ΚΗΔΕΙΑ ΔΙΑΚΟ-ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΟΥ
Τὴν ἑπομένη (16/29 Μαΐου 1998), ξεκινήσαμε ὅλοι γιὰ τὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης. Τὸ ἴδιο καθῆκον κηδεύσεως μᾶς περίμενε καὶ ἐκεῖ. Τὶς πρωϊνὲς ὧρες, προσκόμισαν ἀπὸ τὸ Στρατιωτικὸ Νοσοκομεῖο τῆς Θεσσαλονίκης στὸ Κυριακό, τὸν ἀγαθὸ Διακο-Παντελεήμονα (Ἀδαμόπουλος Δημοσθένης τοῦ Νικολάου ἐκ Περδικοβρύσης Μεσσηνίας· γέννησις 1944, προσέλευσις 1960, κουρὰ 1961, χειροτονία εἰς διάκονον 1976, κοίμησις 15-5-1998), θῦμα τοῦ αὐθορμητισμοῦ του σὲ ἐκδηλώσεις ἀγάπης, καλωσορισμοῦ τῶν προσκυνητῶν καὶ τῆς προθυμίας του γιὰ ἐξυπηρέτηση ὅλων.
Μόλις εἶχε προσγειωθῆ, κατὰ τὸν περασμένο χειμῶνα, τὸ στρατιωτικὸ ἑλικόπτερο, στὸ λίγο πιὸ πέρα κατασκευασθὲν γιὰ περιπτώσεις ἐκτάκτου ἀνάγκης ἑλικοδρόμιο -ἑλικοδρόμιο τοὺς ἔλειπε καὶ αὐτονῶν!- καὶ μὲ τὸ ποὺ εἶδε ὅτι οἱ μεγάλες φτεροῦφες σίγησαν τὸν συριγμὸ καὶ βράδυναν τὶς περιδινήσεις, ἔτρεξε πρὸς τὰ ἐκεῖ γιὰ νὰ ὑποδεχθῆ καὶ καλωσορίσει τοὺς πιλότους, περνῶντας δυστυχῶς καὶ ἀφελῶς ἀπὸ τὸ ὀπίσθιο μέρος. Οὔτε ὁ ἴδιος ἀντελήφθη οὔτε οἱ πιλότοι, ποὺ δὲν εἶχαν ἀνοίξει ἀκόμα τὶς θυρίδες γιὰ νὰ βγοῦνε ἀπὸ τὸ στεγανὸ κουβούκλιό τους, πρόλαβαν νὰ ἀντιδράσουν ἢ νὰ τὸν προειδοποιήσουν ὅτι ὁ κάθετος ἕλικας τοῦ οὐριαίου τμήματος ἐκινεῖτο ἀκόμα μὲ σφοδρότητα χιλιάδων στροφῶν.
Τοῦ κατέκοψε, τοῦ δυστυχοῦς, τὶς ὠμοπλάτες, κοκκίνησαν τὰ χιοόνια, γέμισαν τὰ κάτω ἀπὸ τὰ θλιβερὰ ῥάκη τοῦ ζωστικοῦ του, τῆς φανέλλας του καὶ τῆς δυστήνου σαρκός του. Ἀνάστατοι καὶ ὀλοφυρόμενοι οἱ ἀξιωματικοὶ-πιλότοι γιὰ τὸ ἀπρόβλεπτο δυστύχημα, ἔντρομοι καὶ κατηφεῖς οἱ προστρέξαντες συνασκηταί. Ἄμεση ἡ μετακομιδή του μὲ τὸ ἴδιο ἑλικόπτερο στὸ Νοσοκομεῖο καὶ ἄξιες ἐπαίνου οἱ ἐπεμβάσεις τῶν χειρούργων καὶ τὰ ξενύχτια τῶν ἄλλων ἰατρῶν στὸ πλευρό του, καὶ ὅλοι πιστεύσαμε πὼς ἀπευφεύχθη τὸ μοιραῖο, ἀφοῦ εἶχε περάσει τόσος ἔκτοτε καιρός, καὶ ὅλα ἔδειχναν χαρούμενα καὶ ἐλπιδοφόρα. Ἐσχάτως ὅμως ἄρχισαν ἐπιδεινώσεις καὶ ἔκαναν τὴν ἐμφάνισή τους σημψαιμικὲς ἐνδείξεις καὶ ἡ ὑγιεία τοῦ καημένου μας Διάκου, πῆρε ῥαγδαίως τὴν κατιοῦσα.
***
Νάτος τώρα, φασκιωμένος μὲ τὸ ταπεινὸ ῥασάκι του καὶ σκεπασμένος μὲ τὸ μοναχικὸ σάβανο μέσα στὴν νεκροκαζάκα, κάτω ἀπὸ τὸν πολυέλαιο, μὲ παράλληλη τὴν ἐναπόθεση του ὡραίου του, ἱεροῦ συμβόλου καὶ διαπιστευτηρίου τῆς μὲ τὸ φρικτὸ θυσιαστήριο σχέσεώς του. Καὶ ἐμεῖς πλησίον καὶ κύκλῳ του ντυμένοι μὲ τὰ ἱερατικά μας, μὲ τὶς λαμπάδες στὰ χέρια, μὲ τοὺς ἐξοδίους ὕμνους καὶ τὶς ἱκέσιες δεήσεις πρὸς τὸν στεφανοθέτη Ὕψιστο στὸ στόμα καὶ τὰ χείλη, καὶ μὲ ἀνοιχτὲς τὶς φυλλάδες γιὰ τὴν ἀνάγνωση τῶν μεγάλων συγχωρητικῶν εὐχῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐθισμένων τόσο ἐδῶ, ὅσο καὶ στὸν κεχηνότα τάφο του στὸ κοινο Κοιμητήρι τῆς Σκήτης· ἐκεῖ στὰ βορεινὰ τοῦ Κυριακοῦ, στὰ λίγα χωμάτινα τετραγωγικὰ τοῦ ὁποίου ἔδυσαν καὶ χωνεύθηκαν χιλιάδες ἀσκηταί, ἀρνηταὶ τῶν ἐγκοσμίων, τῶν ἀφθάρτων ἐρασταί.
Ὅταν ζῆ ὁ ἀδελφός μας, εἴμαστε ὅλοι πρόθυμοι στὸ νὰ ἐπισημαίνουμε τὰ χούγια καὶ τὰ λάθη του καὶ σκωπτικὰ νὰ σχολιάζουμε τὶς ἐνέργειές του. Σὰν μάθουμε τὴν θανή του, πλειοδοτοῦμε σὲ ἀπαρίθμηση τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς καλωσύνης του· ἐνῷ κάπου στῆς καρδιᾶς μας τὰ ἐνδότερα, ἀναδεύουν τύψεις καὶ πυγολαμποῦν σινιάλα ὑπομνήσεως μεμπτέων καὶ κολασίμων δικῶν μας συμπεριφορῶν.
Ὀλιγόμυαλο καὶ ἀφελῆ τὸν ἀνεβάζαμε, ἀτημέλητο καὶ σβαρνιάρη τὸν κατεβάζαμε. Ἀλληλοκοιταζόμενοι, τὴν περιμέναμε τὴν φραστικὴ ἀστοχία του ὅταν ἔπαιρνε, καὶ αὐτός, τὸν λόγο, σὲ κάποια ἑόρτιο συνάντησή μας, γιὰ νὰ ἔχουμε ὑλικό, βέβαιοι γιὰ αὐτήν, ἀφοῦ ὁ μακαρίτης εἶχε μόνιμη καὶ ἀνίατη τὴν ταχυλέξία καὶ ἄφευκτο τὸν μικροτραυλισμό. Πάλι καλά, ποὺ πάντοτε γιὰ ἀργότερα ἀναβάλλαμε τὸν βάναυσο σχολιασμό. Τὸ καταλάβαινε ἐκεῖνος, ἀλλὰ ὑπέμενε γενναίως, δὲν διαμαρτυρήθηκε σὲ κανέναν καὶ οὔτε παραπονέθηκε ποτέ.
Καθὼς ὡς ἐκ τῆς τοποθεσίας της παρατηρητήριο ἦταν ἡ Καλύβα του, θεωροῦσε χρεός του νὰ πληροφορῆ ἐγκαίρως τὸν Δικαῖο, γιὰ τὸ πόσοι προσκυνηταὶ βγῆκαν στὸ μουράγιο, πόσοι πῆραν τὴν τελικὴ στροφὴ γιὰ τὸ Κυριακό, ὥστε ἀναλόγως νὰ ἑτοιμάζει τὰ τῆς φιλοξενίας των καὶ νὰ μὴν σπουδάζει ἐναγωνίως τὴν τελευταία στιγμή. Ἂν ἔβλεπε ἡλικιωμένο ἢ ἀνήμπορο, πρόθυμα ἔδινε τὸ μουλάρι του γιὰ διευκόλυνση καὶ θεωροῦσε εὐτυχία νὰ μετακομίζει μὲ αὐτὸ ὁ ἴδιος πράγματα ἀσθενῶν συνασκητῶν του. Μὲ πολλὴ χαρὰ δὲ τὸ ἔδεινε γιὰ ἀρκετὲς ἡμέρες σὲ ἀδελφοὺς γιὰ νὰ μεταφέρουν ὑλικὰ ἐπισκευῆς Καλυβῶν ἢ γιὰ τοῦ χειμῶνός των τὰ ξύλα.
Τοῦ Ἱερομονάχου Ἡσυχίου ὑποτακτικὸς καὶ κουρά (Ἀλεξανδρόπουλος Δῆμος τοῦ Σπυρίδωνος ἐκ Καλαμῶν· γέννησις 1909, προσέλευσις 1927, κουρὰ 1928, χειροτονία εἰς διάκονον 1933, χειροτονία εἰς πρεβύτερον 1936, κοίμησις 1982), τὸν ὁποῖο σεβάσθηκε, τίμησε καὶ περιποιήθηκε καὶ στὶς ἀσθένειες καὶ στὰ γεράματά του ἀξιεπαίνως. Δοκίμασε δὲ ὁ Θεὸς τὴν ὑπομονή του καὶ οταν ὁ παραδελφός του παπα-Λεόντιος (Ἀλεξανδρόπουλος Δήμητριος τοῦ Ἰωάννου, ἐκ Καλαμῶν· γέννησις 1922, προσέλευσις 1938, κουρὰ 1941, χειροτονία εἰς διάκονον 1947, χειροτονία εἰς πρεβύτερον 1954, κοίμησις 1995), προσβληθεὶς ἀπὸ ἡμιπληγία, καθηλώθηκε στὸ κρεββάτι γιὰ πολλὰ χρόνια. Δὲν εἶναι εὔκολο στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ φροντίζεις καὶ νὰ περιποιῆσαι γέρο καὶ κατάκοιτο. Γιὰ αὐτὸ καὶ εἶναι πολὺς ὁ μισθὸς ἀπὸ Θεοῦ γιὰ τέτοια προθυμία καὶ ἀντοχὴ καὶ παναγιορειτικὸς ὁ θαυμασμός, ἡ ἀναγνώρισις καὶ ὁ ἔπαινος.
***
Πάει, χάθηκε τώρα καὶ τὸ ἐργόχειρο τῆς πλεκτικῆς τῆς Ἁγιαννανίτικης σκούφιας. Θὰ σιγήσει καὶ τὸ ἐπὶ αἰῶνες γνωστὸ καὶ κάποτε κοινὸ γιὰ ὅλους τοὺς πλεχτᾶδες ἁγιαννανῖτες νερὸ Μαστήρι, ποὺ καθιστοῦσε τὶς σκούφιες πολὺ ἀνθεκτικὲς καὶ τὶς ἔδινε τὸ χαρακτηριστικό τους χνούδωμα. Ὁ Διακο-Παντελεήμων, ἦταν ὁ τελευταῖος ἐργοχειρᾶς τοῦ εἴδους. Γιὰ αὐτὸ καὶ μεταχειρίζομαι καὶ προσέχω δύο σκούφους, ποὺ κατὰ τὸ παρελθὸν μοῦ εἶχε δωρήσει, δείγματα τῆς εὐγενείας καὶ τῆς πρὸς ἐμὲ ἀγάπης του. Θὰ συγκινηθῇ τόσο κάποιος Ἁγιαννανίτης ὥστε νὰ θελήσει νὰ διασώσει τούτη τὴν χρυσῆ παράδοση καὶ θὰ ἀντισταθῇ στὴν σαρωτικὴ ἐπέλαση τοῦ ἐκμοντερνισμοῦ τόσων πραγμάτων στὸ Ὄρος μας, ποὺ μὲ τὴν κοίμηση τοῦ ἀγαπητοῦ μας Διάκου, θὰ ἀγγίξει καὶ τὶς σκούφιές μας ἀκόμη;
Δὲν ἤμουν στὴν κηδεία τοῦ παραδελφοῦ του καὶ Γέροντός του ἀκολούθως καὶ δὲν θυμᾶμαι γιατὶ δὲν μπόρεσα νὰ ἀνταποκριθῶ στὴν γραπτὴ πρόσκλησή του γιὰ τέλεση τῶν σαράντα. Χρέος ἐξιλεωτικὸ θεώρησα τὴν παρουσία μου στὴν κηδεία τοῦ ἰδίου καὶ ἀδελφικὸ μνημόσυνο τὴν χάραξη τούτων τῶν ταπεινῶν γραμμῶν καὶ στοὺς δυό τους. Αἰωνία των ἡ μνήμη. Ἂς χαίρονται στὴν χώρα τῶν ὄντως ζώντων, ἐν ἀναμονῇ καὶ τῆς δικῆς μας πρὸς τὰ ἐκεῖ πορείας.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου