ΕΛΙΚΟΔΡΟΜΙΟ ΜΑΣ ΕΛΕΙΠΕ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
Ἀπὸ ὅσα μοῦ ἔρχονται στὴν μνήμη, τὸ 1965 ἦταν ποὺ πρωτακούσαμε γιὰ προσγειώσεις ἑλικοπτέρων στὸ Ἅγιον Ὄρος· καί, θυμᾶμαι, ὅτι οἱ γέροι χαρακτήρισαν τὸ γεγονὸς ὡς θεοσημία· ὄχι βέβαια ἀπὸ δεισιδαίμονα προληπτικότητα, -ὅπως θὰ ἔσπευδε νὰ νομίσει κάθε βιαστικός- ἀλλὰ ἀπὸ λυποῦσα τὶς σκέψεις των διορατικότητα, ὅτι τὸ ὑπόλοιπο τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος θὰ ἄλλαζε ἄρδην τὰ ἀθωνίτικα τυπικὰ καὶ τὰ ἄλλα του δεδομένα.
***
Α) Πρῶτες προσγειώσεις ἑλικοπτέρων
Ἡ πρώτη, διευκολύνθηκε στὸ ἀπέραντο Ξηροποταμινὸ λειβάδι, πρὸς ταχεῖα ἐπίσκεψη τῶν Ἱεροκοινοτικῶν ἀρχῶν ἀπὸ κάποιο ὑψηλὸ κυβερνητικὸ πρόσωπο, καὶ ἡ ἄλλη στὸ λίγο μικρότερο Κουτλουμουσιανό, πρὸς παραλαβὴ ἀπὸ τὴν Σκήτη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος καὶ μετακόμιση σὲ νοσοκομεῖο τῆς Θεσσαλονίκης, τοῦ ὑπέργηρου, πολὺ ἀγαπητοῦ καὶ σεβαστοῦ ἀπὸ ὅλους γιὰ τὴν ἀσκητικότητα τῆς ζωῆς του, Γέροντος Ἡσαΐου (κατὰ κόσμον Σαριδάκη Ἡλία τοῦ Γεωργίου καὶ τῆς Δεσποίνης, ἐκ Πετροκεφάλου Πλατάνου Ἡρακλείου Κρήτης· ἔτος γεννήσεως 1877, προσέλευσεως 1889, κουρᾶς 1903, κοιμήσεως 11-7-1971), στὸν ὁποῖο, πτῶσις ἀπὸ πεζούλι τῆς Καλύβης του, τοῦ ἐπέφερε πολλαπλᾶ συντριπτικὰ κατάγματα.
***
Β) Προσπάθεια δημιουργίας ἑλικοδρομίου στὸ Κιόσκι τοῦ Ἀγᾶ στὶς Καρυές, τὸ 1970.
Περὶ τὸ 1970, ἐπὶ καθεστῶτος δικτατορίας, καὶ γιὰ λόγους στρατιωτικούς -ὅπως εἶχε ἀκουσθῆ ἐπισημάνθηκε-, ὡς πρὸς τοῦτο διευκολυντικός, ὁ μεταξὺ Σταυρονικητιανοῦ κονακιοῦ καὶ Κιοσκιοῦ τοῦ Ἀγᾶ περίοπτος καὶ ἰσόπεδος τόπος καὶ χῶρος, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση νὰ κοποῦν τὰ σὲ αὐτὸν μεγαλοπρεπῶς ὑψούμενα τρία κυπαρίσσια. Σημειωθήτω ὅτι, στὸν χῶρο αὐτόν, ἔστηναν προχείρως δίχτυ οι μαθηταὶ τῆς μόλις παρέκει λειτουργούσης Ἀθωνιάδος, καί, κατὰ τὰ καλοσυνάτα ἀπογευματινά, ἔπαιζαν βόλεϊ ἱεροκρυφίως. Ἔγινε ἡ πρὸς τὴν κυριάρχο Μονὴ εἰσήγησις, ἀλλὰ αὐτή, ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως, ἔστειλε κατεπειγόντως προσωπικό, μὲ τὸ ὁποῖο μετέφερε καὶ στοίβαξε ἐκεῖ σὲ σχήματα πυραμίδων, ὅλες τὶς πέτρες καὶ τὰ πατερόξυλα ἀπὸ τὰ γύρω κατερειπωμένα καβιόσπιτα. Ἔτσι, οἱ ἐπαΐοντες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἶδαν νὰ ματαιοῦνται ὁ σχεδιασμός, καὶ οἱ μαθητὲς νὰ λήγουν ἀδόξως οἱ φίλαθλες ἐπιδόσεις των.
***
Γ) De facto δημιουργία ἑλικοδρομίου στὶς Καρυὲς τὸ 1972.
Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1972, τὸ ΝΑΤΟ, πραγματοποιοῦσε ἀσκήσεις μὲ ναυτικὲς δυνάμεις στὸ βόρειο Αἰγαῖο καὶ χερσαῖες στὶς ἐκβολὲς τοῦ Στρυμῶνος. Εὐθὺς μετὰ τὴν λῆξή των, εἴτε γιατὶ αὐτοβουλήτως οἱ ξένοι ἀνώτατοι συμμαχικοὶ στρατηγοὶ θέλησαν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸ Ἅγιον Ὄρος εἴτε γιατὶ οἱ δικοί μας γιὰ νὰ τοὺς ἐντυπωσιάσουν, τοὺς προέτρεψαν πρὸς τοῦτο, ἡ Ἱερὰ Κοινότης, πιεζομένη ἀπὸ τὴν πολιτικὴ τότε Διοίκηση τοῦ Ἁγίου Ὄρους, βρέθηκε στὴν ἀνάγκη νὰ ἐπιτρέψει προσγειώσεις ἑλικοπτέρων, πρᾶγμα ποὺ συντελέσθηκε στὸ λίγο πλησιέστερα τῶν Καρυῶν, καὶ ἐλάχιστα πιὸ δῶθε ἀπὸ τὴν πρώτη στροφὴ τοῦ πρὸς Δάφνη ἄγοντος χωματόδρομου.
Αὐτὸ ἦταν· ἡ τοποθεσία χαρακτηρίσθηκε ὡς ἑλικοδρόμιο, καὶ ἀφοῦ περιφράχθηκε, ἔστω προχείρως, κατὰ σχετικὴ διαταγή, πέρασε σὲ ὅλους τοὺς στρατιωτικοὺς ἐπιχειρησιακοὺς χάρτες, τούς τε ἡμετέρους καὶ τοὺς διασυμμαχικούς. Τότε ἦταν ποὺ συχνότερα ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά, ὁ παρὰ τῇ Ἱερᾷ Κοινότητι ἀντιπρόσωπος τῆς Μονῆς Βατοπεδίου Προηγούμενος Ματθαῖος, ἰδίᾳ τε καὶ κοινῇ, πρὸς τοὺς ἐπισήμους καὶ ἀσήμους, μὲ πολλὴ θυμοσοφία ἐπανελάμβανε: «Εἶναι νὰ μὴν ἀφήσεις τὸν ποντικὸ νὰ περάσει πάνω ἀπὸ τὴν μύτη σου μία φορά· ὕστερα τὸ κάνει δρόμο».
Συνήθισαν νὰ τὸ βλέπουν οἱ Καρυῶτες μοναχοί, πύκνωσαν οἱ δι’ ἑλικοπτέρων ἀφίξεις τῶν ἐπισήμων, καὶ ἀφοῦ πλέον δέθηκε ἡ ἀναγκαιότης του μὲ τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μετεγκατεστάθη κατά τι πλησιέστερα τῶν Καρυῶν, σὲ διανοιγεῖσα μὲ μπουλντόζα ἔκταση, διαστάσεων περίπου γηπέδου ποδοσφαίρου, ἡ ὁποία, μετὰ ἀπὸ δύο ἔτη, ἀσφαλτοστρώθηκε. Τώρα, τὸ ἑλικοδρόμιο τῶν Καρυῶν, ἐπαρκεῖ γιὰ ταὐτόχρονες καὶ ἄνετες προσγειώσεις πέντε ἑλικοπτέρων.
Ὅταν γινόταν ἡ διεύρυνσις καὶ ἡ ἀσφαλτόστρωσις, παραπορευόμενοι Καψαλιῶτες ἀσκηταί, ἀπευθυνόμενοι σὲ τεχνικοὺς καὶ ἐπιστατεύοντας ὑπευθύνους, μὲ ἐμφανῆ δυσθυμία «ηὔχοντο»: «μὲ τὸ καλὸ καὶ ἀεροδρόμιο».
***
Δ) Πρόθεσις τοῦ ζεύγους Μπακούμ, νὰ ἀφιχθεῖ στὸ ἑλικοδρόμιο τῶν Καρυῶν.
Καὶ ἀεροδρόμιο βέβαια δὲν ἔγινε, οὔτε θὰ γίνει ποτέ, ὅπως πιστεύουμε· ὡς τσόσο ἔγινε ἀφορμή, τὸ 1995, νὰ συζητηθῇ ἂν μποροῦσε νὰ προσγειωθῇ ἑλικόπτερο ποὺ θὰ μετέφερε στὸ Ὄρος μας πρόσωπο ἐπιφανὲς καὶ ἐπίσημο (VIP, ὅπως διεθνῶς ἀποκαλεῖται), ποὺ ἤθελε νὰ γνωρίσει τὶς ἀρχὲς τῆς ἁγιορειτικῆς μοναστικῆς Πολιτείας, ἐπισκεφθῇ δὲ καὶ τὸν ναὸ τοῦ Πρωτάτου, γιὰ νὰ θαυμάσει τὶς τοιχογραφίες τοῦ Πανσελήνου, καὶ ποὺ θὰ εἶχε ὅμως μαζί του καὶ τὴν σύζυγό του (μόνο μέσα στὸ ἑλικόπτερο ἐννοεῖται, χωρὶς τὴν ἀξίωση νὰ βγῇ καὶ νὰ πατήσει τὸ ἔδαφος). Ἐπρόκειτο γιὰ τὸ ζεῦγος Μπακούμ, τοῦ διασήμου δηλαδὴ Αἰγυπτίου καρδιοχειρουργοῦ, ποὺ χειρούργησε ἐπιτυχῶς καὶ τὸν Πρωθυπουργὸ τῆς χώρας μας Ἀνδρέα Παπανδρέου στὸ Χέρφιλντ τοῦ Λονδίνου, τὸ ὁποῖο, ἐπισκεφθὲν τὴν Ἑλλάδα καὶ τυχὸν ἐξαιρετικῶν, ὡς ἦτο ἑπόμενο, τιμῶν, περιηγήσεων ἀνὰ τὰ ἀξιοθέατα καὶ ἄλλων ἐπιδαψιλεύσεων, ἐξέφρασε καὶ τὴν ὡς ἀνωτέρω ἐπιθυμία.
Ἐβολιδοσκοπήθησαν ἁρμοδίως, καὶ ἐμπιστευτικῶς διαθέσεις, ἀλλὰ διέῤῥευσε ἡ πληροφορία καὶ ἔγινε, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενο, χαμὸς στὶς Μοναστηριακὲς Γεροντίες. Ἀπειλήθηκε ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Ἐπιστασία ἄμεση διακοπὴ πάσης σχέσεως καὶ ἐπαφῆς μὲ τὸ ἁρμόδιο ἐπὶ των ἁγιορειτικῶν Ὑπουργεῖο τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μὲ κάθε ἐπιτόπια κρατικὴ ὑπηρεσία καὶ δηλώθηκε στὸν διοικητὴ τῆς ἀστυνομίας ὅτι, σὲ περίπτωση ποὺ τὸ ἑλικόπτερο θὰ προσγειοῦτο, πέρα τοῦ ὅτι ὁ κύριος Μπακοὺμ θὰ ἔβλεπε παντοῦ μόνο κλειστὲς πόρτες, θὰ ἔπρεπε ὁ ἴδιος ὁ ἀστυνόμος καὶ οἱ ἄνδρες του νὰ ἐξαφανισθοῦν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Λέγεται ὅτι ἡ ἄφιξις ματαθιώθηκε τῇ διαφωτίσει τῶν ἐν Ἀθήναις ὑπευθύνων ἀπὸ τὸν Διοικητὴ-ἐκπρόσωπο τῆς Πολιτείας ἐν Ἄθῳ· ἀλλὰ καλοῦ κακοῦ, ὁ ἀστυνόμος φρόντισε, καθ’ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, τὸ ἑλικοδρόμιο νὰ εἶναι μεταβεβλημένο σὲ πάρκινγκ αὐτοκινήτων.
***
Ε) Δημιουργία ἑλικοδρομίων σὲ Ἁγία Ἄννα καὶ Μικρὰ Ἁγία Ἄννα.
Κατὰ τὸ 1988, συζητήσεις καὶ εἰσηγήσεις πρὸς κατασκευὴ ἑλικοδρομίων καὶ στὶς ἀσκητικώτερες καὶ βραχοβριθεῖς ἀκόμη ἁγιορείτικες τοποθεσίες, συναντοῦσαν περισσότερες συνηγορίες παρὰ ἀντιῤῥήσεις, γιὰ αὐτὸ ἄλλως τε περὶ τὸ 1990, κατασκευάσθηκαν, ἕνα στὴν Μικρὰ Ἁγία Ἄννα ἐπάνω ἀκριβῶς ἀπὸ τὰ κτηριακὰ ἀθροίσματα τῶν συνοδειῶν τῶν Γερασιμαίων καί, κάπως ἀργότερα, τὸ 1998, ἕνα ἄκομη παράπλευρα μάλιστα μὲ τὸ ἱστορικὸ Κυριακὸ τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ Κοιμητήριό της τὸ ὁποῖο ἐπέπρωτο δυστυχῶς νὰ γνωρίσει καὶ τὸ πρῶτό του ἑλικοπτερικὸ θῦμα.
Λειτουργοῦσε ἀκόμη τὸ οὐραῖο σύστημα τοῦ προσγειωθέντος στρατιωτικοῦ ἑλικοπτέρου, ὅταν ὁ στὴν Καλύβα τῶν Ἁγίων Χαραλάμπους καὶ Μοδέστου μονάζων ἀφελὴς διακο-Παντελεήμων, Θεὸς σχωρέσ’ τον (Ἀδαμόπουλος Δημοσθένης τοῦ Κωνσταντίνου, ἐκ Περδικοβρύσης Μεσσηνίας· γέννησις 1944, προσελευσις 1960, κουρὰ 1961, χειροτονία 1976, κοίμησις 15-5-1998) ἔτρεξε καὶ πλησίασε ἀπρόσεκτα, γιὰ νὰ ὑποδεχθῇ καὶ χαιρετίσει πρῶτος τοὺς ἐξερχομένους πιλότους, ὁπότε ὁ κάθετος μυριόστροφος ἑλικας τοῦ κρεούργησε τὴν ὠμοπλάτη. Ἔκπληκτοι ἐκεῖνοι καὶ ἐν τάχει καὶ θρήνῳ τὸν μετεκόμισαν στὸ στρατιωτικὸ νοσοκομεῖο τῆς Θεσσαλονίκης, ὅπου παρὰ τὶς πολλαπλὲς ἐπεμβάσεις καὶ τὶς πολυήμερες προσπάθειες τῶν ἰατρῶν, ἐκεῖνος μὲν ἐξέπνευσε, οἱ δὲ πιλότοι χρέωσαν τὴν συνείδηση καὶ τὸν ἐπαγγελματισμό τους μὲ τὴν θλιβερὴ περίπτωση, καθότι στὴν Ἑλλάδα οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι καὶ κανονισμοὶ δὲν μοιάζουν μὲ τοὺς ἄλλους· ἐφαρμόζονται ὁπωσδήποτε καὶ συνήθως εἶναι αὐστηροί.
***
Στ) Δημιουργία ἑλικοδρομίου στὴν Μεγίστη Λαύρα
Κανεὶς δὲν ἰσχυρίσθηκε ὅτι στὴν Λαύρα μας δὲν πραγματοποιοῦνταν προσγειώσεις ἑλικοπτέρων. Τὶς διαπίστωναν οἱ πατέρες, δύο τρεῖς φορὲς στὸν χρόνο, ἀκούγοντας ἀπὸ τὶς κέλλες των τὸν χαρακτηριστικὸ κρότο καὶ βλέποντας σὲ λίγο πιλότους καὶ συνιπταμένους ἐπισήμους νὰ εἰσοδεύονται ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο καὶ τοὺς ἐπιτρόπους στὸ Καθολικὸ πρὸς προσκύνηση, καὶ στὸ Συνοδικὸ γιὰ κέρασμα, προσρήσεις καὶ συζήτηση τοῦ σκοποῦ τῆς ἀφίξεώς των.
Οἱ προσγειώσεις των γινόταν στὸ λιβάδι ποὺ ἀνοιγόταν βορεινὰ ἀπὸ τὸ βουρδουναριὸ καὶ ποὺ ἐπὶ παράδοση αἰώνων νέμονταν τὸ γρασίδι του καὶ χαίρονταν τὴν ἅπλα του τὰ μουλάρια τῆς Μονῆς. Ξυπάζονταν βέβαια τὰ καϋμένα κάθε φορὰ καὶ τὸ ἔβαζαν στὰ τέσσερα, ὡς ἔβλεπαν νὰ δυναμώνουν ἀνυπόφορα τὰ κροταλίσματα καὶ νὰ τοὺς ἔρχεται οὐρανόθεν καὶ πανωσάμαρα τὸ φοβερὸ καὶ τεράστιο ζουλάπι. Ὕστερα, τὸ παρακολουθοῦσαν ἀπὸ τὰ ξέμακρα μὲ τεντωμένες τὶς οὐρές, τσιτωμένα τὰ αὐτιὰ καὶ γεμᾶτα καχυποψία· καὶ ἡσύχαζαν καὶ ξένοιαζαν μόνο ὅταν τὸ ἔβλεπαν νὰ ξαναμπάζει στὰ σωθικά του ἀνθρώπους, νὰ ξαναβγάζει τὸν σκασμό του καὶ νὰ χάνεται στὰ ὕψη.
Ὅμως, γιὰ τὸ 2000, εἶχε προαναγγελθῇ ὅτι θὰ ἐρχόταν στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ στὴν Μεγίστη Λαύρα, ὁ Οἰκουμενικός μας Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, στὴν ὁποία κατὰ τὶς προγραμματισθεῖσες τιμὲς θὰ τὸν ὑποδεχόταν ἐπισήμως ὁ, πρὸς τοῦτο προαφικνούμενος, Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας κ. Στεφανόπουλος. Τελικά, τὰ πάνταματαιώθηκαν, ἐξ αἰτίας τοῦ προκύψαντος στὴν Ἑλλάδα μας θέματος τῶν ταυτοτήτων καὶ τῆς συνεπείᾳ του ὀξύνσεως τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας.
Ἡ Μεγίστη Λαύρα μας πάντως, εἶχε ἀρκούντως προετοιμασθῇ. Ἐμπνεύσει καὶ ἐπινεύσει τοπικῶν ἀρχῶν καὶ κρατικῶν ἁρμοδίων καὶ μὲ διαδικασίες ταχύτερες τῶν ὁποίων δὲν γνώρισε τὸ Ὄρος, διαμορφώθηκε μπουλντοζικῶς καὶ ἄλλως πως ὁ ῥηθεὶς λειβαδικὸς χῶρος, καὶ νὰ πῶς ξεφύτρωσε ὁ παμμεγέθης κύκλιος κοκκινόχρους τσιμεντοτάπητας, μὲ τὸ τεράστιο Η του στὸ κέντρο, καὶ μὲ ὅλες τὶς ἄλλες λιθοδομικὲς εὐπρέπειες καὶ καρυκεύσεις, τὶς πρόσθετες ὡραιοποιήσεις καὶ τὶς ἀπαραίτητες διευκολύνσεις· τὶς αὐτοκινητιστικές, δηλαδή, ἀπὸ καὶ πρὸς αὐτὸ προσβάσεις ἄνωθεν καὶ ἐκ πλαγίου, καὶ τὴν δρασκελικὴ κλίμακά του μέχρι τῶν προαυλίων χώρων καὶ δόμων τῆς ἱστορικῆς καὶ παλαιφάτου Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου· πρὸς τιμὴν καὶ μνήμην του ἆράγε;
Μοντέρνας ἐμφανίσεως καὶ συγχρόνων προδιαγραγῶν, τὸ ἑλικοδρόμιό μας. Μέχρι καὶ ὑπόγεια καλωδίωση προβλέφθηκε νὰ ἔχει πρὸς ἡλεκτροδότηση τῶν χαμαὶ καὶ κύκλῳ του ἐντέχνως τοποθετηθέντων λαμπτήρων, πρὸς διευκόλυνση καὶ νυκτερινῶν ἀκόμη προσγειώσεων!...
Ληφθέντος ὅμως ὡς δεδομένου, ὅτι οὔτε τὰ πατριαρχικὰ πόδια οὔτε τὰ προεδρικὰ τοιαῦτα θὰ δυσανασχετοῦσαν ἄν, μετὰ τὴν προσγείωση τοῦ ἑλικοπτέρου των στὸ καταπράσινο ἕως τότε λιβάδι, διήνυαν τὰ μόλις πενῆντα μέτρα ἀποστάσεως, -πρότασις μετριοπαθεστέρων Γεροντάδων νὰ κατασκευασθῇ στὸ τριακόσια μέτρα ἀπέχον ἰσιάδι τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ εἶχε ἀποῤῥιφθῆ- ῥώτησαν κἄποιοι γιὰ νὰ πληροφορηθοῦν τίνων σοφῶν κεφαλῶν ἦταν ἔμπνευσις, σκέψις καὶ σπουδή, καὶ δυνάμει ποιῶν ἐπιχειρημάτων ἐξουδετερώθηκαν συνηδεισιακὲς ἀνησυχίες καὶ εὔλογες ἀντιῤῥήσεις ἀρκετῶν ἐκ τῶν ἐν εὐθύνῃ προϊσταμένων ἀλλὰ καὶ απλῶν μελῶν τῆς ἀδελφότητος, ὥστε- καθ’ ὅλως κοσμικόφρονα ἀντίληψη καὶ θεώρηση τῶν πραγμάτων- νὰ τολμηθῇ αὐτὴ ἡ περιβαλλοντικὴ προσβολὴ καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ αὐτὴ ἡ μόνιμη ὑπτίωσις τῆς ἀναιδείας κατέναντι ἀκριβῶς τῆς εἰκόνος τοῦ πάτρωνος τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου καὶ τῆς ὑπερχιλιετοῦς συνεχοῦς ἡσυχαστικῆς ζωῆς Μάνδρας του· ἀλλὰ οἱ ἀπαντήσεις ὑπῆρξαν ἀπογοητευτικές. Οἱ Γεροντάδες εἶπαν: «Μᾶς ἔκαμψαν οἱ πιέσεις τῶν κυβερνητικῶν», « μᾶς ἔπεισαν οἱ μηχανικοί». Οἱ κοσμικοὶ ἐπὶ τῶν σχεδιασμῶν, μελετῶν καὶ ὑπογραφῶν ὑπεύθυνοι ἀντέτειναν: «τὸ ἀποφάσισε ἡ Σύναξις· τὸ ζήτησε τὸ Μοναστήρι». Ἄντε λοιπὸν τώρα νὰ βρεθῇ τοῦ κουβαριοῦ ἡ ἄκρη.
Γιὰ λόγους ἀποφυγῆς περαιτέρω σκανδαλισμοῦ δὲν θὰ ἀναφέρουμε τὸ κρυπτοσυζητούμενο ποσὸ κόστους καὶ ἐξόδων ἀπὸ «μελέτης», ἐποπτείας καὶ κατασκευῆς τοῦ κυρίως ἔργου μέχρις ἀποπερατώσεως καὶ ἐξωραΐσεως τῶν παραμέτρων του, οἱ ὁποῖες ἐξακολουθοῦν νὰ γίνονται μέχρι καὶ σήμερα, τὸ 2003. Ἀλλά, ἐνῷ οἱ προϊστάμενοι τῆς Μονῆς, τόσο οἱ συνηγορήσαντες ὅσο καὶ οἱ μειοψηφήσαντες, ἔπαυσαν πλέον νὰ ἀποσιωποῦν τὰ ἐπὶ μέρους τοῦ γεγονότος, στὸν ταπεινῶς ὑποφαινόμενο οὐδόλως συγχωρεῖται νὰ κοινολογήσει ἔστω καὶ μία ἀπὸ τὶς ἐκπλήττουσες πτυχές του.
Συναφῶς ὅμως γνωστοποιοῦμε τὴν ὡς ἑξῆς ἔχουσα εὔλογη, ὅπως νομίζουμε, ἀπορίας: Πλειστάκις παρέστημεν μάρτυρες περιπτώσεων διαμάχης γνωμῶν καὶ ἀπόψεων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ποὺ ἔζησαν καὶ καταλευκάνθησαν στὴν Λαύρα ἀφ’ ἑνός, καὶ λαϊκῶν ἐπαγγελματικῶς καὶ ἐντεταλμένως παρεπιδημούντων σὲ αὐτήν, ἤτοι μηχανικῶν καὶ ἀρχαιολόγων ἀφ’ ἑτέρου, ὅπως, ἐπὶ παραδείγματι, γιὰ τὸ ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἀντικατασταθῇ ἢ ὄχι κἄποιο παληό, τρισάθλιο σὲ θέα καὶ καταφανῶς ἀποσαθρωμένο δοκάρι ὀροφῆς ἐντελῶς ἐσωτερικοῦ δώματος· τῶν μὲν προβαλὀντων τὴν τὰς κεφαλάς των καὶ τὴν ἐν γἔνει σωματική των ἀκεραιότητα ἐπαπειλῦσαν ἐπικινδυνότητά του, τῶν δὲ μετὰ πάθους ὑπεραμυνομένων τῆς ἀρχαιότητος, τῆς ...αἰσθητικῆς καὶ τῆς ....φυσιογνωμίας του, καὶ τελικῶς στὴν πρᾶξη ἐπιβαλόντων τὴν ἄποψή των, ὡσεὶ τὰ δώματα τῶν ἀδελφῶν νὰ μὴν ἦσαν τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς ζωῆς των καθημερινοὶ χρηστικοὶ καὶ λειτουργικοὶ χῶροι ἀλλὰ ἀντικείμενα καὶ θεάματα μουσειακοῦ χαρακτηρισμοῦ καὶ ἀρχαιολογικῆς προστασίας καὶ ἀντιμετωπίσεως
Κατὰ ταῦτα, καὶ στὴν περίπτωση ἀκόμη, λοιπόν, ἐκείνη τῆς ὑποτιθεμένης ἐμμονῆς τῶν Λαυριωτῶν προϊσταμένων, νὰ κατασκευασθῇ τὸ ἑλικοδρόμιο, ποῦ βρισκόταν ἡ ἐπιστημονικὴ αὐθεντία καὶ εὐαισθησία καθὼς καὶ ἡ παθολογικὴ ἀρχαιολατρία τῶν ἀνὰ τὰ κελλιά, τὶς Μονὲς καὶ τὴν Λαύρα σιτιζομένων, περιπολοῦντων καὶ λίαν αὐστηρῶς πάντοτε κρινόντων καὶ ἀποφαινομένων ὑπευθύνων μηχανικῶν καὶ ἄλλων ἐπαϊόντων;
Τὸ ἑλικοδρόμιο μετὰ τῶν συμπαρομαρτούντων του, μὲ τὸ κῦρος τῶν ὑπογραφῶν των ἐκτείνεται ἤδη σὲ ἀπόσταση ἀναπνοῆς ἀπὸ τὰ προπύλαια τῆς Μονῆς καὶ τοῦ Πύργου τοῦ αὐτοκράτορος Τσιμισκῆ καὶ ἐγγύτατα τῶν παλαιφάτων καθισμάτων τοῦ Πατριάρχου Διονυσίου Βάρδαλι, τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου Φωκᾶ καὶ τῶν ἄλλων. Κατὰ ποιὰ λογικὴ καὶ σοφία ἐπινοήθηκε καὶ κατορθώθηκε αὐτὴ ἡ μῖξις καὶ κρᾶσις τοῦ ἐξιδιασμένως μοντέρνου καὶ νεοφανοῦς μὲ τὸ ἐπαξίως ἀρχαιοστεφὲς καὶ ἱεροπαραδοσιακό; Καὶ κατὰ ποιὰ ἱεράρχηση, παρακαλῶ, προτεραιοτήτων προγραμματίσθηκε, ὅταν τὰ μνημονευθέντα ἱστορικὰ καθίσματα, τῶν ὁποίων τὴν ὑπαρξη μνημονεύει στὴν Διαθήκη του ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος, -καὶ ποὺ τήν, κατὰ σφοδρὴ ἐπιθυμία του, συνεχῆ θεσμικὴ λειτουργία καὶ ἀποστολή των μὲ ἀπειλὲς ἐπιτιμίων κατοχυρώνει- ἀπὸ ἀρκετῶν δεκαετιῶν ἤδη ἀποτελοῦν ἐνσαρκώσεις τῆς ἐρειπώσεως καὶ οἰκτρῶς κραυγαλέα σύμβολα διαμαρτυρίας κατὰ τῆς ἀσυγκινησίας ἔναντι ἡσυχαστικῶν ἐφέσεων καὶ τῆς ἔναντι τῶν ὅρων καὶ ὁεισμῶν του παγερᾶς ἀντιπαρελεύσεως καὶ ἀδιαφορίας;
Ἐπιθυμοῦμε νὰ κατακλείσουμε καὶ τοῦτες τὶς σλίδες, ἀκροθιγῶς μόνο μνημονεύοντες κατάφωρες παραθεωρήσεις ἄλλων συγγενῶν κατεπειγόντων ὑποστυλωτικῶν θεμάτων καὶ προβλημάτων, ὅπως, καὶ ἰδίᾳ, τοῦ ἐν ἀπαραδέκτως ἐλεεινῇ -καὶ ἄκρως προσβλητικῇ τῆς μνήμης τῶν ἀπ’ αἰώνων εἰς αὐτὸ ἀναπαυομένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν- καταστάσει εὑρισκομένου κτηριακοῦ κοιμητηριακοῦ συνόλου τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἰσογείων χώρων καὶ ὀροφώσεων ὁλοκλήρων πτερύγων τῆς Μονῆς, ποὺ βρίθουν ἀπὸ ὑγρασία, σῆψη καὶ ἀποσαθρωτικὴ ἐπικινδυνότητα, καὶ ποὺ παρὰ τὶς χρηστικὲς καταπονήσεις καὶ τῶν σεισμῶν τὶς δονήσεις καὶ ἀπειλές, δὲν καταῤῥέουν μόνο ἐπειδὴ δὲν συγκατανεύει ὁ κτήτωρ καὶ προστάτης των Ἅγιος Ἀθανάσιος. Ἀλλά, ἕως πότε;
Μὴν ἐπεκταθοῦμε δὲ σὲ κατονομασίες προσθέτων μνημείων καὶ περιγραφὲς τῶν ἀξιοθρηνήτων καταστάσεών των, ὅπως τοῦ ἱστορικοῦ πύργου τοῦ ἀρσανᾶ, τῶν παρεκκλησίων καὶ τῶν ἄλλων προσκτισμάτων του, καθὼς τοῦ κάστρου καὶ τοῦ κτηριακοῦ συγκροτήματος ἐντεῦθεν τοῦ μυχοῦ τοῦ λιμενίσκου (Μανδράκι), ὅλων ἀναγομένων στὴν ἀποχή, στὴν μεγαλοφυΐα καὶ γενναιοψυχία, στὸν ἰδιόχειρο μόχθο καὶ στὸ προσσωπικὸ ἱδρῶτα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου