Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΥΦΤΟΚΑΡΦΟ

 

ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ

Ἀρσένιος Μοναχὸς · κατὰ κόσμον Ἀνδρέας Δαράκης τοῦ Εὐστρατίου, ἐξ Ἀζογυρῶν Χανίων Κρήτης. Ἐγεννήθη τὸ 1900, προσῆλθε καὶ δοκίμασε στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου τὸ 1929, ἐκάρη μοναχὸς τὸ 1930, καὶ παρέμεινε στὴν Μονὴ μέχρι τὸ 1944, ὁπότε λαβὼν ἀπολυτήριο, προτίμησε νὰ ἀσκητεύσει στὴν ἡμίωρο περίπου ἀπέχουσα ἀπὸ αὐτὴν μὲ τὰ πόδια Σκήτη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος καὶ συγκεκριμένα στὴν Καλύβη τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία ἐγκατέλειψε τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1966, γιὰ νὰ συνεχίσει τὴν ἄσκησή του στὴν Καλύβα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, στὴν ὁποία καὶ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὸ 1983.

Ἀπὸ τὰ γλυκοχαράματα ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν Καλύβα του καὶ ἐρχόταν γιὰ μεροκάματο στὸ Κελλί μας, ὁ πατὴρ Ἀρσένιος, στὴν Κουτλουμουσιανὴ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Τὰ χέρια του, μέσα ἔξω, ἦταν σὰν τῆς χελώνας τὰ πόδια καὶ τὸ καύκαλο· τὰ ζηλεύαμε· γιατὶ ἦταν ἀδιανόητο νὰ βγάλουν ἀπὸ τὸ ζόρισμα φουσκάλες, ποὺ ἔσκαζαν, ὑγροῤῥοοῦσαν καὶ ἔτσουζαν πολύ. Ἀντάμα, λοιπόν, τὸ δικό του μὲ τὰ δικά μας κελλιὰ καὶ βατοκόπια· ἀμπέλι, λαχανόκηπος, ἐλαιώνας, κατέληγαν βαθειὰ φρεσκοσκαμμένα, ὁ λεπτοκαρεώνας κατακάθαρος ἀπὸ ζίγρες, ἀρκουδόβατα καὶ ἄλλα λαίμαργα καὶ ἀγριοπλόκαμα, καί, μὲ ἕναν λόγο, ὅλα τὰ τῆς περιοχῆς μας ἀπέβαιναν, ἐκτὸς ἀπὸ ὡραιοθέατα, καὶ πολλὰ ὑποσχόμενα.

Ἦταν πολὺ χαριτωμένο τὸ καλυβάκι του, ἐκεῖ στὰ πιὸ βορειοδυτικὰ ἀπόμακρα τῆς Σκήτης. Εἶχε ναΐσκο ἐπ’ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, δωματιάκι γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀρχονταρικάκι μὲ καναπὲ καὶ μιντέρι, γιὰ νὰ μπορεῖ ἐν ἀνάγκῃ νὰ φιλοξενήσει τὸν παπᾶ ποὺ ἐρχόταν γιὰ λειτουργία ἢ κάποιον γνωστό του, ἕναν διαδρομίσκο στὸ μὲ τὴν ἐκκλησίτσα ἐνδιάμεσο, καὶ μία συνεχόμενη ἀποθηκούλα γιὰ τὴν προφύλαξη τῶν χρειωδῶν του.

Τὸ σύνολό του τὸ θέρμαινε κατὰ τὶς κρυάδες τοῦ χειμῶνος μιά, σὲ μεσοτοιχία καλοκτισμένη μὲ πυρότουβλα, σόμπα, ποὺ τὴν ἔθρεφε μὲ καυσόξυλα, ποὺ τὰ ἔκοβε τὸ κατακαλόκαιρο καὶ τὰ μετέφερε στὴν πλάτη ἢ στὸν ὦμο ἀπὸ τὶς πλησιέστερες δασοχαράδρες, καὶ κοντοκόβοντάς τα ἕνα ἕνα, πάλι μὲ τὸ τσεκούρι, τὰ ἔκτιζε, μὲ προσοχή, γιὰ νὰ μὴν πιάνουν πολὺ χῶρο, σὲ λίγο παρέκει πασαλοστεκούμενο καὶ λαμαρινοσκέπαστο τσαρδάκι.

Τίποτα δυστυχῶς, ἀπὸ αὐτὸ τὸ τόσο ἡσύχιο, χαριτωμένο καὶ ποθεινὸ γιὰ ἄσκηση, προσευχὴ καὶ σωτηρία, δὲν σώζεται σήμερα· γιατὶ ὁ πατὴρ Ἀρσένιος, ζηλωτὴς στὸ φρόνημα, καθὼς αἰσθάνθηκε τὸν ἑαυτό του γηράσκοντα καὶ ὁλοένα ἐγκαταλειπόμενο ἀπὸ τὶς ἀκατάβλητες κάποτε δυνάμεις του, ἀπεφάσισε τὴν μετεγκατάστασή του στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, τῇ ὑποκινήσει καὶ ἐνθαῤῥύνσει ἁγιαννανιτῶν ἀσκητῶν φίλα πρὸς αὐτὸν προσκειμένων καὶ διατεθειμένων. Τοῦ ἐδόθη ἀπὸ τὴν Μεγίστη Λαύρα ἡ, στὰ νότια καὶ κατάντικρυ τοῦ Κυριακοῦ, Καλύβα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου μετ’ ἀρκετὰ ἔτη, ἐν Κυρίῳ ἐκοιμήθη καὶ στὸ λιγοστό της χῶμα ἐτάφη.

Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1953, καὶ συγκεκριμένως κατὰ τὶς παραμονὲς τῆς ἑορτῆς τῆς Παναγίας, κατὰ τὶς ὁποῖες ἔκανε τὶς ἀπαιτούμενες ἑτοιμασίες ὁ πατὴρ Ἀρσένιος, γιὰ νὰ τιμήσει ὅσο μποροῦσε καλλίτερα τὴν προστάτρια τῆς Καλύβης του καὶ ὅλων ἀειπάρθενο Μητέρα τοῦ Σωτῆρός μας, ἦταν ποὺ διεδραμάτισα καὶ ἐγὼ κάποιον στὰ ἐκεῖ ῥόλο.

Μὲ λειτουργὸ στὸ Μυστήριο τὸν μακαριστὸ πνευματικό μου παπα-Εὐθύμιο Ἐσταυρωμένο, τοῦ ὁποίου τὸ Κελλὶ ἀπεῖχε μόλις ἡμίωρο –μὲ τὰ πόδια φυσικά- ἀπὸ τὴν Καλύβα, θὰ ἔκανε μικρὸ πανηγυράκι ὁ πατὴρ Ἀρσένιος, μὲ δύο τρία ἀκόμη προσφιλῆ του πρόσωπα, καὶ θὰ δεχόταν τὸν γειτονικό του ἀσκητόκοσμο· πέντε ἢ ἕξι, δηλαδή, τὸ πολύ, ἀκόμη συνασκητάς του· ποὺ κατὰ τὰ ξημερώματα θὰ διέκοπταν τὴν ἀγρυπνία τους στὸ Κυριακό, καὶ θὰ ἀνηφόριζαν γιὰ νὰ τὴν συμπληρώσουν ἐκεῖ ἐπὶ τὸ ἑορταστικώτερον.

Στὴν πολὺ λιτὴ τράπεζα ποὺ παρέθεται, ποτὲ δὲν εἶχαν παρακαθίσει περισσότεροι, γιατί, ὡς γνωστό, τὴν ἴδια ἡμέρα ἑορτάζει ἡ Πορταΐτισσα στὴν Ἰβήρων καὶ ἦταν ἑπόμενο περίπου ὅλοι νὰ ἐπιθυμοῦν, καθ’ ὃ καὶ γείτονες, νὰ μὴν λείψουν ἀπὸ τὸ προσκύνημά Της, καὶ νὰ ἀγρυπνήσουν πανηγυρικώτατα, μὲ ᾄδοντας καὶ ψάλλοντας τοὺς καλλιφωνοτέρους ψάλτας ποὺ διέθετε τὸ Ἅγιον Ὄρος μας.

Μὲ τὴν εὐλάβεια καὶ τὸν ζῆλο τοῦ ἀρχαρίου, προσφέρθηκα νὰ βοηθήσω στὴν καθαριότητα καὶ τὸν εὐτρεπισμὸ τοῦ ναΐσκου. Ξεσκόνισα στασίδια, ἑτοίμασα δρακόντια, γυάλισα πολυέλεο καὶ σαμουντάνια, καὶ ὡς τελείωσα τὰ τῆς μικρῆς ἐντοιχισμένης στὰ ἀνατολικὰ Ἁγίας Τραπέζης καὶ τῆς μόλις ἐπαρκοῦς γιὰ τὴν ἐναπόθεση τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου καὶ τοῦ Δισκαρίου Προσκομιδῆς- ἀχιβαδούλας, καὶ θέλησα νὰ περιποιηθῶ καὶ τὸ θυμιατό, ἔπεσαν τὰ μάτια μου σὲ ἐκεῖνο τὸ γυφτόκαρφο ποὺ παραδίπλα σφιχτομπηγμένο στὸν τοῖχο, ποιὸς ἤξερε ἀπὸ τὰ πότε, χρησίμευε γιὰ τὸ κρέμασμά του.

Εἶχε φωλιάσει μέσα μου κάποια ἀπέχθεια γιὰ αὐτὰ ἀπὸ τότε ποὺ ξεδιαλύοντας κάποια σαπιοδόκαρα στὸ Κελλί, γιὰ νὰ τὰ κάψουμε στὸν φοῦρνο, ἕνα τοῦ εἴδους του μὲ εἶχε τραυματίσει, εὐτυχῶς ὄχι πολὺ σοβαρά. Τώρα, ὡς εἶδα ἐμπρός μου ὅμοιό του, ἀκαλαίσθητο, σκουριασμένο, μαυρισμένο καὶ αὐτό, καὶ θυμήθηκα πώς, σὲ ἕνα κασσονάκι στὸ ὁποῖο ἔβαζε τὰ ἀναγκαῖα γιὰ μικρομαστορέματα ἐργαλεῖά του ὁ πατὴρ Ἀρσένιος, πῆρε τὸ μάτι μου καὶ ἕνα μπρούτζινο γαντζάκι, αὐθόρμητα πῆγα καὶ τὸ βρῆκα.

Καὶ ὅπως τὸ ἔκρινα ἐμφανίσιμο καὶ πολὺ χρηστικὸ γιὰ τὴν περίπτωση, ξεκρέμασα εὐθὺς τὸ θυμιατὸ καὶ παραθέτοντάς το κάπου πλησίον, μᾶλλον δὲν ἄργησα πολύ, μὲ τὴν βοήθεια ἑνὸς σφυριοῦ, νὰ ξεπατώσω τὸ κατασκεύασμα τοῦ γύφτου καὶ στὴν θέση του νὰ καλοστεριώσω τὸ μπρούτζινο γαντζάκι, ἀφοῦ τὸ γυάλισα καὶ αὐτὸ ἐπιμελῶς. Καὶ ἀφοῦ, μὲ αὐταρέσκεια, ὁμολογῶ, ἐπανανήρτησα τὸ θυμιατὸ ἀπὸ καινούργια δεδομένα, τὸ κοίταξα ἐπ’ ἀρκετὸ περιχαρὴς καὶ ἀπόλυτα ἱκανοποιημένος.

Πέρασε κάμποσος καιρός, ὁπότε σὲ μία γιὰ ἐξομολόγηση ἐπίσκεψή μου, ὁ ἀείμνηστος σοφὸς καὶ ἅγιος πνευματικός μου, μοὺ ἔψαλλε, σὲ πλάγιο βέβαια ἦχο, τὸν ἀναβαλλόμενο καὶ μὲ ἔκανε νὰ βυθισθῶ σὲ λύπη.

Φέρνοντας μὲ τρόπο τὴν κουβέντα στὸ ἀτόπημά μου, ἄρχισε, μὲ ἀμέτρητη πατρικὴ στοργὴ στὴν καρδιά, μὲ ἐμφανέστατη τὴν σύνεση καὶ τὴν σοφία στὰ λεγόμενα καὶ μὲ ἔκδηλη τὴν ἀγάπη του στὴν φωνὴ καὶ τὸ ὕφος, νὰ μὲ ῥωτᾷ· ἀσχέτως μὲ τὸ ὅτι ἐγὼ τὶς ἐρωτήσεις του τὶς ἐξελάμβανα καὶ τὶς βίωνα, εὐθὺς ὡς ἔλαβα συνείδηση τοῦ ἁμαρτήματός μου, σὰν σφυροκοπήματα στὸν πικρὰ πλὴν πολὺ ὄψιμα μετανοιωμένο ἐσώκοσμό μου:

-Δὲν ἔπρεπε νὰ ῥωτήσεις, νὰ πάρεις εὐλογία;

-Δὲν ἔπρεπε νὰ σεβασθῇς τὴν ἀρχαιότητά του; Διακοσιόχρονες θεωροῦνται τῆς Σκήτης οἱ Καλύβες. Μπορεῖς νὰ ὑπολογίσεις πόσες θεῖες λειτουργίες εἶδε καὶ διακόνησε ἐκεῖνο τὸ καρφί, καὶ ποιοὶ καὶ πόσες φορὲς παπάδες, ξεκρεμῶντας ἀπὸ αὐτὸ τὸ θυμιατό, θυμίασαν προσκομιδή, θυσιαστήριο, τέμπλο· καὶ πόσους καὶ ποιοὺς ἆράγε κεκοιμημένους πατέρας, καὶ πόσους καὶ ποιοὺς ζῶντας, καὶ τὸ ξανακρέμασαν σὲ τοῦτο;

-Γυφτόκαρφο τόλμησες καὶ τὸ ἀποκάλεσες ἐσύ. Σμαράγδι βαρύτιμο καὶ λουλούδι ἀμάραντο καὶ δοξολογικὸ τὸ ἔβλεπα καὶ τὸ θεωροῦσα ἐγὼ κάθε φορὰ ποὺ προσκόμιζα σὲ ἐκείνη τὴν Προσκομιδή.

-Μὲ γυφτόκαρφα, καὶ ὄχι παραγωγῆς ἐργοστασίου, σταύρωσαν τὸν Χριστό μας οἱ Ἑβραῖοι· δὲν ἔπρεπε νὰ εὐλαβηθῇς τὸ χειροποίητό του, τὴν τίμια καταγωγή του καὶ τὴν ὑψηλὴ συγγένειά του;

-Ἔτσι ἀνεξέταστα καὶ πρόχειρα θὰ ἐνεργῇς καὶ στὸ ἑξῆς ὅσες φορὲς θὰ καταπιάνεσαι μὲ πράγματα καὶ ἀντικείμενα ποὺ διακονοῦν τὰ θεῖα μυστήρια καὶ τοῦ Θεοῦ μας τὴν λατρεία;

-Δὲν νομίζεις, πὼς τέτοιου εἴδους πρωτοβουλίες καὶ ἐνέργειες, ποὺ κατὰ τὸν λογισμό σου ἀποβλέπουν σὲ βελτιώσεις, καλαισθησίες καὶ εὐκολίες, κατὰ παραθεώρηση, ἂν ὄχι καὶ ἐπὶ βλάβῃ καὶ καταστροφῇ, τῶν παλαιῶν καὶ πιθανῶς ἱεροϊστορικῶν εἶναι καλλίτερα νὰ σοῦ λείπουν καὶ νὰ μᾶς λείπουν;

-Νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἀνάλογα –Θεὸς φυλάξοι- θὰ φρονῆς καὶ θὰ ἀντιμετωπίζῃς καὶ τὰ ἄπιαστα καὶ ὅλως θεωρητικὰ περὶ τὴν πίστη, τὴν θεία διδασκαλία, καὶ τὴν ἱερὴ παράδοση;

Σφάδαζα ἀπὸ τύψεις, καὶ τὰ δάκρυα τῶν ματιῶν μου σταματημὸ δὲν εἶχαν· καὶ ἐνδόμυχα ἐπιθυμοῦσα νὰ μὴν μὲ ῥωτήσει τὶ τὸ ἔκανα τὸ γυφτόκαρφο, ποὺ τώρα στὰ τρίσβαθά μου αἰσθανόμουν τὴν ἱερότητά του, καὶ τὸ ἔνοιωθα ἀμείλικτα νὰ τρυπάει τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὴν ταλαίπωρη καρδιά μου.

Τὸ ἔκανε ὅμως· καὶ τότε ἦταν ποὺ μὲ λυγμούς, ποὺ μόλις ἐπέτρεπαν νὰ ἀρθρώσω λέξεις καὶ προτάσεις, ὡμολόγησα, ὅτι τὸ ἐκσφενδόνισα μὲ ὅλη μου τὴν δύναμη στὰ μακρυὰ τῆς πουρναροπλαγιᾶς. Κατάλαβε, πὼς θὰ ἦταν μάταιο νὰ μοῦ βάλει κανόνα νὰ πάω νὰ το βρῶ, νὰ τὸ ἀσπασθῶ ὅπως τοῦ ἄξιζε, καὶ νὰ τὸ ἀποκαταστήσω πλήρως.

Μᾶλλον προφασίσθηκε πὼς κάτι ἤθελε νὰ δῇ στὸ δωμάτιό του, καὶ μὲ ἄφησε μόνον μου στὸ ἐκκλησάκι, ὥστε ἐλεύθεροι καὶ ἀνεμπόδιστοι νὰ συνεχισθοῦν οἱ λυγμοὶ καὶ ἀκολούθως λήξει τὸ κλάμα. Δὲν ἄργησε πολύ. Ἦρθε καὶ μοῦ διάβασε τὴν εὐχή. Αἰσθάνθηκα λυτρωμένος. Τὴν ἀπὸ ἀμυαλοσύνη καὶ ἐπιπολαιότητα ὅμως περιπέτεια ἐκείνη τὴν θυμᾶμαι καὶ θὰ τὴν θυμᾶμαι ἐπὶ πολὺ ἀκόμα.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...