ἁγιορειτῶν Πατέρων, καὶ στὴν Σκήτη τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης γιὰ νὰ ἀποδείξουν ἀγάπη, καὶ ἀποτίσουν τιμῆ στὸν τάφο τοῦ φίλου καὶ ἐν μοναχαῖς τετελειωμένου συναδέλφου των. Κύριος ὁ Θεὸς ἂς τοὺς φωτίζει καὶ αὐτοὺς στὰ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν των ἐμπρέποντα, μὲ δρόμους καὶ τρόπους ποὺ Αὐτὸς γνωρίζει.

Δεύτερος, στὸ χαριτωμένο κοιμητηριάκι, ἐνταφιάσθηκε –τοῦτο καὶ ἐὰν δὲν ἦταν ἀπροσδόκητο!- ὁ ὑπερτερῶν σὲ ἀγάπη, εὐγένια καὶ γλυκύτητα παρα-Μητροφάνης, ὁ καὶ διάδοχος ἐν πνευματικῇ πατρότητι, μόλις μπροστὰ ἀπὸ ἑνάμισυ χρόνο. Βαρὺς ὁ πόνος γιὰ τὸν γέροντα, ἀβάσταχτο γιὰ τὸν πατέρα νὰ θάβει τὸ παιδί του, καὶ μάλιστα ἐκεῖνο, ποὺ ὁ Θεὸς ἀφειδώλευτα μὲ τὰ πρωτοτοκικὰ καὶ μὲ πολλὰ ἄλλα χαρίσματα τὸ εἶχε καταστολίσει!

Ἔκτοτε, πύκνωσε ἀκόμη πιὸ πολὺ τὶς ἀνόδους του ἐκεῖ· καὶ κάνοντάς τους πολλὰ τρισάγια, μιλοῦσε μαζί τους καὶ τοὺς ὑπέσχετο πὼς θελήσει Θεοῦ δὲν θὰ βράδυνε νὰ τοὺς ἀνταμώσει. Τὰ καλογέρια, μονίπως πλέον τοποθέτησαν μία καρέκλα στὴν γωνία, καὶ μανικῶς φιλόκαλα καθὼς ἦταν καὶ εἶναι ὅλα, βάλθηκαν νὰ μεταβάλουν σὲ παραδείσιο λειμῶνα καὶ ἐδεμικὸ κομμάτι τὸ σμικρότατο κοιμητήρι.

Μὲ εἶχαν προλάβει καὶ ἐκεῖ τὰ καλογέρια. Τὰ βρῆκα νὰ φροντίζουν νὰ εἶναι ἀκοίμητα τὰ καντήλια, νὰ περιποιοῦνται τὸν τάφο, νὰ παραθέτουν στὴν πλευρὰ τοῦ τοίχου τὰ στεφάνια καὶ νὰ δυσκολεύονται στὸ ποῦ νὰ τακτοποιήσουν τὶς πάρα πολλὲς ἀνθοδέσμες, ποὺ ἔφεραν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη πνευματικοπαίδια, εἴτε δικές των εἴτε ἄλλων γιὰ ὕστατη ἀποτίση τιμῆς καὶ εὐλαβείας στὸν ἀπελθόντα Γέροντα. Στὸ νωπὸ χῶμα τοῦ τάφου μπηγμένα, ἔκαιγαν σὲ σειρὲς τὰ κεριὰ ποὺ ὅσο νύκτωνε καὶ σκοτείνιαζε, μὲ τὶς ἀναλαμπές τους ἔκαναν ἀκόμα πιὸ ὑποβλητικὸ αἰδέσιμο τὸν ἱερὸ χῶρο.

Δὲν σοῦ ἔρχεται εὔκολο νὰ διακόπτεις τὴν σιωπὴ τῶν πενθούντων, ποὺ σηματοδοτεῖ καὶ διαλαλεῖ πολλά. Κάθισα στὴν γωνιὰ ποὺ συνήθιζε νὰ κάθεται ὁ μακαρίτης καὶ παρατηροῦσα τὶς κινήσεις τῶν καλογεριῶν, τὰ κυπαρίσσια, τοὺς τάφους, τὶς ἀνθοδέσμες, τὴν θάλασσα, τὰ κεριά, τὸ ἄπειρο, τὰ ἄστρα.

***

Δὲν καταθέτουν τοῦ Ἄθωνα οἱ γενναιόφρονες καὶ σκληροδίαιτοι κάτοικοι στεφάνια στὶς κηδεῖες. Δὲν ἐκφράζουν τὴν λύπη τους γιὰ τοὺς ἀποιχομένους ἀδελφούς των μὲ ἀνθοδέσμες. Ἔχουν ἄλλους τρόπος ἐκφράσεως τιμῆς καὶ σεβασμοῦ στὸν νεκρὸ καὶ στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. Ξέρουν ὅμως νὰ ἐκτιμοῦν καὶ νὰ σέβονται τὶς εὐγένειες καὶ τὶς λεπτότητες τῶν κοσμικῶν ἀδελφῶν τους.

Τὰ ἄνθη εἶναι οἱ διερμηνεῖς τῶν δυσεκφράστων αἰσθημάτων των. Τὰ ἄνθη συνηθίζουν νὰ χρησιμοποιοῦν σὰν γέφυρα ἐπικοινωνίας μὲ ὅσους ἰδιαίτερα ἀγαποῦν, ζωντανοὺς καὶ πεθάμενους. Κρύβουν πολὺ συμβολισμό, τὰ εὐλογημένα· ἀσκοῦν πολλὴ ὑποβολή, διεκδικοῦν βασικὸ ῥόλο στὶς μεγάλες στιγμές. Καὶ μὲ τὰ θεῖα ἀκόμη μᾶς ἑνώνουν· ὅπως ὅταν στολίζουν τὸν Ἐπιτάφιο τὴν Μεγάλη Παρασκευή, ὅταν κατατίθενται στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, στὸ ἄλλο Ἐκεῖνο σύμβολο τῆς ἄκρας ἁγνότητος, τῆς ὁμορφιᾶς καὶ τῆς γλυκήτητος. Ἐξαίρεσις λοιπὸν καὶ πρωτοτυπία στὰ αὐστηρά μας ἔθη καὶ ἤθη, ὁ, πλέον τῶν ἄλλων, καὶ τοῦτος ὁ δαψιλῆς ἀνθοστολισμὸς τοῦ νωποῦ τάφου.

Εἶπα ὅ,τι μὲ φώτισε ὁ Θεὸς στοὺς πατέρας καὶ αταλήξαμε μὲ τὸ τελευταῖο τῆς ἡμέρας τρισάγιό μου τῇ συνηχήσει των. Ὕστερα, τοὺς παρακάλεσα νὰ πηγαίνουμε. Ἀπὸ ὥρα θὰ μᾶς περιμένουν οἱ ἄλλοι. Μία ἀκόμη μετάνοια· μία τελευταία ματιά, καὶ ἀρχίσαμε νὰ κατεβαίνουμε τὰ σκαλοπάτια. Μοσχοβολοῦσαν τὰ ἁγιοκλήματα καὶ οἱ δάφνες. Ἀργοσάλευαν καὶ θρόϊζαν οἱ κλῶνοι· σιγηλὸ ἁρμονικὸ ἀνάκρουσμα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλογο φύση· ὅτι θὰ ἐπιθυμοῦσε, ὁ ἄχρις ἀναστάσεως πλέον μέλλων νὰ καθεύδει περιπόθητός μας πνευματικός, ἀπὸ τὸ πεφιλημένο του κοιμητήρι.  

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...