Κυριακή 13 Απριλίου 2025

ΤΑ ΠΑΘΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΒΙΓΛΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΑΒΒΑΚΟΥΜ ΤΟΥ ΑΝΥΠΟΔΗΤΟΥ

 

ΤΑ ΠΑΘΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΒΙΓΛΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΑΒΒΑΚΟΥΜ ΤΟΥ ΑΝΥΠΟΔΗΤΟΥ

 

Περὶ τὸ 1995, ἐμφανίσθηκε στὴν Σύναξη τῆς Λαύρας ὁ πατὴρ Δαβίδ (Δωδεκανήσιος τὴν καταγωγή, πρώην ἔγγαμος κληρικὸς καὶ ἐφημέριος στὴν Εὐρώπη). Δήλωσε θαυμαστὴς τῆς ἀσκητικότητος τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἀββακούμ, καὶ ἐξέφρασε ζῆλο καὶ πρόθεση νὰ γίνει καὶ τρόπων μέτοχος καὶ τῆς καλύβης ἐκείνου διάδοχος, ἂν εὐλογεῖτο ἡ ἐνταξίς του στοὺς Βιγλιώτας ἐξαρτηματικοὺς ἀδελφούς, καὶ ἂν τελικῶς τοῦ παρεδίδετο πρὸς ἐγκαταβίωση ἡ ἀπὸ κοιμήσεως τοῦ ἀειμνήστου (20 Ὀκτωβρίου τοῦ 1978) ἐγκαταλελειμμένη καλύβα τοῦ Ἁγίου Φανουρίου, τὴν ὁποία ὑπέσχετο νὰ σεβασθῇ, ἀνακαινίσῇ καὶ φιλοκαλήσῃ.

Συνεσκέφθη καὶ συνεζήτησε ἡ Γεροντία τὸ προκῦψαν θέμα, καὶ δὴ σὲ σχέση μὲ τὸ ἀντάξιο ἢ τῆς διαδοχῆς τοῦ ἀειμνήστου, μὲ τὴν φερεγγυότητα καὶ μὲ τὸ Λαυριωτικῶς ἀδοκίμαστου τοῦ ἐνδιαφερομένου· ἀλλὰ -ὡς συνήθως συμβαίνει- ἡ ἐκ τῆς ἐνδεχομένης καταῤῥεύσεως τῆς Καλύβης εὐθύνη, ὑπερνίκησε τοὺς δισταγμοὺς καὶ τὶς ἐπιφυλάξεις, καὶ ἐν τῷ ἅμα ὁ πατὴρ Δαβίδ, χρίσθηκε Γέροντας καὶ κάτοχος τῆς ἐν Βίγλᾳ ἱστορικῆς Καλύβης.

Δὲν τοῦ ἐπήρκεσαν, φαίνεται, οἱ προσωπικές του οἰκονομίες καὶ οἱ ὅσες ἤθροισε μὲ ἔρανο ἐνδοαγιοειτικῶς· γιὰ αὐτὸ προσφυγῶν στὶς καλὲς –πλὴν ἀτυχῶς πάντοτε ἐρήμην διαγνώμης τῶν κατὰ περίπτωση ἁρμοδίων ἐν Ἄθῳ Ἀρχῶν, προκειμένου περὶ ἁγιορειτῶν- ὑπηρεσίες τοῦ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ, διεφήμισε τὴν ἱερότητα καὶ γενναιότητα τῆς προθέσεώς του καὶ συνεκίνησε τὰ φιλελεήμονα αἰσθήματα τῶν ἁπανταχοῦ ἀναγνωστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀρξάμενοι καταθέτοντες τὸν ὀβολό τους σὲ πρὸς τοῦτο ἀνοιγέντα τραπεζικὸ λογαριασμό, κατέστησαν τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἱκανὸ γιὰ ἀνακαινίσεις καὶ φιλοκαλλισμούς.

Πρώτη του ἐνέργεια ἦταν νὰ μισθώσει μπουλντοζιέρη καὶ μπουλντόζα, νὰ ἐσκάψῃ καὶ ἰσοπεδώσῃ τὰ μέχρι ἐκεῖ ἐμπόδια –πετρολοφίσκους, ξεροῤῥύακες, κοντοάρια, δάφνες, πουρνάρια, λαβδάνια, κυκλάμινα, ὕσσωπους, σουσοῦρες, κ. ἄ- γιὰ νὰ κάνει δρόμο, ὥστε νὰ μποροῦν ἀκολούθως τὰ φορτηγὰ νὰ κουβαλοῦν καὶ ἀδειάζουν στὴν κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο διαμορφωθεῖσα πρὸ τοῦ ναΐσκου αὐλὴ τὰ ἀπαιτούμενα ὑλικά.

Ἀγνόησε τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα, καὶ καθόλου δὲν ἔκρινε σκόπιμο καὶ ἀναγκαῖο νὰ συμβουλευθῆ κανέναν παλαιότερο ἐντόπιο πεπειραμένο. Ἂν τοὐλάχιστον ὁ εὐλογημένος, ὁδοποιοῦσε τὴν λιγώτερο θεατὴ δεξιά, καθὼς κατερχόμαστε, πλευρὰ τοῦ μικροφαραγγιοῦ, καὶ τερμάτιζε στὰ ἐκεῖ ἀπὸ τὰ νότια, θὰ προξενοῦσε πολὺ ἡπιώτερα κακὰ στὸν τόπο καὶ δὲν θὰ ἄλλαζε ἄρδην τοῦ καλυβιοῦ τὶς συνήθειες, τὴν συμπεριφορὰ καὶ τὸ κλῖμα.

Δυστυχῶς καὶ ἀπερισκέπτως, ὡδήγησε τὴν μπουλντόζα ἀπὸ τὰ βορεινά, καὶ ἀφοῦ ἐξαφάνισε τὸ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου πεφυτευμένο καὶ ῥιζοεδρασμένο ἐκεῖ φυτοβασίλειο, ἰσοπέδωσε ὅλα τὰ ὰνὰ τοὺς αἰῶνες ὀμβρογενῆ καὶ ἀνεμογενῆ τεχνουργήματα –βραχοσχισμάδες, νεροφαγώματα, θινοσωρούς, μικρολοφίσκους, τὰ ὁποία τόσο συγγενικὰ ἀγκάλιαζαν καὶ φιλοῦσαν, καὶ ἀγαπητικὰ προστάτευαν τὸ ἱερὸ σέμνωμα τοῦ Γερω-Ἀββακούμ, ἀπὸ τὰ δεινὰ τοῦ χειμῶνος, καὶ τὸ παρηγοροδρόσιζαν κατὰ τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν κάψα.

Ἔφθασαν λοιπὸν πολὺ κοντά του ἀλλὰ κανεὶς σεβασμὸς ἢ δισταγμὸς δὲν τοὺς κατέλαβε, ὡς εἶδαν νὰ ὀρθώνεται ἐμπρός τους ἡ κυκλώπεια περίπου καστρομάνδρα, ποὺ ἰσοβίως καὶ κατάμονος μέρα νύχτα, πέτρα πέτρα, πλάτη ἀγκάλη, κτίζοντάς την τὴν ἔφθασε ὅσο ἔκρινε ἀναγκαῖο, «διὰ νὰ σπάει εἰς αὐτὴν ὁ ὑπερήφανος χιονοβοριᾶς τὰ μοῦτρά του, καὶ ταπενούμενος εἰς ἔπακρον νὰ μὴν τῷ μένει δύναμις νὰ προσβάλει καὶ βλάπτει τοῦ Ἁγίου μου τὸν ναΐσκο καὶ τὴν Καλύβα, ἀγαπητέ μου», ὅπως, μὲ σοφίᾳ καὶ χάρη ἀποφαινόμενος ἔλυσε σχετικὴ ἀπορία μου κατὰ κἄποια ἐπίσκεψή μου, ὁ ἀείμνηστος.

Στὶς δυνατότητες τῆς μπουλντόζας ἦταν, συντόμως, ἀδιστάκτως καὶ βαναύσως νὰ προσβάλει τὸ κάστρο, νὰ ἐπιτύχει τὴν ἅλωση καί, νικηφόρως νὰ προχωρήσει στὰ ἔνδον. Ἀμέσως, μετὰ τὸ διανοιγὲν τεράστιο χάσμα, ὁ μέχρι τῶν θεμελίων τοῦ ναΐσκου καὶ τῆς Καλύβης διάμεσος χῶρος ὡριζοντιώθηκε καὶ διαμορφώθηκε σὲ λεία καὶ εὐρύχωρη αὐλὴ πολλαπλῆς χρήσεως, ἡ ὁποία καθόλου δὲν ἄργησε νὰ καταστολισθῇ μὲ αὐτοκίνητα ἐν δράσει καὶ σταθμεύσει, μὲ πυραμίδες ἀπὸ ἀμμοχάλικα, καὶ σωροὺς ἀπὸ τσιμεντόσακκους, μαδέρια, μὲ μπεντονιέρα ἐν ἀτέρμονι λειτουργίᾳ, μὲ φιλοτίμους μαστόους καὶ ἐργάτες καὶ δυναμικὸ ἐργολήπτη προϊστάμενο καὶ ἐπόπτη.

Ἔφθασαν στὰ αὐτιά μου τὰ μαντᾶτα τῆς καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ ὁδοποιΐας καὶ ἐγκαταστάσεως καὶ λειτουργίας ἐργοταξίου, καὶ τάραξαν τοὺς λογισμούς μου κἄποιες πρόσθετες καὶ πνευματικῶς ἀνησυχιτικὲς διαδόσεις, περὶ ἐξ ἀποκαλύψεων καὶ ὁραμάτων σχεδιασμῶν καὶ προαναγγελιῶν τοῦ ἐπήλιδος καὶ λίαν φιλοδόξου ἡσυχαστοῦ, γιὰ ἀνεργέσεις περιφερειακῶς πρὸς τὴν Καλύβα, νοσοκομείου, γηροκομείου, πτωχοκομείου, ξενῶνος γιὰ ἐπισκέπτας καὶ προσκυνητάς, αἰθούσης ὁμιλιῶν καὶ κατηχήσεων, καὶ δὲν θυμᾶμαι τί ἄλλο ἀκόμη.

Φυσικά, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴ σὲ τοῦτες τὶς ξενίζουσες μεγαλοστομίες καὶ φαραώνιες οἰκοδομανίες. Ὁ δικός μου ὅμως πονηρὸς λογισμός -ἂς μὲ συγχωρέσει ὁ Θεός- ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀνατρέξει σὲ κάποιες διηγήσεις Γεροντάδων, ποὺ εἶχα ἀκούσει κάποτε, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες κατὰ τὰ πολὺ παληὰ χρόνια, τοὺς οὑτωσὶ σκεπτομένους καὶ προτιθεμένους νὰ ἐνεργήσουν, μὴ πειθομένους σὲ ἐκ προνοίας καὶ ἀγάπης συμβουλές, πρὸς ὑπακοή, ταπείνωση καὶ ἡσυχία, κατόπιν συναξιακῆς ἀποφάσεως, τοὺς ἐνέκλειαν ἄχρι μεταμελείας καὶ συνετίσεως στὸν πύργο τοῦ Τσιμισκῆ, ὁρίζοντας διακονητὴ νὰ τοὺς παρέχει μόνο νερὸ καὶ παξιμάδι καὶ ἀναθέτοντας στοὺς ἐφημερίους νὰ διαβάζουν πρὸς ἴασι ἐκ τῆς πλάνης καὶ πρὸς ταχεῖα ὀρθγνώμισί τους ἐξορκισμοὺς καὶ παρακλήσεις.

Ὁμολογῶ, πὼς μὲ ἔτρωγε ἡ περιέργεια γιὰ τὸ τί ἀκριβῶς συνέβαινε ἐκεῖ πέρα, καὶ αὔξαινε τὴν δυσθυμία μου ἡ σκέψις πὼς ἀφεύκτως καὶ ἀναποδράστως θὰ ἐπήρχοντο οἱ συμφορὲς καὶ οἱ δεινοκαταστάσεις τόσο στὸν εὐρύτερο προσευχότοπο ὅσο, καὶ ἰδίᾳ, στὴν ἁγία ἐκείνη καλιά, στὴν ὁποία ἐπὶ χιλιάδα καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν καταφεύγοντα εὐδοκιμοῦσαν καὶ εὐαρεστοῦσαν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία Μητέρα Του τόσα καὶ τόσα στρουθία μονάζοντα, ἐν οἷς καὶ τὸ τῶν ἡμερῶν καὶ συναναστροφῶν μου, ἥτοι, ὁ λίαν ἀγαπητὸς καὶ ἐν Κυρίῳ περιπόθητός μου σοφὸς Γέρων Ἀββακούμ.

Συγκρατήθηκα ὅμως καὶ ἀρκέσθηκα νὰ θρηνῶ ἱερεμιακά, παρατηρῶντας τὰ δρώμενα ἀπὸ πολὺ μακρυά· ἀπὸ τὶς Προδρομίτικες ακρολοφιὲς καὶ ἀπὸ τὰ ψηλώματα τοῦ Κὺρ Σαΐου· γιατὶ προεῖδα ὅτι καὶ ἁπλῆ προσέγγισίς μου καὶ θέα τῶν συντελουμένων θὰ μποροῦσε νὰ προκαλέσει δυσαρέσκεια. Ἀπέφυγα, λοιπόν, τόλμες καὶ μπλεξίματα καὶ ὑπέλαβα ὅτι μᾶλλον εἶχε ἐπιστῆ ὁ καιρὸς νὰ παύσω νὰ λυπῶν καὶ κακοκαρδίζω δραστηρίους ἀδελφούς, ἀντιπαραθέτων στὶς ἀνακαινιστικές των ὁρμὲς καὶ στὶς ἐκσυγχρονιστικές των ἐφέσεις καὶ καταστρώσεις τὶς δικές μου ἀντιγνωμίες καὶ παληοεμμονές, τὶς συνήθως, ἄλλως τε, ἀτελέσφορες ἂν μὴ καὶ περιγέλαστες.

Δὲν θυμᾶμαι γιὰ πόσο διήρκεσαν ἡ πολυμεριμνία, οἱ κρότοι, καὶ οἱ, καθ’ ὅσο διαρκοῦσαν οἱ ἐπισκευαστικὲς καὶ ἄλλες ἐργασίες, μακροσυζητήσεις καὶ φωνασκίες. Ἔκρινα δὲ πὼς σὲ τίποτα δὲν θὰ ὠφελοῦσε τὸ ἂν λεπτομερῶς κατέγραφα τὰ αἴτια τῆς ἀποτόμου καὶ τελείας καταπαύσεών των. Δὲν ἔτυχε δέ, ἄλλως τε, νὰ πληροφορηθῶ, τὸ ἐὰν τελικῶς κατώρθωσε νὰ ἀποζημιωθῇ ὁ ἐπὶ πιστώσει ἀρκετὰ ἀνοιχθεὶς ἐργολάβος, καὶ πρὸς τὰ ποῦ προτίμησε νὰ ἀναχωρήσει καὶ ἀναγκολογήσει ὁ, μᾶλλον ἀκρίτως τὰ ὑπὲρ δύναμη καὶ πεῖρα καὶ ἐπὶ σοβαρᾷ βλάβῃ τῶν ἀνέκαθεν καλῶς καὶ ὁσίως ἐν Βίγλᾳ κρατούντων ἐπιχειρήσας, πατὴρ Δαβίδι. Ὅπου πάντως καὶ ἐὰν βρίσκονται ἀμφότεροι, ὁ Θεὸς νὰ τοὺς συγχωρῇ, εὐλογῇ καὶ σώζῃ.

***

Τὴν ἐγκατάλειψη τῆς Καλύβας, ἀμέσως πληροφορήθηκαν ἄλλοι δωδεκανήσιοι φιλαγιορεῖται κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, οἱ οποῖοι ἀνέκαθεν ἐχαίροντο καὶ ἐσεμνύνοντο γιὰ τὸ ὅτι γόνος τῆς ἰδιαιτέρας των πατρίδος ἔζησε καὶ διέπρεψε σὲ αὐτὴν ἐπὶ ἀσκητικότητι βίου, ἐπὶ ἐμφανεῖ θεοφιλία, ἐπὶ χαρισματικῇ ἁγιογραφικῇ καὶ πατερικῇ συγκροτήσει καὶ σοφίᾳ καὶ ἐπὶ διδακτικῇ φιλαδελφίᾳ. Γιὰ αὐτό, ὁ Ῥόδιος ὁμογάλακτος κατὰ τὶς ἐν Χάλκῃ σπουδές μας ἀδελφὸς Ἀρχιμανδρίτης Ἀμφιλόχιος Τσοῦκος (πνευματικοπαίδι τοῦ ἐν Πάτμῳ θεοφιλῶς βιώσαντος Ὁσίου Ἀμφιλοχίου Μακρῆ καὶ ἀπὸ ἐτῶν προϊστάμενος μοναστικῆς ἀδελφότητος ἐν Ῥόδῳ), ἔσπευσε νὰ δηλώσει στὴν Λαύρα μας τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸ ἐνδιαίτημα τοῦ ἐκ Σύμης, ὡς γνωστό, καταγομένου μακαριστοῦ Γέροντος Ἀββακούμ.

Μὲ συνεννόηση καὶ ἐξ ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, δόθηκε ἡ Καλύβη τοῦ Ἁγίου Φανρουρίου κατ’ ἐγκατάσταση ἀρχικῶς καὶ κατ’ ἐγγραφὴ τελικῶς στὸ Μοναχολόγιο, ὡς Γέροντος, στὸν ἐκ τῆς συνοδείας του μοναχὸν Κύριλλον (Χατζηπέτρου Κωνσταντῖνον τοῦ Νικολάου ἐκ Σύμης ὑπὸ ἔτος γεννήσεως 1926), προφανῶς ἐπὶ ὁ ἴδιος (φίλτατός μου πατὴρ Ἀμφιλόχιος) δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαγγιστρωθῇ ἀπὸ τὶς ἐν Ῥόδῳ ὑποχρεώσεις του καὶ ἐγκαταβιώσει στὸ καθ’ ἡμᾶς.

Πῆγα καὶ τὸν ἐπισκέφθηκα δύο τρεῖς φορὲς καὶ τὸν θαύμασα μοχθοῦντα νὰ συμμαζέψει τὰ ἀσυμμάζευτα, ἐπουλώσει χαίνουσες πληγὲς καὶ ὡραιοποιήσει κατὰ τὸ δυνατὸν ἐξόφθαλμες ἀσχήμιες. Πολυτάλαντος καὶ χρυσοχέρης. Δὲν ἦταν δουλειὰ οἰκοδομική, ξυλουργική, μηχανική, σκαπτική, ποὺ νὰ μὴν μποροῦσε νὰ τὴν περατώσει· καὶ τὸν διέκρινε ζῆλος καὶ ὁρμὴ ποὺ μόνο σὲ δοκίμους νεαρᾶς ἡλικίας συναντᾶμε. Ἡ θύμηση τῶν πνευματικῶν ἀγώνων καὶ τῶν σωματικῶν ἱδρώτων τοῦ μακαριστοῦ συγχωριανοῦ του Γέροντος Ἀββακούμ καὶ ἡ καθημερινὴ ἐνατένησις τοῦ καταμεσῆς τῆς αὐλῆς τάφου του, μεθ’ ὅσων συμβολίζει καὶ προκαταγγέλει γιὰ λογαριασμὸ τῶν διαδόχων του, τὸν καθιστοῦσε παλληκάρι καὶ τὸν ἱκάνωνε γιὰ ὅλα. Καμμία ὑποψία ἐκ μέρους μου ὅτι ὁ πατὴρ Κύριλλος εἶχε ὑπερβῇ τὸ ἑβδομηκοστό του!

Δὲν μπόρεσε ὅμως ὁ καϋμένος νὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τὴν δριμύτητα τοῦ κρύου καὶ μὲ τὶς ἄλλες χειμωνιάτικες δυσκολίες. Πλημμύριζαν τὰ δάπεδα ἀπὸ νερόβραχα ποὺ πιέζοντάς τα δυνατὰ ὁ τρελλοβοριᾶς τὰ ἀνάγκαζε νὰ κρυφοπερνοῦν ἀπὸ τοὺς ἁρμοὺς τῆς ἐξώπορτας καὶ τῶν παραθύρων. Μόνιμα σὲ κάθε γωνιά, καὶ ἕτοιμα ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ γιὰ χρῆσι κουβᾶδες καὶ σφουγγαρόπανα, κάθυγροι δὲ οἱ βορεινοὶ τοῖχοι ναΐσκου καὶ σπιτιοῦ, ἀναμένοντες τὸ στεγνωμά τους μόνο ἀπὸ τὶς ζεστασιὲς τοῦ Ἰουνίου.

Κατέβαλε τὶς ἀντοχές του ἡ κακουχία, ἔφθειρε τὴν ὑγεία του ἡ ὑγρασία, καὶ ἡ καρδιά του φρόντισε κατεπειγόντως νὰ τὸν εἰδοποιήσει, ὅτι ἂν συνέχιζε ἔτσι νὰ διάγει, καθόλου δὲν θὰ ἀργοῦσε νὰ συντελέσει σὲ συνάντηση τοῦ μακαριστοῦ συγχωριανοῦ του. Ἆρον ἆρον τὸν ἀπέσυρε ἀπὸ τὴν Βίγλα ὁ πατὴρ Ἀμφιλόχιος καὶ μόλις ποὺ πρόλαβαν νὰ τοῦ τὴν ἐπισκευάσουν οἱ ἰατροὶ τῆς Ῥόδου. Κρίθηκε ὅμως ἀνεπίτρεπτη ἡ ἐπιστροφή του στὶς σκληροσυνθῆκες τῆς Βίγλας καὶ ἔτσι, μᾶλλον θὰ περάσει τὰ ὅσα ὁ Κύριος τοῦ χαρίσει ἔτη στὰ γλυκοκλίματα καὶ στὶς εὐκρασίες τῶν ἀνέμων τῆς Δωδεκανήσου.

***

Συναντώμεθα κατὰ τοὺς ἐρχομούς του (μὲ τὸ φορτηγάκι του, Νισσὰν 4Χ4) στὸ Μοναστήρι γιὰ συμπροσευχὴ καὶ λατρεία στὶς ἑόρτιες ἀγρυπνίες καὶ στὶς κυριακάτικες λειτουργίες, τὸν ἐπισκέπτομαι δὲ καὶ στὴν Καλύβα φιλαδέλφως, κάθε φορὰ ποὺ ῥοβολῶ πρὸς Βίγλα, καὶ ἀπολαμβάνω τῆς προσηνείας καὶ καλοκαγαθίας του, ὁπότε δὲν μπορῶ νὰ μὴν ῥίχνω κλεφτᾶτα πλὴν πολὺ νοσταλγικὰ βλέμματα στὴν σὲ σωρὸ ἐρειπίων μεταβεβλημένη παληὰ καλύβα τοῦ ἀειμνήστου, στὴν ὁποία μᾶς ὑποδεχόταν καὶ μᾶς κατέθελγε καὶ καθήδυνε μὲ τὰ πατερικά του τὸ πάλαι, ἐκεῖ στὴν δυτικὴ τοῦ λάκκου ἀκρογωνιά, καὶ νὰ μὴν διαπιστώνω ἀθύμως ὅτι ὅλο καὶ ἀνυψώνονται οἱ τοῖχοι τῶν διαμερισμάτων τοῦ σχεδιασθέντος -ὄχι πάντως πρός γε τὸ παρὸν προκλητικῶς μεγάλου- κτηρίου πρὸς δοχὴ καὶ ξενία προσκυνητῶν- θαυμαστῶν τοῦ αἐιμνήστου, σὲ ἐπαλήθευσι σχεδιασμοῦ, τόπος καὶ καλύβα νὰ ἀποβοῦν πανδωδεκανησιακὸ προσκύνημα, ὅπως μοῦ ἀποκάλυψε ὁ ἀγαπητός μου πατὴρ Ἀμφιλόχιος.

Φαίνεται πὼς σύνδρομά του τινὰ πρόλαβε καὶ ἐμβολίασε στὸν χῶρο ὁ κατὰ τὰ ἄλλα ἀτυχήσας πατὴρ Δαβίδ, καὶ κάποιες ἰδέες κοσμικοσυμπαθεῖς, ἀλλὰ ὅλως ἀνθερημικὲς καὶ πολὺ πιθανὸ ἕωλες, πρόλαβε καὶ διεπόρθμευσε στὸν ψυχόκοσμο τῶν ἐπήλιδων διαδόχων του· καὶ ἂς μὲ συμπαθήσουν -καὶ τοῦτοι οἱ ἀδελφοί- ὡς ἀλλέως καὶ ἀντιθέτως φρονοῦντα.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...