ΒΛΑΣΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ
Τὰ τῆς πιὸ ξέμακρης ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες ἀγαπητῆς μου Καλύβας τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (Σμέρνας), καθὼς καὶ τὰ τῶν τελευταίων πρὸ τῆς σχεδὸν ὁλοκληρωτικῆς καταῤῥεύσεώς της μακαριστῶν ἤδη προσφιλῶν μου οἰκητόρων της τὰ ἔχω διαλάβει στὸ πρῶτό μου βιβλίο.
Ἂν τότε ποὺ μὲ τόλμη καὶ πολὺ ψυχικὸ σθένος ἐπεχείρησε ὁ πατὴρ Ἀναστάσιος νὰ τὴν ἐπισκευάσει πρὸς ἐγκατοίκησι καὶ τὸν σταμάτησε ὁ καὶ ἐμὲ ἀδικήσας –Θεὸς σχωρέσ’ τον- Διοικητὴς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐπειδὴ δὲν πῆρε τὴν ἄδειά του (1969· τρίτο ἔτος δικτατορίας), εἶχε τὰ κακά της χάλια, ἀντιλαμβάνεται ὁ καθεὶς σὲ ποιὰ κατάσταση τὴν περιήγαγαν οἱ καιρικὲς δεινότητες τῆς ἔκτοτε διαῤῥευσάσης τριακονταετίας· μέχρις ὅτου δηλαδή, ποὺ ὁ σωστικὸς ὑπὲρ τῶν κινδυνευόντων προσκυνημάτων τῆς Μονῆς μας ζῆλος τοῦ πατρὸς Βασιλείου τὴν περιέλαβε στοὺς ἀναστηλωτικοὺς προγραμματισμούς του.
Θαῦμα τῶν Ἁγίων ποὺ στεκόταν ἀκόμα ὄρθιος ὁ πολὺ πρωτότυπα δομημένος κουμπελίδικος ναΐσκος των, μολονότι ἀπ’ ὁλοῦθε ἔμπαζε ἀέρα καὶ βρόχινα νερά. Ἐρειπιοσωρὸς θλίψεως καὶ πόνου πρόξενος τὸ ὑπόλοιπο σπίτι· δηλαδὴ ὁ ἐλάχιστος - ὅπως θυμᾶμαι- πρὸ τοῦ ἐκκλησιδίου χῶρος, τὸ ταπεινὸ δωματιάκι- ἀσκητικὴ παλαίστρα τοῦ ἀειμνήστου πνευματικοῦ Παπα-Ἰακώβου καὶ τὸ συνεχόμενο στέγαστρο· ξυλαποθήκη, κελλάρι, δοχειό, μαγειρειό, τραπεζαρία, ὅλα μαζί.
Παρὰ ταῦτα, τούτη τὴν ὅμορφη καὶ ἐπικίνδυνη, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως στὴν ὁποία περιῆλθε, μάζα, ἐρωτεύθηκε καὶ τρύπωσε στὴν ἀγκάλη της πρὸ πενταετίας, ὁ φίλτατός μου πατὴρ Βλάσιος (Χατζηκυριάκου Βασίλειος τοῦ Στεργίου καὶ τῆς Μαρίας, ἐξ Ἑπτακώμης Ἀμμοχώστου Κύπρου· ἔτος γεννήσεως 1958, προσέλευσις στὴν Μεγίστη Λαύρα τὸ 1980, κουρᾶ 1981).
Καθ’ ὅλα τὰ ἔτη τῆς ἐν Λαύρᾳ θητείας του ἦταν φιλακόλουθος, σοβαρὸς καὶ λιγομίλητος, πιστὸς δὲ καὶ ἀκριβὴς ἐκτελεστὴς τῶν ὑποχρεώσεων ποὺ ἀπαιτοῦσαν τὰ διακονήματά του. Γύρω στὰ 1990, ἀνεχώρησε γιὰ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τῆς ὁποίας τὰ μοναστήρια παιδιόθεν ἀγαποῦσε καὶ τὰ διάφορα ἀσκητήριά της συχνὰ ἐπισκεπτόταν. Κοινοβίασε στὴν Μονὴ Σταυροβουνίου καὶ ἀσκούμενος ἐπ’ ἀρκετὸ ὡς ἁπλοῦς μοναχὸς εὕρισκε, ὡς φαίνεται, καὶ τὴν εὐκαιρία νὰ ἐγκύπτῃ καὶ μελετᾷ τὰ τῆς ἱστορίας τοῦ ἐντοπίου μοναχισμοῦ, ἰδιαίτατα δὲ τὰ ἀφορῶντα τὴν βιοτὴ ἑνὸς ἑκάστου τῶν πολλῶν κατὰ μόνας ἀσκητευσάντων ὁσίων.
Τοῦ πέρασαν ὅμως, ὅπως ἀποδείχθηκε, οἱ λογισμοὶ τῆς κατὰ σάρκα πατριδονοσταλγίας καὶ τὸν κέρδισαν οἱ τοιοῦτοι τῆς δευτέρας, τῆς κατὰ πνεῦμα καὶ ψυχικὴ ἀναγέννηση πατρίδος ὅλων μας, ἤτοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῶν ὁρίων τῆς Μεγίστης Λαύρας καὶ ἐπὶ το ἀποκλειστικώτερο οἱ τῶν ἐνδιαιτημάτων τῆς ἱστορικῆς καὶ ἀσκητικῆς μας Βίγλας. Ἄφησε, λοιπόν, γιὰ δεύτερη φορὰ πίσω τοὺς οἰκείους καὶ οἰκεῖα καὶ σὲ ἔκπληξί μας, νἄτος καὶ πάλι στὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ ἔγκλειστος στὰ χαλάσματα τῆς Καλύβης τοῦ παπα-Ἰακώβου, καί, σὲ διπλοέκπληξί μας, κομιστὴς συγγραφικοῦ πονήματός του μετὰ σχετικῶν φωτογραφιῶν: Πατερικὸν τῆς νήσου Κύπρου, (ἤτοι) Ἅγιοι Ἀσκητὲς καὶ Σπήλαια τῆς Κύπρου, ἔκδοσις 3η, Θεσσαλονικὴ 199, σελίδες 182. Εὖγέ του, καὶ τὸν εὐχαριστοῦμε.
Τὸ πῶς ζοῦσε ἐκεῖ μέσα ἀφ’ ἧς ἐπανέκαμψε καὶ μέχρις ἐνάρξεως τῶν ἀναστηλωτικῶν ἐργασιῶν, δικό του θέμα καὶ μέλημα καὶ τοῦ Θεοῦ στοργὴ καὶ πρόνοια.
Τὸν πλησίασε ὁ πατὴρ Βασίλειος γιὰ προϊδεασμὸ καὶ γιὰ τὸ ἀναγκαῖο τῆς μεταστεγάσεώς του ἀλλοῦ, ἀφοῦ μὲ ἀπόφαση τῆς Μονῆς κατέφθανε ἐργολήπτης καὶ συνεργεῖο, καὶ ὅσονούπω θὰ ἄρχιζαν οἱ ἐργασίες πρὸς διάσωση τοῦ ναΐσκου ἀπὸ διαφαινόμενη πλέον κατάῤῥευση καὶ πρὸς ἀνακατασκευὴ τοῦ διαλελυμένου προσκτίσματος ὅπως ἀκριβῶς εἶχε προτύτερα. Τὸ διαβεβαίωσε δὲ ὅτι, ἀφοῦ εὐλαβεῖτο τόσο πολὺ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχας καὶ ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὸ ἐρημικὸ καὶ ἡσύχιο τῆς Καλύβης, αὐτὴ θὰ ἐλογίζετο πάντοτε δική του καὶ ἑπομένως μόλις ἀπεπερατοῦντο οἱ ἐργασίες, εἶχε τὸ ἐλεύθερο καὶ τὴν εὐλογία, ἄνευ ἄλλης τινὸς διατυπώσεως, νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ ἐπανεγκατασταθῇ, ἐν ἀκινδυνότητι πλέον καὶ πλήρει ἀσφαλείᾳ.
Ὑποπτευόμενοι καὶ φοβούμενοι κανένα ἀπευκταῖο σὲ βάρος τῆς ὑγείας ἢ τῆς σωματικῆς του ἀκεραιότητος συνεπείᾳ τῶν στὴν Καλύβα ἐπικρατουσῶν συνθηκῶν, ὅλοι χαρήκαμε γιὰ τὴν ἀποφασισθεῖσα μετακόμιση τοῦ πατρὸς Βλασίου, νομίσαντες ἀφελῶς ὅτι θὰ κατέφευγε, ἔστω ἄχρι καιροῦ, στὴν φιλοξενία καὶ θάλψη τῆς Λάυρας μας. Ἐκεῖνος ὅμως, πῆρε ἐξ ὤμου τὰ λιγοστὰ πραγματάκια του καὶ τρύπωσε στὴν καλύβα-παράπηγμα, ποὺ εἶχε στεριώσει λίγο πιὸ δῶθε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν σκαλοπατιῶν τῆς σπηληᾶς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου καὶ μείνει ἐπ’ ἀρκετὰ χρόνια ὁ τὸ 1987 μετακομίσας καὶ μονάζων τώρα στὸ τῆς περιφερείας Μορφονοῦς, ἐπ’ ὀνόματι τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου σεμνυνόμενο Κελλὶ («Τουρλωτή»), Γέρων Ἡσαΐας.
Ἔχασκε καὶ τούτη ὁλοῦθε, γιατὶ τὸ προπερασμένο καλοκαίρι ἔμειναν αὐθαιρέτως ἐμπερίστατοι Ἀλβανοί, τῇδε κἀκεῖσε ὑποαπασχολούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἀναχωρήσαντες γιὰ ἀλλοῦ ἀφῆκαν ὁλάνοιχτα τὰ παράθυρά της καὶ ἔτσι ἔδωκαν τὴν εὐκαιρία στὸν ἐπελθόντα χειμῶνα νὰ ἐξαφανίσει καὶ τὴν πόρτα.
Δυσθύμησε ὅμως σύντομα, γιατὶ ἀπὸ τὴν ἑπομένη κιὅλας τῆς μετακομίσεώς του, ἄκουσε καὶ εἶδε τὴν μπουλντόζα νὰ ἀργοκατεβαίνει τὴν πλαγιά, παραμερίζοντας ἢ ἐκσκάπτοντας ὅσα ἐμπόδια εὕρισκε στὸ διάβα της.
Κάποτε, τὸ ἔργο τελείωσε, τὸ 2001, καὶ ὁ πατὴρ Βασίλειος εἰδοποίησε τὸν πατέρα Βλάσιο ὅτι τὸ σπίτι ἦταν ἑτοιμοπαράδοτο καὶ τὸ κλειδὶ στὴν πρώτη ζήτησή του.
Θέλησε πρῶτα νὰ τὸ ἐπιθεωρήσῃ. Σκίρτησε ἡ ψυχή του καὶ δόξασε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν σωτήρια ἀναστέγασι τοῦ ναΐσκου καὶ γιὰ τὸν κατὰ τὶς ἐπισκευὲς ἀπόλυτο σεβασμὸ ὅλων τῶν ἔξω καὶ ἔσω παμπαλαίων χαρακτηριστικῶν καὶ ἰδιαιτεροτήτων του. Ὕστερα περιῆλθε τοὺς ἄλλους, τοὺς ἐξ ὑπαρχῆς κτισθέντας χώρους· καὶ ἐνῶ οἱ παριστάμενοι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ τοῦ εὐχηθοῦν καλορίζικο καὶ καλὴ προοπή, ἀπόρησαν γιὰ τὴν ἀπότομη βουβαμάρα καὶ τὴν σκυθρωπότητα τοῦ προσώπου του. Αὐτὸ ἦταν. Τοὺς χαιρέτισε ὅλους καὶ πῆρε τὸ μονοπάτι γιὰ τὸ παλατάκι, ὅπως περιπαικτικὰ ἀποκαλοῦσαν κἄποιοι τὴν ὡς ἀνωτέρω λαμαρινοπαράγγα ἀπὸ ὅπου φρόντισε νὰ διαμηνύσει στὸν πατέρα Βασίλειο ὅτι δὲν σκόπευε νὰ ἐγκατασταθῇ στὴν Καλύβα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.
Συμπέρανα τὸ γιατί, ἀλλὰ ἤθελα νὰ δῶ τὰ πράγματα ἀπὸ πολὺ κοντά. Καλὴ ἦταν ἡ εὐκαιρία τῆς τοποθετήσεως τοῦ καινούριου τέμπλου, ποὺ παρήγγειλε ὁ πατὴρ Βασίλειος στὴν καὶ σὲ τοῦτον τὸν κατασκευαστικὸ τομέα καλλιτεχνικῶς ἐπιδιδόμενη συνοδεία τοῦ Ἁγίου Νικολάου Μπουραζέρη, τῇ ἐπιστασίᾳ τοῦ παπα-Ἀρσενίου.
Ἔμεινα καὶ ἐγὼ ἔκπληκτος. Δωμάτιο μὲ διπλοχρωμίες στὰ διαζώματα, μὲ λευκοκατάστιλπνες τὶς ἐπιφάνειες τῆς ὀροφῆς καὶ τῶν τοίχων, καὶ μὲ μία ὡραιόσχημη κτιστὴ θερμάστρα στὴν νότια πλευρά, ἐγγυώμενη σωματοχαλαρωτικὴ ζεστασιὰ καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἐνεχόμενη γιὰ μελλούμενες καταστάσεις ἀκηδίας καὶ ῥεμβοραστώνης τοῦ ἐνοίκου ἀσκητοῦ στὰ παγερὰ χειμωνιάτικα νυχθήμερα. Ἡλεκτρογεννήτρια κἄπου ἀπόμερα· σύγχρονοι διακόπτες ἐπιμελέστατα ἐντοιχισμένοι, λαμπτῆρες καὶ φωτιστικὰ κρεμάμενα κατακέφαλά μας καὶ πίνακας διανομῶν καὶ ἀσφαλειῶν ῥεύματος κατάντικρυ ἀσυνήθως προκλητικὸς γιὰ βλέμματα ἁγιορείτικα. Καὶ θερμοσίφωνας, παρακαλῶ, παρέκει, καὶ καμπινὲς μὲ ὅλα τὰ χρειώδη, καὶ κουζίνα μὲ πλακάκια καὶ ντουλάπια καὶ ἀνοξείδωτο νεροχύτη.
***
Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ πατὴρ Βλάσιος, μὴ δυνάμενος νὰ ὑποφέρει περαιτέρω τὸ ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν καλύβα ἀδιάκοπο πέρασμα τῶν πρὸς τὴν σπηληὰ κατευθυνομένων προσκυνητῶν, προτοῦ κᾂν μᾶς ἀποχαιρετίσει ἡ βαρυχειμωνιά, διάλεξε τόπο μετεγκαταστάσεως καὶ ἐπιδόθηκε σὲ κατασκευὴ καλύβας ἐξ ὑπαρχῆς. Σήμερα, Παρασκευὴ ἀπόβραδο (29 Μαρτίου 2002), ποὺ ἦρθε στὸ Μοναστήρι γιὰ νὰ ἀκούσει τὴν ἀκολουθία τῶν χαιρετισμῶν τῆς Παναγίας, βρῆκα τὴν εὐκαιρία καὶ τὸν προκάλεσα νὰ συζητήσουμε τὸ γιατὶ δὲν ἐπέστρεψε στὸ ἡσυχαστήριο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν μετὰ τὶς ἀνακαινίσεις.
-Δὲν μποροῦσα νὰ ζήσω πλέον ἐκεῖ, Δέσποτα. Ἔχω ἀγριέψει. Δὲν εἶναι αὐτὰ γιὰ ἐμένα. Ἀναπαύομαι ἀλλοιῶς. Καλλίτερα νὰ δοθῇ σὲ κανέναν εὐγενῆ καὶ καλομαθημένο Θεσσαλονικιὸ ἢ Ἀθηναῖο. Θἂ εἶναι στὰ μέτρα του καὶ σὺν Θεῷ θὰ προκόψει.
-Πρὸ ἡμερῶν, ἀπὸ τὸ ἀκροπέζουλο τοῦ Ἁγίου Φανουρίου μπόρεσα καὶ ξεχώρισα ἀνάμεσα στὰ πουρνάρια τὸ καλυβάκι σου· πολὺ μικρὸ μοῦ φάνηκε· κρότους ὅμως, μᾶλλον ἀπὸ λαμαρινοκαρφώματα, ἄκουγα στὰ πιὸ ἐδῶ, ἀλλὰ τίποτα δὲν ἔβλεπα ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ στεκόμου. Μὲ ἔσμπρωχνε ἡ περιέργεια νὰ ῥοβολήσω, συγκρατήθηκα ὅμως ἀπὸ σεβασμὸ τῆς μονώσεώς σου καὶ τῆς σοβαρᾶς ἀπασχολήσεώς σου. Μπορῶ νὰ ῥωτήσω μὲ τί καταγίνεσαι;
-2Χ2 εἶναι, Γέροντα, ἐκεῖνο ποὺ βλέπατε. Νόμιζα πὼς μὲ βόλευε. Ἀλλὰ ὁ τρελλοβοριᾶς, ποὺ ἐπὶ ἡμέρες φυσομανοῦσε τελευταῖα, μὲ ταλαιπώρησε καὶ μὲ φόβισε πολύ. Τὸ ταρακουνοῦσε ὁλόκληρο, ποὺ πίστεψα πὼς θὰ τὸ ξεσήκωνε. Τούτη ἡ ἐμπειρία μὲ ἀνάγκασε νὰ κατασκευάσω ἄλλο στὴν πρὸς τὰ ἀπὸ ἐδῶ ἐντελῶς ἀπάνεμη πλαγιά, κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ἰσιάδι τοῦ Ἁγίου Φανουρίου. Αὐτὸ οὖτε νὰ τὸ ἀγγίξει δὲν μπορεῖ ὁ κακόκαιρος. Εἶναι διπλάσιο περίπου τὸ μέγεθός του, καὶ τὸ στερέωσα προσεκτικώτερα. Θὰ ἔχω βέβαια πολλὴ ζέστη τὸ καλοκαίρι. Ἀλλὰ τὴν προτιμῶ ἀπὸ τὸ χειμωνιάτικο χάλι.
-Ποῦ βρῆκες τὰ ὑλικά;
-Τὰ χοντρόξυλα τοῦ σκελετοῦ μοῦ τὰ χάρια ὁ κύριος Μ. Κ., τσιγκολαμαρίνες, σανίδια καὶ ἄλλα χρειαζούμενα μπῦ ἔδωσαν ἄλλοι γνωστοὶ καὶ φίλοι.
-Τὸ ἔδαφος προσφερότα; Καὶ ἀπὸ νερὸ καὶ κῆπο;
-Μὲ δυσκόλεψε βέβαια. Ἔκοψα τὰ πουρνάρια, ξεπάτωσα τὶς ῥίζες καὶ ἴσιωσα τὸ μέρος. Τώρα ἐκχερσώνω τὰ ἐμπρός, γιὰ αὐλίτσα καὶ κηπάκι. Νερὸ παίρνω μὲ λάστιχο ἀπὸ τὸ μερτικὸ τοῦ Ἁγίου Φανουρίου.
-Ἔσκυψα ἀρκετὰ ἀπὸ τὸ πεζούλι ἀλλὰ δὲν διέκρινα ὅσο θὰ ἤθελα. Φαίνεται πὼς τὸ κρύβουν τὰ πουρνάρια.
-Δὲν εἶναι πολὺ ψηλό. Νά, καμμιὰ πιθαμὴ πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου τὸ ταβάνι. Τί νὰ τὸ κάνω περισσότερο;
-Ἔχει παράθυρα; Δὲν μπάζουν στὶς βροχές;
-Ἔχω καρφώσει νάϋλον. Θὰ τὰ βγάλω μόλις καλοκαιριάσει.
-Καὶ μὲ τὸ κρύο πῶς τὰ πᾶς; Ἔχεις σόμπα;
-........ (σιωπή)
***
Τὸν θεσμὸ τῶν τοιαύτης μορφῆς καὶ κάλλους ξεροκάλυβων, τον νόμιζα ὡς ἀνήκοντα στὰ πολὺ πίσω τοῦ ἁγιορείτικου παρελθόντος, καὶ τὸν ἐξελάμβανα ὡς κατασκέπαστον μὲ τὰ πέπλα τῆς λήθης, τοῦ ἀσπόνδου αὐτοῦ ἐχθροῦ πολλῶν ἀληθειῶν τῆς Ἱστορίας. Κἄποια ἰχνοκατάλοιπα τριῶν ἢ τεσσάρων ἐξ αὐτῶν, ἐγκατεσπαρμένων στοὺς γύρω λοχμότοπους, καὶ ποὺ ὡς στερούμενα ναΐσκου καὶ μὴ γνωρίσαντα οἰκήτορα ἐπὶ αἰῶνες, δὲν φέρονται προσδιορισμένα στὰ μοναχολόγια τῆς Μονῆς, θεῶνται, μακρὰν πάσης περιεργείας καὶ ἐνδιαφέροντος, ἀπὸ τὶς πέριξ ἀκρολοφιές. Νὰ ὅμως, καὶ δόξα τῷ Θεῷ, ποὺ στὶς ἡμέρες μας, τὸν θεσμὸ αὐτὸ ποὺ τὸν γνώρισε καὶ περιέγραψε λεπτομερῶς ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὅταν πρωτοῆρθε στὸν Ἄθωνα τὸ 959 μ.Χ. («... ἀλλὰ καλύβας ἐκ μικρῶν πηξάμενοι ξύλων καὶ ὀροφὴν ἐν αὐταῖς ἐκ χόρτου, συμφορηθείσαις ἐπισχεδιάσαντες, οὕτως ἐν θέρει, οὕτως ἐν χειμῶνι, διεκαρτέρουν τῶν ἐναντίων ἀνεχόμενοι προαβολῶν, τῷ ἡλίῳ φλεγόμενοι καὶ τῷ ψύχει πηγνύμενοι», βλέπε Γ. Σμυρνάκη, Τὸ Ἅγιον Ὄρος, Ἀθῆναι 1903, σ.26, καὶ Jacques Noret, Corpus Christianorum, Athanasii vita B, University press, Leuven 1982, σ. 139), τὸν ἀναβιώνει καὶ ἐνεργοποιεῖ ὁ ἀγαπητός μας πατὴρ Βλάσιος, κατὰ διαμετρικὴ ἀντίθεση καὶ φορὰ τῶν ἔργων τῆς μπουλντόζας καὶ τοῦ χειμαῤῥώδους ῥεύματος τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ, ποὺ ἀπειλεῖ νὰ μᾶς συμπαρασύρει, ἀλλαξοφρονήσει καὶ παραμορφώσει ὅλους.
***
Πρόσθετος σκυλμὸς καὶ Σταυρὸς βέβαια γιὰ τὸν πατέρα Βλάσιο, ὁ σκληρὸς σχολιασμὸς τῶν ἐνεργειῶν καὶ συμπεριφορῶν του καὶ ἡ χλεύη τῶν ἐγγὺς καὶ τῶν μακρὰν γνωστῶν καὶ ἀγνώστων του· Σταυρὸς ὅμως θεοπνεύσως προμεμαρτυρημένος, γιὰ παρηγοριά, ἀντοχὴ καὶ μισθὸ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. προσωπικῶς, συγχαίρω καὶ ζηλεύω. Μακάρι νὰ εἶχα καὶ ἐγὼ τὴν τρέλλα του καὶ νὰ μποροῦσα νὰ ἀνῆκα στὸ εἶδος τῆς διαγωγῆς του.
Προσεύχομαι στὴν Παναγία νὰ τὸν σκεπάζει, καὶ στὸν πανάγαθο Θεὸ νὰ τοῦ χαρίζει δύναμη, ὑπομονὴ καὶ ἐγρήγορση, ὥστε μὲ ἐξομολόγηση λογισμῶν στὸν πνευματικό του, μὲ τακτικὴ συμμετοχὴ στὸ εὐχαριστιακὸ μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας, καὶ μὲ πολλή, πάρα πολλὴ ταπείνωση, νὰ καταστήσει, χάριτί Του, ἀνίκανο τὸν βάσκανο τῶν καλῶν ἀγώνων διάβολο νὰ τοῦ κλέψει τὴν μισθαπόδοση διὰ τῆς, ὅλως κρυφίως καὶ λανθανόντως συνήθως ἐνσπειρομένης ὑπ’ αὐτοῦ στὸν νοῦ, ἐπαράτου οἰήσεως καὶ ὑπερηφανίας· διότι τότε ἀλλοίμονο.
***

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου